Αναγνώσεις

Αντώνης Αντωνάκος, «Καύσωνες χωρίς air condition»

[Γιώργος Ρόρρης Καύσωνας/ 2009 λάδι σε μουσαμά 40 x 50 εκ.]

 

Ήταν νύχτα και ήταν μέρα. Ήμασταν οι τελευταίοι αλχημιστές. Δεν είχαμε ούτε τιμή ούτε λεφτά. Δίναμε τις μάχες διαβάζοντας φωναχτά το ποίημα και βάζαμε στη φαντασία φωτιά ξυπνώντας την ένταση και την παράνοια, τις ιδέες που ξέθαβε ο δούρειος ίππος της περιέργειας, αφήνοντας, όλες τις λεπτές αποφάσεις στην τύχη.

Οργισμένες γενιές σκόρπιες κι ασυνάρτητες μέσα στις μεταφυσικές βεντέτες του αμερικάνικου ονείρου, που έβαζε το φασισμό κρυφά απ’ το φωταγωγό, γιατί απ’ την πόρτα ίσα-ίσα που χωρούσε το χοντρό παιδί της Αμερικής, μπουκωμένο χάμπουργκερ και βιντεογκέιμ.

Οι μπαμπάδες του πωλητές αυτοκινήτων, τάπερ, βαρβιτουρικών, πρώην χίπηδες, μάγοι, εξορκιστές, πρώην κουλτουριάρηδες, πρώην επαναστάτες εκφυλισμένοι τώρα, καρκινώματα πρώτου μεγέθους, απορροφημένοι απ’ το κατεστημένο όπως η μελάνι απ’ το στυπόχαρτο.

Ανελέητη φαλλοκρατία με σημαία το δολάριο, ταξικές μηχανές ευνουχισμού του ορίζοντα, με την ελπίδα σαν παράξενο έκκριμα που αφήνουν οι μεταμφιεσμένοι χοίροι λίγο πριν ευνουχιστούν απ’ τη διοίκηση επιχειρήσεων και τη χαρούμενη επιστήμη του πλαστικού.

Κι άλλοι, αθώοι μέσα στη μπετονιέρα, αλεσμένοι με δολοφονίες προέδρων, Βιετνάμ, αντικομουνισμό και ψυχεδελικά ταξίδια.

Κι ένας σατανικός ρομαντισμός μαζί, ρετάλι της αγοράς που έκοβε το μουνί με το ψαλίδι για να το κολλήσει χαλκομανία στα καθρεφτάκια των ιθαγενών που πίστευαν στην πολλή δουλειά και την αδίστακτη προκοπή.

Το είδωλο του ιππότη των περασμένων εποχών που μαγάρισε ο Θερβάντες στέλνοντας τον Δον Κιχώτη να πολεμήσει την απελπισία τώρα γινόταν το προσωπείο του πολεμάρχη, του πολιτικού, του δήμιου, του παπά και του δικαστή.

Καρικατούρες της θεσμισμένης αλλοτρίωσης, θαμπωμένες απ’ το χνώτο της καστοριαδικής αυταπάτης και της ελευθεριακής φλυαρίας που το μόνο που τραγουδούσε ήταν ο αφοπλισμός και η ήττα του προλεταριάτου.

Διαβάστε περισσότερα