Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

“Η Τέχνη, ο Καλλιτέχνης και η εργαλειοποίηση της διαφορετικότητας” (Γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

Ο μεγαλύτερος εχθρός ενός δημιουργήματος στα μέσα δικτύωσης τείνει να γίνει ο ίδιος ο δημιουργός του. Ούτε οι αναγνωστικές ή «συναδελφικές» φιλοφρονήσεις ούτε οι ανταλλακτικές κριτικές ούτε η βιομηχανοποίηση των βραβείων, των φεστιβάλ κ.ο.κ. Ο ίδιος ο δημιουργός είναι το μεγάλο εμπόδιο του έργου του, αυτός που εμφανίζεται συνεχώς μπροστά του και δεν το αφήνει να ανασάνει. Να πάρει τον δρόμο του δίχως ολοένα να πέφτει πάνω σε αυτόν. Στις φωτογραφίες του, στις αναμνήσεις του, στους «δαίμονές» του, στις ευτυχισμένες του μέρες, στο καθημερινό του «ηλεκτρονικό» ημερολόγιο.

 

Κάποτε μια φίλη, σε μια συζήτηση, μου είπε ότι ασφαλώς και γνωρίζει τον τάδε δημοφιλή συγγραφέα γιατί τον ακολουθεί στην εξόχως ενεργητική και αυτοβιογραφική του διαδικτυακή σελίδα. Μου το έλεγε με ενθουσιασμό. Της άρεσε πολύ η κοσμοθεωρία του, ο τρόπος με τον οποίο της προσφέρει «αναγνωστικά κλειδιά», όχι ενδοκειμενικά αλλά μέσα από την καθημερινή δημοσιοποίηση φωτογραφιών του και την κοινωνική του σχολιογραφία. «Έχεις διαβάσει κάποιο βιβλίο του;» την ρώτησα. Το σκέφτηκε για λίγο και μου απάντησε «Νομίζω πως όχι». Ο τρόπος που το πρόφερε ήταν σαν να έλεγε «όχι, δεν χρειάστηκε». Σαν να αισθανόταν ότι αυτά δεν είχαν κάτι περισσότερο να της προσφέρουν σε σύγκριση με την καθημερινή «επικοινωνία» που είχε με τον ίδιο τον δημιουργό.

 

Μου φάνηκε πολύ «θλιβερό» ως συνθήκη για έναν συγγραφέα. Έναν δηλαδή μυθοποιό.

 

Δεν θα μπω στη διαδικασία να σκεφτώ το πώς θα φερόταν ο Προυστ ή ο Μπαλζάκ, ας πούμε, αν είχαν προφίλ σε κάποιο μέσο. Αν θα έκαναν το ίδιο ή θα συνέχιζαν να υπερασπίζονται το «προσωπείο» και όχι το πρόσωπό τους. Αυτές είναι αφελείς υποθέσεις. Ούτε μπορούμε να ξαναγυρίσουμε εύκολα (συγγραφείς και αναγνώστες ιδίως νεότερων γενεών) στη ρήση του Ουάιλντ ότι «Σκοπός της τέχνης είναι να αποκαλύψει την τέχνη και να αποκρύψει τον καλλιτέχνη», στην «επιθυμία» του Julio Ramón Ribeyro: «–Δε σε ενοχλεί να γράφεις εδώ και τριάντα χρόνια και να έχεις καταφέρει να αποκτήσεις τόσο μικρή διασημότητα; –ρωτάνε το Λουδέρ. –Εννοείται. Θα ήθελα να γράφω τριάντα χρόνια ακόμα για να φτάσω να γίνω τελείως άγνωστος» ή σε επιλογές όπως του Πεσσόα ή του Σάλιντζερ.

