R. S. Thomas (1913-2000), Ποιήματα (μετάφραση – επίμετρο: Κώστας Μαντζάκος)
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
Απ’ τα ποιήματα σ’ αυτό το βιβλίο
το δικό μου, δες, δε βάλαν πρώτο-πρώτο!
Μήτε κι άξιζε αυτό κάποιο βραβείο.
Στο τέλος έχω στριμωχτεί,
με στίχους που’ναι άκαμπτοι πολύ
το βάρος όλο για ν’ αντέξουν
αυτών που η μούσα μου’χε υποβάλλει,
την πόρτα μου χτυπώντας
και το ξερό μου το κεφάλι
χωρίς καμία διακοπή,
μα και με τόσο στιβαρή γροθιά.
Το μυαλό μου είναι θολό, η παλάμη
από στραμπούλιγμα γερό υποφέρει.
Ποτέ πια το καλοκαίρι
δε θα ξανάρθει της καρδιάς μου,
που τα τραγούδια μου έφταναν ψηλά.
*
ΚΑΝΕΝΑΣ
Κανένα πρόσωπο απ’ όλο το τραχύ πλήρωμα αυτό
δεν ανακαλώ. Μήπως φύτρωναν σαν χορταρικά
στα μέρη αυτά, και βολεύονταν μ’ ονόματα
από ευγένεια και μόνο; Όλους τους απαριθμώ
στο σκοτάδι πάνω στο κρεβάτι μου:
Τους άντρες και τις γυναίκες με τα φτωχά
αγροκτήματα, σαν βρώμικες ταμπέλες
γύρω απ’ τον λαιμό. Μα πρόσωπο κανένα
δε μου’ρχεται ποτέ μαζί με τ’ όνομα του,
κι οι ασαφείς ιδιοκτήτες του παραμένουν
στα χωράφια χωρίς χαρακτηριστικά
χωρίς να με κοιτάζουν ώστε ξέρω να τους βαφτίσω
απ’ τα χτήματα τους μόνο, γεννημένα
με μόχθο απ’ την πλαγιά.
Έχουν επιστρέψει, οι πιο πολλοί, στο χώμα
απ’ το οποίο βγήκαν. Ναι, είν’ αλήθεια
τα ονόματα τους ζουν, όχι απλώς στην επιφάνεια
ενός βράχου, μα σ’ ένα βιβλίο και στο μυαλό μου.
Κι όμως υπάρχουν στιγμές που φαίνεται
να είναι τα ονόματα ενός ανθρώπου,
σκυμμένου σαν δέντρο, που πασχίζει ν’ ανέβει
την απότομη πλαγιά προς μια κορφή
κρυμμένη πάντα στην ομίχλη
και μόνο στα όνειρα τη σκαρφαλώνει κανείς.
*
ΚΑΠΟΙΟΣ
Μέσα στον κόσμο αυτό βρίσκονται οι μεγάλοι ωκεανοί,
και πάνω στους ωκεανούς οι σκοτεινοί λεκέδες
των ηπείρων και των πράσινων νησιών
με χωριά και πόλεις, οι πέτρινοι τένοντες τους
τεντωμένοι κάτω απ’ το απαλό φτέρωμα
του καπνού και της σκόνης. Και σ’αυτές τις πόλεις
βρίσκονται δρόμοι γεμάτοι από ανθρώπους κάθε ράτσας,
να γελάνε, ν’ αναστενάζουν, να σφυρίζουν μελωδίες
καιρών και τόπων που δεν είναι οι τωρινοί.
Κι έναν τους είδα πριν λίγο,
που προσπαθούσε να κρατήσει στο φτωχικό του τζάκι
από κόκκαλα τη φωτιά ακόμα αναμμένη·
και προσπαθούσε να ψηλώσει ως το ανάστημα
που ‘φτανε η σκιά του πάνω στον σκληρό τοίχο.
Κι οι γροθιές του ήταν σφιγμένες, τα πόδια του πονεμένα:
βασανισμένο το μυαλό του και το μέτωπο χαραγμένο
από την έγνοια, κι ο φόβος έτρεχε στις φλέβες του.
