Ευαγγελία Μινάρδου-Αδάμου, «Ο αϊνάς»
16Ιου
Ζήτησε να με πάρει μαζί της. Το περίμενα. Από μικρούλα, σε μένα όλες οι ματιές της. Να μάκρυναν, άραγε, τα κατάξανθα, σγουρά μαλλιά της; Και το καινούριο φόρεμα, να τόνιζε όσο έπρεπε την ασπράδα του προσώπου της και τα τσακίρικα μάτια, στο χρώμα της άγουρης ελιάς; Τα δάκρυα της χθεσινής νυχτιάς τα είχαν κάνει λόγγο άγριο τα μάτια της; Κι οι πρώτοι ίμεροι, έπαιζαν σίγουρο κρυφτό πίσω από τα χαμηλωμένα βλέφαρά της, όταν πρωτάρχισαν να την κορτεζάρουν κι έτρεμε μη και το καταλάβει ο πατέρας της;
Όλα σε μένα τα πρωτορωτούσε. Η αρχόντισσά μου, η Ξανθούλα μου η λατρεμένη… Που για χατίρι μιας θαλασσινής αγκάλης, βαθιάς, πλατιάς, που την ταξίδευε σε ωκεανούς, μα και της έταζε λιμάνι υπήνεμο, έφυγε απ’ της μάνας της την αγκαλιά κι από της Σμύρνης την αβάσταχτη ωραιότητα, για ένα μικρό, μα ολόγλυκο νησί του Αιγαίου.
«Ετούτον, μάνα μου, μαζί μου τον εθέλω. Δεν με χρειάζεται τίποτα άλλο απ’ το σπιτικό μας, ο άντρας μου θα με τα φτιάξει όλα στο νησί, ξέρει αυτός. Τάξιμο με έκαμε κι όρκο βαρύ, πως θα με κάμει ευτυχισμένη. Αμά εσύ, μη με χαλάσεις τώρα την καρδιά και μη με σεκλετίσεις. Θα τόνε πάρω στο νησί τον αϊνά μου αυτόν, μαζί με τα προικιά μου. Να σας θωρώ, κάθε που θα αϊναλίζομαι, τη μακρυνάρα μας να βλέπω, τον κήπο μας, στο πίσω μέρος του σπιτιού, κι όλα μας τα καλά. Ποιος να το ξέρει πότε θα ξανάρθω, πότε θα ξαναϊδωθούμε, μάνα μου…»
«Γιαβρί μου, εσύ… Πότε σε χάλασα εγώ χατίρι;» είπε η μάνα, και την έκλεισε στην αγκαλιά της. Το νυφικό του κοριτσιού, δαντέλα κάτασπρη, ολοκέντητη στο χέρι, έλαμπε. κρεμασμένο απέναντί μου.
Διαβάστε περισσότερα



![Νίκος Μπουρσινός, «Και ο άνεμος του παίρνει το πρόσωπο», εκδ. Μετρονόμος, 2026 [προδημοσίευση]](https://www.poiein.gr/wp-content/uploads/2026/08/fc9737a0-ca45-42bd-b721-cd1aab2d5d66-75x75.jpg)
![«Συζητώντας με το ΑΙ: “Το να ξέρεις τον ορισμό της λέξης «πόνος» δεν σημαίνει ότι πονάς”» [γράφει ο Σπύρος Αραβανής]](https://www.poiein.gr/wp-content/uploads/2026/07/images-4-75x75.jpg)





















