Αναγνώσεις

Βασίλης Ζιντζόβας, Η «πλάκα»

Έχανε συνεχώς τα βαρέλια του. Του τα κλέβανε κάθε τόσο, κάτω, απ’ την
είσοδο της οικοδομής. Το πιθανότερο ήταν ότι τα παίρνανε υπεργολάβοι από άλλα
γιαπιά. Ο Τάσος ο Τσαγκλίδης, ή Αναστάσης, όπως τον έλεγαν οι φίλοι του, ήταν
εργολάβος οικοδομών και πόντιος. Όπως κι οι περισσότεροι υπεργολάβοι, που
απασχολούσε στις δουλειές του. Σ’ εκείνη όμως την οικοδομή ήτανε στους σοβάδες
και απ’ το συνεργείο οι περισσότεροι ήμασταν Θεσσαλοί. Έχανε λοιπόν, κάθε τόσο,
τα βαρέλια του, κι όλο φώναζε και απειλούσε για το τί θα συνέβαινε τη μέρα που θα
“τσάκωνε” τον κλέφτη. Ας έφτανε μόνον εκείνη η μέρα!

Όμως η εξυπνάδα του κι η καπατσοσύνη για τη δουλειά, συμβαδίζανε με μια
φυσική καλοσύνη και αγαθότητα, έτσι που οι φωνές κι οι απειλές του είχανε σχετική
αξία. Ήταν ικανός να πιστέψει οτιδήποτε του έλεγες. Όταν καμιά φορά, σπάνια, του
προτείνανε να συμμετάσχει σε κάποια πλάκα, στο πρόσωπό του διάβαζες, σαν σε
ανοιχτό βιβλίο, ανάμικτα συγκρουόμενα συναισθήματα. Ένα τεράστιο χαμόγελο που
φώτιζε τα μάτια του και άγγιζε τα όρια παιδικής αγαλλίασης, αλλά και αμφιβολία και
αναστολή, που προέρχονταν από μια έμφυτη αλληλεγγύη για τον υποψήφιο παθόντα.

Στη Θεσσαλονίκη, την άνοιξη του ’78, στο τέρμα της Τούμπας, υπήρχε μια
ολόκληρη περιοχή, πάνω από δέκα οικοδομικά τετράγωνα, γεμάτη από ανεγειρόμενες
πολυκατοικίες. Όπου κι αν έπεφτε το μάτι σου, έβλεπες γιαπί. Κάθε φορά που ακούω
το τραγούδι “άρχιζε να γλυκοχαράζει στα μουσκεμένα σου γιαπιά”, θυμάμαι αυτό το
μέρος, εκείνη την εποχή. Οι δρόμοι, χωματόδρομοι ακόμα οι περισσότεροι, με ρυάκια
νερού στη μέση. Που και που κανένα χαμόσπιτο κοντά στο ρέμα, και κάνα
ψιλικατζίδικο ή μπακάλικο σε κάποια τελειωμένη πολυκατοικία.

Τα δυο μαστόρια, συνέταιροι υπεργολάβοι και αμφότεροι βαρέων βαρών. Ο
ένας “κομψός”, με ισομοιρασμένο πάχος, κι ο άλλος “μπροστόβαρος”, είχε την
περισσότερη μάζα στην κοιλιά. Ο Πετράν που έκλεινε τις συμφωνίες, κι ο Χριστάνας
με το άγχος να βγαίνει η δουλειά, για να μείνει κάτι στο τέλος. Το συνεργείο
συμπληρώναμε δυο εργάτες, ένας βοηθός, κι ο γέρο-Θανάσης, ο λασπάς, μ’ ένα
μπουκάλι κονιάκ πάντα στο σακάκι, τους χειμώνες. Να ’σουνα σοβατζής, ήταν η
χειρότερη δουλειά στην οικοδομή. Μια ζωή εκτεθειμένοι στα ρεύματα και την
υγρασία. Σακάτηδες έφταναν οι περισσότεροι στη σύνταξη. Αλλ’ όπως έλεγε κι ο
Αναστάσης, “οικοδομή, ίσον σοβάδες”. Παίρνανε γιαπί, και παραδίνανε σπίτι. Τις
ατέλειες των υπολοίπων τις διορθώνει ο σοβατζής. Να “φέρει” τους τοίχους, να
ομορφύνει δοκάρια και κολώνες. Κι ο Χριστάνας σ’ αυτό, ήταν καλλιτέχνης. Ο
Αναστάσης τόξερε, γι αυτό και το πρώτο συνεργείο πού έκλεινε σε κάθε νέα δουλειά,
μήνες πριν, ήταν “οι χοντροί”. Έτσι τους ήξεραν στην πιάτσα.

Διαβάστε περισσότερα