 

Αυτό όμως που σκέφτομαι είναι μια ασυνείδητη (ή το χειρότερο συνειδητή) εργαλειοποίηση μιας οποιαδήποτε διαφορετικότητας (δυσερμήνευτος όρος) ως το «όχημα» με το οποίο πορεύεται ένας δημιουργός. Όχι δηλαδή ως αφετηρία ή ως τερματισμός για τη δημιουργία ενός έργου, αλλά ως μέσο προώθησής του στο κοινό. Ως το σήμα κατατεθέν του το οποίο μπορεί ενίοτε και να ενισχύσει την εμπορική απήχηση των έργων του ιδίως αν μπει στο παιχνίδι και ο όρος «κοινωνικός αποκλεισμός» και η κοινωνική ευαισθησία. Και τα δύο σε συνθήκες πραγματικότητας απολύτως αναγκαία. Σε συνθήκες όμως μυθοπλασίας, όχι.

 

Όπως και όλες αυτές οι κατηγοριοποιήσεις των έργων, η εξειδίκευση του περιεχομένου και η ένταξή τους σε μια καταλογογράφηση με συγκεκριμένες συντεταγμένες παράλληλα με την ένταξη του δημιουργού σε υποομάδες περισσότερο εξαιτίας μιας κοινωνικής του ανάγκης και λιγότερο μιας συγγραφικής και ιδεολογικής συνταύτισης.

 

Ασφαλώς και όλα τα παραπάνω δεν δηλώνουν ή υποδηλώνουν κανένα δυστοπικό σενάριο για το μέλλον της λογοτεχνίας. Αυτή πάντα βρίσκει τον τρόπο να ξεγλιστρά από όλους και από όλα. Να ακολουθεί τον δρόμο της. Σύντομο ή μακρύ; Ποιος ξέρει…

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Όπου υπάρχει τέχνη, ταλέντο, εκεί δεν υπάρχουν γεράµατα μήτε μοναξιά (;)» (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

Στο θεατρικό «Κύκνειο Άσμα» του Τσέχωφ, ο ηλικιωμένος ηθοποιός, ο Σβετλοβίντωφ, ξυπνά στο καμαρίνι του μετά από μια θριαμβευτική του παράσταση. Δεκαέξι φορές τον ζήτησαν πίσω στη σκηνή για να τον χειροκροτήσουν. Με τρία στεφάνια τον στόλισαν. Η απόλυτη αποθέωση. Κανείς όμως δεν ήταν πια εκεί. Όλοι τους είχαν φύγει. Όπως ο ίδιος μονολογεί, δεν βρέθηκε κανένας να τον ξυπνήσει μετά το μεθυστικό γλέντι που ακολούθησε της παράστασης και να τον μεταφέρει στο σπίτι του.
Στο άδειο θέατρο βρίσκεται μόνο ο ηλικιωμένος υποβολέας του, ο Νικήτα Ιβάνιτς. Και μπροστά του δίνει την ωραιότερη παράσταση της ζωής του. Ξαναζωντανεύοντας σπουδαίους ρόλους. Αλλά κυρίως ερμηνεύοντας για πρώτη φορά τον ρόλο της ζωής του. Την εξομολόγηση της ύπαρξής του. Το τίμημά του να επιλέξει αποκλειστικά το θέατρο και να του αφιερωθεί ολοκληρωτικά επιστρέφοντας κάθε βράδυ σπίτι μόνος. Ολομόναχος. Ο γερό-υποβολέας τού θυμίζει οτι ο κόσμος τον αγαπάει: «Α, το κοινό! Το κοινό έφυγε. Πήγε να κοιμηθεί και ούτε θυμάται πια τον θεατρίνο του», τού απαντά.
Και συνεχίζει ενθυμούμενος τα παλιά:

«Τι ταλέντο, τι δύναμη είχα μέσα μου! Δεν μπορείς να φανταστείς!Τι άρθρωση, τι αίσθημα, τι χάρη! Πόσες χορδές χτυπούσαν εδώ μέσα! (χτυπάει το στήθος του). Είναι να σου ‘ρχεται τρέλα!»

