Harlem Shadows
I hear the halting footsteps of a lass
In Negro Harlem when the night lets fall
Its veil. I see the shapes of girls who pass
To bend and barter at desire’s call.
Ah, little dark girls who in slippered feet
Go prowling through the night from street to street!
Through the long night until the silver break
Of day the little gray feet know no rest;
Through the lone night until the last snow-flake
Has dropped from heaven upon the earth’s white breast,
The dusky, half-clad girls of tired feet
Are trudging, thinly shod, from street to street.
Ah, stern harsh world, that in the wretched way
Of poverty, dishonor and disgrace,
Has pushed the timid little feet of clay,
The sacred brown feet of my fallen race!
Ah, heart of me, the weary, weary feet
In Harlem wandering from street to street.
**
Σκιές του Χάρλεμ
Μιας κοπελιάς τα βήματα ακούω τα διστακτικά
στο μαύρο Χάρλεμ σαν η νύχτα ρίξει
το πέπλο της. Κορίτσια βλέπω σαν σκιές περαστικά
που σκύβουν, παζαρεύουνε σαν πόθος τους σφυρίξει.
Αχ κοριτσάκια μελαψά, φορώντας παντοφλάκι
γυρνάτε μες στη νύχτα από σοκάκι σε σοκάκι!
Μέσα στη μακριά νυχτιά, ως να ‘ρθει ασημένια αυγή
της μέρας, τα γκρίζα ποδαράκια τους δεν ξαποσταίνουν πάλι•
Μέσα στην έρημη νυχτιά ώσπου η στερνή νιφάδα βγει
απ’ τα ουράνια και στης Γης πέσει την άσπρη αγκάλη,
τα μελαψά, μισοντυμένα κοριτσάκια
σέρνουνε πόδια κουρασμένα στα σοκάκια.
Αχ, κόσμε ανελέητε, σκληρέ, στα άθλια δρομάκια
της φτώχειας, της ατίμωσης και της ντροπής,
έχεις ωθήσει τα δειλά, πήλινα ποδαράκια,
άγια ποδάρια, μελαψά της ρημαγμένης μου φυλής!
Άχου καρδιά μου, πόδια κουρασμένα, κουρασμένα,
στου Χάρλεμ τα σοκάκια περιπλανεμένα.
*************
If we must die
If we must die, let it not be like hogs
Hunted and penned in an inglorious spot,
While round us bark the mad and hungry dogs,
Making their mock at our accursèd lot.
If we must die, O let us nobly die,
So that our precious blood may not be shed
In vain; then even the monsters we defy
Shall be constrained to honor us though dead!
O kinsmen! we must meet the common foe!
Though far outnumbered let us show us brave,
And for their thousand blows deal one death-blow!
What though before us lies the open grave?
Like men we’ll face the murderous, cowardly pack,
Pressed to the wall, dying, but fighting back!
**
Αν πρέπει να πεθάνουμε
Αν πρέπει να πεθάνουμε, ας μην πεθάνουμε σαν κάθε χοίρο
σε κάποιον τόπο άδοξο κυνηγημένοι και κλεισμένοι,
ενώ λυσσάρικα σκυλιά και νυστικά γαβγίζουνε τριγύρω,
χλευάζοντας τη μοίρα μας που ‘ναι καταραμένη.
Αν πρέπει να πεθάνουμε, ας είναι με τιμή,
ματαίως για να μη χυθεί το ακριβό μας αίμα•
κι αυτά τα κτήνη που αψηφούμε με πυγμή
θα μας τιμήσουνε κι αφού η ζωή μας πάρει τέρμα!
Ω, αδερφοί! Τον ίδιο εχθρό πρέπει να πολεμήσουμε!
Αν και πολύ λιγότεροι, γενναίοι ας σταθούμε,
στα χίλια τους χτυπήματα ένα θανατηφόρο ας ρίξουμε!
Τι κι αν μπροστά μας ανοιχτό τον τάφο μας θα βρούμε;
Αντρίκια αυτή τη φονική, δειλή αγέλη θα χτυπάμε,
στον τοίχο στριμωχτοί, πεθαίνοντας, όμως θα πολεμάμε!
************
After the Winter
Some day, when trees have shed their leaves
And against the morning’s white
The shivering birds beneath the eaves
Have sheltered for the night,
We’ll turn our faces southward, love,
Toward the summer isle
Where bamboos spire the shafted grove
And wide-mouthed orchids smile.
And we will seek the quiet hill
Where towers the cotton tree,
And leaps the laughing crystal rill,
And works the droning bee.
And we will build a cottage there
Beside an open glade,
With black-ribbed blue-bells blowing near,
And ferns that never fade.
**
Μετά τον Χειμώνα
Μια μέρα, σαν τα φύλλα απ’ τα δέντρα θα ‘χουν φύγει
κι επάνω στο λευκό το πρωινό
κάτω απ’ τις στέγες τα πουλιά θα νιώθουν ρίγη
στο καταφύγιό τους το νυχτερινό,
τα πρόσωπά μας θα στραφούν στο νότο, αγαπημένη
στη θερινή τη νήσο θα γυρνάνε
όπου μπαμπού υψήνονται σε λόχμη πυκνωμένη
κι οι ορχιδέες ολάνθιστες γελάνε.
Κι εμείς θα αναζητήσουμε το ήσυχο λοφάκι
όπου το βαμβακόδεντρο θεριεύει
κι αναπηδά κελαριστό, κρυστάλλινο ρυάκι
κι η βουερή η μέλισσα.δουλεύει.
Κι εκεί θα χτίσουμε λοιπόν ένα σπιτάκι
με ξέφωτο ανοιχτό στο πλάι,
με καμπανούλες μαυρομπλέ ν’ ανθίζουνε κοντά
και φτέρες που ο καιρός δεν τις χαλάει.
Πηγή: https://www.poetryfoundation.org/poets/claude-mckay
********************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
O Claude McKay (Festus Claudius McKay, 1889-1948) ήταν Τζαμαϊκανοαμερικανός ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος, απ’ τους βασικότερους εκπροσώπους του αφροαμερικανικού μεσοπολεμικού πολιτιστικού κινήματος Harlem Renaissance. Στην ποίησή του χρησιμοποίησε συχνά παραδοσιακές φόρμες, όπως το σονέττο, μιλώντας για τις φυλετικές ανισότητες, την αφροαμερικανική ταυτότητα, τη μετανάστευση και τη ζωή των Τζμαϊκανών χωρικών. Στα σημαντικότερα έργα του συμπεριλαμβάνονται οι ποιητικές συλλογές Songs of Jamaica (1912), Harlem Shadows (1922), η νουβέλα Romance in Marseill (1933) και η κοινωνικοϊστορική μελέτη Harlem: Negro Metropolis (1940).