Κι όμως είχε ψηλά το κεφάλι και ένα χαμόγελο
καθώς περνούσε.
*
Σ’ ΕΝΑ ΞΩΚΛΗΣΙ
Από κάποιον γονατιστό δεν ακούγεται λέξη,
μόνο το τραγούδι του ανέμου, να θλίβει τα χείλια
των αυστηρών αγίων, άκαμπτων μεσ’ στο γυαλί·
Ή ο ξερός ψίθυρος απ’ αόρατες φτερούγες,
νυχτερίδες κι όχι άγγελοι, ψηλά στη στέγη.
Μήπως τον απέτρεψε η σιωπή; Γονάτισε για πολύ
και είδε την αγάπη σ΄ένα σκοτεινό στεφάνι
ακάνθινο να φλέγεται, κι ένα δέντρο γυμνό
να χρυσίζει με καρπούς απ’ το σώμα ενός ανθρώπου.
*
ΣΥΓΓΝΩΜΗ
Αγαπητοί γονείς,
σας συγχωρώ για τη ζωή μου,
γεννηθείσα σε μια πόλη πληκτική,
η πρόθεση ήτανε καλή·
περνώντας τώρα απ’ το δρόμο,
βλέπω ακόμα τα ίχνη του ήλιου.
Δεν ήταν το κόκκαλο που λύγισε·
μου δώσατε αρκετή τροφή
ν’ αναπτυχθώ.
Ήταν το βάρος στο μυαλό,
που με κρατούσε σκυμμένο
καθώς ψήλωνα.
Δεν ήταν δικό σας σφάλμα.
Αυτό που θα ‘πρεπε να προχωρήσει,
βέλος στοχευμένο από δοκιμασμένο τόξο
σ’ έναν στόχο δοκιμασμένο, γύρισε πίσω
τραυματίζοντας τον εαυτό του,
μ’ ερωτήσεις που δεν κάνατε ποτέ.
*
ΧΟΡΟΣ
Είναι νέα. Έχω το δικαίωμα έστω
να την ονομάσω; Παιδί,
δεν είναι αγάπη που προσφέρω
στα γοργά σου μέλη, στα μάτια·
Μόνο ο άγονος φόρος τιμής
ενός γέρου που ο χρόνος
τον σταυρώνει. Πάρε μια στιγμή
το χέρι μου στον χορό,
αγνοώντας το κρυφό του σφίξιμο,
τη στεγνή ρουτίνα της ηλικίας,
κι οδήγησέ με κάτω απ’ τα κλαριά
της αθωότητας. Άσε με να μυρίσω ξανά
τη νεότητά μου στα μαλλιά σου.

*
ΕΡΕΙΠΙΑ
Ήταν κι αυτός ένας πολιτισμός
που δεν κατέληξε πουθενά – κλώτσησε με το πόδι
περιφρονητικά τη δουλόχρωμη σκόνη. Την εισπνεύσαμε
μ’ ευγνωμοσύνη: οξυγόνο για τον δικό μας πολιτισμό.
Κάποιος βρήκε ένα κυρτό κόκκαλο
στα ερείπια. Πιθανώς ενός βασιλιά,
είπε. Ανεπαρκείς αυλικοί το παρατηρούσαμε,
το παρατημένο μαντήλι του χρόνου.
*
ΟΥΑΛΙΚΟ ΤΟΠΙΟ
Να ζεις στην Ουαλία σημαίνει το σούρουπο
να έχεις επίγνωση του χυμένου αίματος
που συνέβαλε στη δημιουργία του άγριου ουρανού,
βάφοντας τ’ αμόλυντα ποτάμια
σ’ όλην τους τη ροή.
Σημαίνει να έχεις αντίληψη
πάνω απ’ τον θόρυβο του τρακτέρ
και το βουητό της μηχανής
της διαμάχης στ’ αραδιασμένα δάση,
παλλόμενα απ’ τα γοργά βέλη.