Και πιο μετά:

«Πάµε ν’ αλλάξουµε! Δεν υπάρχουν εδώ γεράµατα! Όλ’ αυτά είναι λόγια! Είναι κουταµάρες! (Γελάει χαρούµενα.) Κι εσύ γιατί κλαις! Γιατί καλέ µου κουτεντέ άνοιξες τις βρύσες των µατιών σου; Α! Αυτό δεν είναι σωστό! Δεν είναι καθόλου σωστο…. Έλα, έλα, γέρο! Πάψε να µε καµαρώνεις… Τι µε κοιτάζεις έτσι; Έλα, έλα, έλα! (Τον αγκαλιάζει µε δάκρυα στα µάτια) Δεν πρέπει να κλαις! Όπου υπάρχει τέχνη, ταλέντο, εκεί δεν υπάρχουν γεράµατα, µήτε µοναξιά, µήτε αρρώστια κι ο θάνατος ο ίδιος δεν τολµάει να…(«κλαίει) Όχι, Νικήτουσκα. το τραγούδι µας τέλειωσε πια. Τι είµαι τάχα; Ένα λεµόνι… ένα απολειφάδι! Ένα καρφί σκουριασµένο! Κι εσύ ένας γεροπόντικας του θεάτρου, ένας υποβολέας! Έλα, πάμε». […]

Θεωρεί πια τον εαυτό του τελειωμένο και ερμηνεύει ένα απόσπασμα από τον «Οθέλλο». Συγκλονιστικά. Κλείνοντας την αυλαία.
Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Η ζωή τον Αύγουστο» (γράφει ο Νίκος Βουτυρόπουλος)

 

 

Τίποτα καινούριο… Δεκαετίες τώρα, η ακτογραμμή του ελλαδικού χώρου μιμείται το πρότυπο του «ιερού νησιού της διασκέδασης», της Μυκόνου. Παντού ομπρέλες, ξαπλώστρες, κρεβατοκάμαρες, καφέ-μπαρ και θαλάσσια δρώμενα. Οι παραλίες συνεχίζουν να εξοπλίζονται με βάση την κυκλαδίτικη μόδα, ανάμεσα σε πολλά άλλα ξεφυτρώνουν σε λόφους αταίριαστα λευκά σπιτάκια με μπλε παράθυρα, ανεμόμυλοι- καταλύματα, όμως πελεκάνους-μοντέλα δε βρίσκεις εύκολα. Πάντως, η έντονη λειψυδρία, κυρίως λόγω της κλιμακούμενης αποψίλωσης, προσδίδουν πλέον σε πολλά μέρη γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά βόρειων Κυκλάδων, όπου ειδικά τον Αύγουστο γεμίζουν από κάθε λογής πληθυσμιακές ομάδες, με τον χορό να σέρνουν οι κάτοικοι της πρωτεύουσας, τζιπ και κατασκηνωτικός εξοπλισμός ολόκληρης διμοιρίας.

Συχνό αξεσουάρ των διακοπών αποτελούν οι σκύλοι· φαίνεται να παίζουν έναν ιδιαίτερο ρόλο ως ρυθμιστές της κοινωνικής συνοχής, αφού βοηθούν τ’ αφεντικά τους να γνωριστούν μεταξύ τους, ν’ ανταλλάξουν απόψεις και τηλέφωνα. Είναι κοινή αλήθεια ότι τόσο στην επαρχία όσο και στις πόλεις βλέπεις, κάθε εποχή, σκύλους να
τριγυρνούν αδέσποτοι, να σχηματίζουν αγέλες και να τρώνε απ’ τα σκουπίδια -όμοια με ανθρώπους- έχοντας μάλλον ξεχάσει, κάποιοι απ’ αυτούς, πως κάποτε ζούσαν σε διαμερίσματα κι έκαναν διακοπές σε παραλίες με ξαπλώστρες, ίσως ακόμα να πήγαιναν και σε πανηγύρια.

