«35 χρόνια από τον θάνατο του Γιάννη Ρίτσου» (γράφει ο Στάθης Λειβαδάς)
12Νοε
Εκείνες τις ημέρες του Νοεμβρίου 1990, λες και μέσα από την αφόρητη σκυθρωπή ατμόσφαιρα, το μολυβένιο ουρανό, ένα ελαφρά μελαγχολικό συναίσθημα έδινε το μήνυμα ότι η Ελλάδα θα έχανε ένα κορυφαίο τέκνο της. Τον Γιάννη Ρίτσο. Λίγες μέρες πριν είχε χάσει και τον Αλέξη Μινωτή. Έφυγε, σιωπηλά, όπως ταιριάζει σε όλους τους πραγματικά μεγάλους δημιουργούς, νιώθοντας την ολύμπια ηρεμία εκείνου που έχει φέρει σε πέρας ένα μεγάλο έργο στη ζωή του.
Ο Ρίτσος, ίσιος και ατάραχος, ζούσε μέσα του σιωπηλά και με αξιοπρέπεια το δράμα που συγκλόνιζε εκείνη την εποχή τον κόσμο, τις Θερμοπύλες που πίστεψε και υπηρέτησε ανυποχώρητα ως το τέλος. Ο Αλέξης Μινωτής υπήρξε ο ιδανικός ερμηνευτής της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, ο Γιάννης Ρίτσος πλέκει τα δύο μνημειώδη έργα του, Επιτάφιο και Ρωμιοσύνη, στον καμβά μιας σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας, αυτής της ανερχόμενης και τελικά δορύκτητης Αριστερός της περιόδου 1935-1950.
Το έργο του, βαθιά ελληνικό και από μια άποψη πανανθρώπινο, είναι μια πολύτιμη παρακαταθήκη και για τις μελλούμενες γενιές· το έπος αλλά και ο λυρισμός της ποίησης του είναι, θα έλεγε κανείς, η συνέχεια της ελληνικής ψυχής στους αιώνες, ο ομφάλιος λώρος με το Βυζάντιο αλλά και την κλασική αρχαιότητα. Θαρρεί κανείς πως στην ποίηση του Ρίτσου είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις τον οιστρήλατο αρχαίο ραψωδό, τον «πρωτομάστορα» του βυζαντινού έπους, τον πρωτολάτη του λαϊκού μοιρολογιού της νεότερης Ελλάδας. Όπως παρατηρεί ο μεγάλος της νεότερης ελληνικής μουσικής τέχνης Μίκης Θεοδωράκης «η ελληνολατρεία στο Ρίτσο δεν ήταν εγκεφαλική αλλά βιωματική. Με το ταλέντο και τη συνεχή άσκηση είχε πετύχει να ενώσει μέσα του τους μύθους και τα τραγικά πρόσωπα του χθες με του σήμερα».
Η ιδεολογική προσήλωση του Γιάννη Ρίτσου δεν τον εμποδίζει να μας αφήσει ένα ανεκτίμητο λογοτεχνικό έργο και να κατανικήσει την άποψη που πιστεύει ότι στρατευμένη τέχνη σημαίνει αναγκαστικά και ρηχότητα, ιδεολογικό φορμαλισμό. Πολύ περισσότερο που πέρα από τα γνωστά έργα του (Επιτάφιος, Ρωμιοσύνη, Η Κυρά των Αμπελιών, Γειτονιές του Κόσμου, Πέτρινος Χρόνος, Ημερολόγια της Εξορίας κ.ά.) τα οποία ιχνηλατούν την ιστορική πορεία της ελληνικής επαναστατικής αριστεράς καταγράφοντας μέσα από τις προσωπικές δοκιμασίες του ποιητή τον εξοστρακισμό ή μάλλον τον εξανδραποδισμό της επανάστασης των Ελλήνων προλετάριων, την συντριβή των οραμάτων και των ελπίδων που εξέθρεψε, η ποίησή του εξακτινώνεται ιδιαίτερα τη ὐστερη μεταπολεμική περίοδο σε έναν πρωτοπο-ριακό και – για έναν προσεκτικό και εμβριθή αναγνώστη – σχεδόν «αιρετικό» προβληματισμό. Έναν προβληματισμό πολυεπίπεδο που αγγίζει την τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας, τον κλειστό κύκλο της ύπαρξης παράλληλα και σε αντιδιαστολή με την κατάφαση στην ανθρώπινη οντότητα και δημιουργία, μέχρι τους βαθείς φιλοσοφικούς στοχασμούς – στην καλύτερη κλασική ελληνική παράδοση – γύρω από τη βιωματικότητα του χώρου (μια «διά της διαιρέσεως» σύλληψη του αδιαιρέτου), του χρόνου (στοχεύοντας σε «απόσπαση και καθήλωση μιας στιγμής»), της κίνησης (μια «διά της α- κινητοποιήοεως» σύλληψή της).
Διαβάστε περισσότερα



![Νίκος Μπουρσινός, «Και ο άνεμος του παίρνει το πρόσωπο», εκδ. Μετρονόμος, 2026 [προδημοσίευση]](https://www.poiein.gr/wp-content/uploads/2026/08/fc9737a0-ca45-42bd-b721-cd1aab2d5d66-75x75.jpg)
![«Συζητώντας με το ΑΙ: “Το να ξέρεις τον ορισμό της λέξης «πόνος» δεν σημαίνει ότι πονάς”» [γράφει ο Σπύρος Αραβανής]](https://www.poiein.gr/wp-content/uploads/2026/07/images-4-75x75.jpg)
![«Τρυφερό Κτήνος» [σκην.: Marie Kreutzer] (γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος)](https://www.poiein.gr/wp-content/uploads/2026/09/gentlemonster-billboard-970x250.w_1_107782719-75x75.jpg)




