Δε γίνεται να ζεις στο παρόν,
τουλάχιστον όχι στην Ουαλία.
Πάρε τη γλώσσα για παράδειγμα,
τ’ απαλά σύμφωνα,
τόσο παράξενα στ’ αυτί.
Τη νύχτα κραυγές στο σκοτάδι,
καθώς οι κουκουβάγιες απαντούν στο φεγγάρι
και πυκνή ενέδρα από σκιές,
λουφαγμένες στις γωνιές των αγρών.
Δεν υπάρχει παρόν στην Ουαλία,
ούτε και μέλλον·
υπάρχει μόνο το παρελθόν,
εύθραυστο με λείψανα,
ανεμοφαγωμένους πύργους και κάστρα,
με ψεύτικα φαντάσματα·
Λατομεία κι ορυχεία που μουχλιάζουν
κι ένας ανίσχυρος λαός,
άρρωστος απ’ την αιμομιξία,
παιδεύοντας το κουφάρι
από ένα τραγούδι παλιό.
*
ΔΕΞΑΜΕΝΕΣ
Υπάρχουν μέρη στην Ουαλία που δεν πηγαίνω:
Δεξαμενές που είναι το υποσυνείδητο
ενός λαού, σημαδεμένες βαθιά
με ταφόπλακες, παρεκκλήσια, ακόμη και χωριά·
Η γαλήνη της έκφρασής τους
με αναστατώνει, είναι μια πόζα
για τους ξένους, η ατραξιόν μιας ακουαρέλας
για την μάζα, αντί για του ποιήματος τις πιο σκληρές συνθήκες.
Υπάρχουν και οι λόφοι· κήποι χαμένοι κάτω από την επέλαση
των δασών· και τα θρυμματισμένα πρόσωπα
των αγροκτημάτων με τις πέτρινες σταγόνες
των δακρύων τους να κατηφορίζουν των λόφων τις πλαγιές.
Πού μπορώ να πάω, λοιπόν, με τη μυρωδιά
της σήψης, από την αποσύνθεση ενός νεκρού
έθνους; Περπάτησα στην ακτή
για μια ώρα και είδα τους Άγγλους
να ψάχνουν ανάμεσα στα απομεινάρια
του πολιτισμού μας, καλύπτοντας την άμμο
σαν την παλίρροια και, με την τραχύτητα
της παλίρροιας, να σπρώχνουν τη γλώσσα μας
στον τάφο που σκάψαμε γι’ αυτήν.
************************************************
Ο R. S. Thomas θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ποιητές της σύγχρονης Ουαλίας και γράφει για τους συμπατριώτες του με ένα ύφος που ορισμένοι κριτικοί συνέκριναν με το σκληρό και τραχύ έδαφος του τόπου του. Ο ποιητικός κόσμος που αναδύεται από τους στίχους του, είναι ένας κόσμος μοναχικών αγροκτημάτων και αγροτών, που υπομένουν τη σκληρότητα της ορεινής ζωής. Το όραμα του είναι ρεαλιστικό και ανελέητο. Παρά τη συχνά ζοφερή φύση των θεμάτων του, τις αμφιβολίες και την ειρωνεία, τα ποιήματα του είναι γεμάτα συμπόνια και αγάπη.
Γιος ναυτικού, ο Τόμας πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας σε διάφορα λιμάνια της Βρετανίας. Μετά το σχολείο η μητέρα του του πρότεινε να γίνει ιερέας. Όπως αφηγείται ο ίδιος: «Ντροπαλός όπως ήμουν, δεν πρόβαλα καμία αντίσταση». Το 1937 έγινε Αγγλικανός ιερέας. Μεταξύ 1936 και 1978, διορίστηκε σε διάφορες αγροτικές κοινότητες της Ουαλίας, που του έδωσαν μια άμεση γνώση της αγροτικής ζωής και του παρείχαν μια σειρά από χαρακτήρες και θέματα για την ποίησή του.