Θαυμαστή ανοχή οφείλουν να επιδείξουν οι οδηγοί και επιβάτες του Αυγούστου. Οι ώρες αιχμής είναι, λίγο πολύ, απρόβλεπτες, τα μποτιλιαρίσματα αναπάντεχα, οι επικίνδυνες προσπεράσεις αποτελούν τον κανόνα. Και κάπως έτσι περνά ο Αύγουστος των διακοπών, βιαστικά, χωρίς ιδιαίτερες προσμονές· οι περισσότεροι δεν αποζητούν
κάποια ξεχωριστή μορφή περιπέτειας, αν υπάρχει πλέον κάτι τέτοιο, αλλά μια σύντομη διαφυγή απ’ τους καύσωνες στα γκρίζα τοπία των πόλεων, κουβαλώντας μαζί με τις αποσκευές τους όλες τις αστικές συνήθειες, δεν αποκλείεται τελικά να πρόκειται για αστικές νευρώσεις.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Για τον Χρήστο Μαρκίδη» (γράφει η Γεωργία Χάρδα)

 

 

 

 

Υπάρχει Θάνατος
Καθώς έλεγες;
Πέθαινες
Ζωή

Έκλαψα τότε με τις λέξεις

Από το ποίημά του Υλοτόμος.

Και πάλι στέκομαι στον καταληκτικό στίχο. Μου το είχε επισημάνει πολλές φορές κι ο ίδιος: στα ποιήματά του κολλούσα συχνά στους τελευταίους στίχους. Ίσως γιατί εκεί ένιωθα πως συμπυκνωνόταν κάτι από όσα είχαν προηγηθεί, κάτι που με έκανε να επιστρέφω και να ξαναδιαβάζω όλο το ποίημα.

Δεν περίμενα πως η είδηση του θανάτου του Χρήστου Μαρκίδη θα με άγγιζε τόσο βαθιά. Κι όμως, η απουσία του με βρήκε απροετοίμαστη· έκλαψα. Ίσως γιατί, μέσα από τις τρεις συνεντεύξεις που είχα τη χαρά να κάνω μαζί του, είχα γνωρίσει κάτι περισσότερο από έναν δημιουργό. Είχα γνωρίσει έναν άνθρωπο που μου εμπιστεύτηκε τις λέξεις του και θέλησε να υπάρχει πραγματική επικοινωνία.

Ο Χρήστος Μαρκίδης ήταν ζωγράφος, ποιητής και δοκιμιογράφος. Ένας δημιουργός που κινήθηκε ανάμεσα στην εικόνα, τη σκέψη και τον λόγο, αναζητώντας πάντα κάτι βαθύτερο από την επιφάνεια.

Θυμάμαι την πρώτη μας συνέντευξη στο Ποιείν. Είχα στείλει τις ερωτήσεις μου στον εκδοτικό του οίκο. Συνήθως στέλνω δεκατρείς ερωτήσεις — είναι ο αγαπημένος μου αριθμός. Λίγο αργότερα, εκείνος ανέβασε στο Facebook ένα κολακευτικό σχόλιο για τις δεκατρείς ερωτήσεις που μόλις είχε λάβει. Κατάλαβα ότι αναφερόταν σε μένα.

Τον είχα ρωτήσει πολλά, γιατί ήθελα να καταλάβω την ποίησή του. Και οι απαντήσεις του με ενθουσίασαν. Ήταν από εκείνες τις περιπτώσεις όπου μια συνέντευξη γίνεται πραγματικός διάλογος.

Με ενδιαφέρουν οι ανθρωποκεντρικές συνεντεύξεις. Δεν τα καταφέρνεις πάντα. Με τον Μαρκίδη, όμως, συνέβη. Μέσα από τις απαντήσεις του με πήγε πολύ πιο μακριά. Ο τρόπος του ήταν βαθύς, στοχαστικός, γενναιόδωρος. Κάτω από κάθε απάντησή του ένιωθες πως υπήρχε κι άλλη μια ερώτηση.

Αργότερα μιλήσαμε για τις επόμενες συλλογές του και με κάλεσε στο ατελιέ του, στα Εξάρχεια. Ήθελε να μου μιλήσει για τη δουλειά του και για το μεγάλο λεύκωμα που ετοίμαζε, στο οποίο συγκέντρωνε την εικαστική του διαδρομή από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και έπειτα, με 185 αντιπροσωπευτικά ζωγραφικά έργα και σχέδια.

Στο ατελιέ του είδα από κοντά τη ζωγραφική του. Την έχουν χαρακτηρίσει ανθρωποκεντρική και πράγματι ο άνθρωπος βρισκόταν στον πυρήνα της. Όχι μόνο ως πρόσωπο, αλλά ως μνήμη, ως μυστήριο, ως υπαρξιακό ερώτημα.

Είδα τα περίφημα πρόσωπά του, με εκείνα τα απόκοσμα, καθηλωτικά βλέμματα. Ήταν δύσκολο να μη σκεφτώ τα Φαγιούμ, που τόσο τον είχαν επηρεάσει. Πρόσωπα σχεδόν ανέκφραστα κι όμως ζωντανά με έναν παράξενο τρόπο, σαν να έρχονταν από έναν άλλο χρόνο για να σε κοιτάξουν.

 

 

 

Η ζωγραφική του, ωστόσο, δεν εντασσόταν εύκολα σε μια τάση ή σχολή. Κρατούσε κάτι από την αρχαϊκή ακινησία και το υπερκόσμιο βλέμμα των Φαγιούμ, χωρίς να χάνει ποτέ τη δική της, βαθιά προσωπική γλώσσα.

Μου είχε μιλήσει για τη σύγκρουση του φωτός με το σκοτάδι. Όχι για την εναλλαγή τους, αλλά για τη σύγκρουσή τους. Αυτή η πάλη, μου έλεγε, υπήρχε από την αρχή στη ζωγραφική του και αργότερα μεταφέρθηκε στο φορτίο των λέξεων, στις γλωσσικές εικόνες, στις σιωπές, στις εκρήξεις, στους υπερβατικούς στοχασμούς.

«Πρέπει να θυσιάσεις τον εαυτό σου εδώ», μου είχε πει. «Να αναμετρηθείς με τους γίγαντες, που τελικώς θα σε συντρίψουν». Και ύστερα: «Θα έχει μείνει όμως μια ζωγραφιά που ψηλάφησε τη μεταφυσική τους ουσία, μια στροφή, ένας στίχος».

Αυτή η φράση μου έχει μείνει.

Όπως μου έμεινε και μια προσωπογραφία του Καβάφη που μου χάρισε, ανάμεσα στα έργα του.

 

 

 

 

Δεν ήξερε τότε πως ο Καβάφης και ο Καρούζος ήταν και οι δύο τόσο σημαντικοί για μένα. Ο Καρούζος, μάλιστα, ήταν και δικός του αγαπημένος.  Και σήμερα, που έφυγε αποχαιρετώντας μας με ένα ποίημα του Καρούζου για την ύπαρξη, το σκέφτομαι και βουρκώνω. Κάποιες συμπτώσεις, βλέπεις, τις καταλαβαίνουμε μόνο εκ των υστέρων.

Ο Μαρκίδης νοιαζόταν. Τηλεφωνούσε. Ήθελε να υπάρχει επαφή. Δεν του αρκούσε η δημοσίευση μιας συνέντευξης. Ήθελε να συνεχίζεται η συνομιλία με τον άνθρωπο στον οποίο είχε εμπιστευτεί τις λέξεις του.

Στη συνέντευξή μας τον είχα ρωτήσει για το νόημα της ύπαρξης. Μου είχε μιλήσει για την «προσμονή», την «πληρωμή» και την «έξοδο». Για τα όρια του κόσμου και την τελική έξοδο. Για την ανάγκη του ανθρώπου «να σταματά και να βαθαίνει». Μιλούσε για μια εποχή όπου, όπως έλεγε, «η αναζήτηση του πνευματικού νοήματος έχει ολοκληρωτικά ατροφήσει».

Κι όταν τον ρώτησα αν η ποίηση είναι παρηγοριά, μου απάντησε: «Παρηγοριά και συνομιλία με τους νεκρούς».

Τότε ήταν μια φράση μέσα σε μια συνέντευξη.

Σήμερα την ακούω αλλιώς. Τώρα, μέσα στην απουσία του, οι λέξεις του μοιάζουν να επιστρέφουν από άλλο δρόμο. Να φωτίζουν από την ανάποδη όσα κάποτε συζητούσαμε.

Κι έτσι φτάνω πάλι στον Υλοτόμο. Είναι σαν να ακούω τη φωνή του μέσα από τους στίχους. Οι λέξεις για τον θάνατο και τη ζωή έχουν τώρα ένα βάρος που τότε δεν μπορούσα να γνωρίζω.

Στέκομαι και πάλι στον τελευταίο στίχο:

Έκλαψα τότε με τις λέξεις.

Τότε ήταν οι λέξεις του ποιήματος.

Σήμερα είναι και η απουσία του.

Αυτό είναι ίσως το παράδοξο των μεγάλων δημιουργών: φεύγουν, αλλά οι λέξεις, οι εικόνες και οι ιδέες τους μένουν. Μένουν τα έργα, μένουν τα βλέμματα των προσώπων του, μένει εκείνη η προσωπογραφία του Καβάφη που μου χάρισε χωρίς να ξέρει πόσο σημαντική θα γινόταν για μένα.

Και μένει η φωνή του.

Και ένα ατελείωτο «γιατί;»

 

 

 

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Καρδιές που γίνανε αναλαμπή κι αθάλη» (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

Η μυστηριώδης οσμή αερίου στην Αθήνα ίσως είναι μια έξοχη άσκηση της φαντασίας μας ή του ενστίκτου μας. Όχι όμως του συνωμοσιολόγου εαυτού μας. Ούτε του φοβισμένου. Του άλλου.
Εκείνου που μπορεί ακόμα να πιστεύει, έστω κι αν πρέπει να υποστεί αυτές τις θειούχες ενώσεις στα ρουθούνια του -όπως το ποίημα του Boris Vian-, οτι υπάρχει κάτι το ανεξήγητο στην ατμόσφαιρα της πόλης. Κάτι που έρχεται από τη θάλασσα ή το βουνό. Όχι όμως από παράνομη εκπομπή υγραερίου. Όχι πάλι από κάτι προβλέψιμο. Νισάφι πια.
Ή ακόμα καλύτερα.
Οτι έρχεται από σφραγισμένα μπαούλα που άνοιξαν ταυτόχρονα σε χιλιάδες σπίτια απελευθερώνοντας μυρωδιές αιώνων. Από «καρδιές που γίνανε αναλαμπή κι αθάλη», όπως τις τραγουδάνε οι Χαΐνηδες. Από ματαιωμένα όνειρα που δεν άντεξαν και ξεχύθηκαν ένα βράδυ απ’ τις καμινάδες μας. Από ιδρωμένα κορμιά εραστών που έχουν χρόνια να συναντηθούν.
Θα μπορούσαν να είναι πολλές οι αφετηρίες της.
Πράγματι, καμία Πυροσβεστική, Λιμενικό, συνεργεία του ΔΕΣΦΑ και τεχνικά κλιμάκια της Enaon EDA κ.ά. δεν μπορούν να την εντοπίσουν. Τα όργανα μέτρησής τους δεν είναι τόσο εξαιρετικά ευαίσθητα.
Κι όμως αυτή η οσμή δεν είναι ό,τι πιο τρομακτικό.
Αυτό που πραγματικά ταράζει είναι μήπως τελικά γίναμε ο ήρωας του Ζίσκιντ. Χωρίς προσωπική μυρωδιά.
Κι ακόμα χειρότερο.
Αν κλείσουμε τα μάτια-οθόνες, μπορούμε να ξεχωρίσουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε μοναχά από τη μυρωδιά τους;
Μπορούμε;
Διαβάστε περισσότερα