Σ’ αγαπώ μέχρι θανάτου: Για το “Κηδεύω” του Δημήτρη Δημητριάδη
Κηδεύω σημαίνει ερωτεύομαι ξανά μέσα από τον αποχαιρετισμό του πρόσωπου που θάβω. Κηδεύω σημαίνει να ερωτεύομαι ξανά το βλέμμα του Άλλου στη γαλήνια μορφή του θανάτου του, τη στιγμή του θανάτου, όταν ο Άλλος δεν είναι πια ο Άλλος-μου, αλλά αυτός που κάποτε-με-συντρόφευε-αλλά-δεν-με-συντροφεύει-πια. Κηδεύω επομένως σημαίνει να ερωτεύομαι την απουσία σου, καθώς μαζί σου φεύγει κι ένα κομμάτι του εαυτού μου.
Ας μιλήσουμε κάπως ανορθόδοξα για την τριλογία ξεκινώντας από το τέλος, το τρίτο βιβλίο, τον Χερετισμό. Το χερί που δίνω και με καίει καθώς το δίνω σε κείνον που δεν το ‘χει πια μα το κουβαλά στην καρδιά του και τον πάει όπου τον πάει η καρδιά του, διότι είναι και δική μου καρδιά που κουβαλά την καρδιά του μέσω του χεριού μου, μου δίνει τη φλόγα, τη φωτιά, τη θέρμη του ενώ βρίσκομαι εναγωνίως στην αντίπερα όχθη τη ζωής, χωρίς να σκέφτομαι, χωρίς να ζητώ τίποτα παρά μόνο το χέρι μου στο χέρι του μέσα στα σκληρά πέρλινα δόντια της νύχτας, αυτής της Νύχτας που είναι βαθύτερη από κάθε νύχτα που σημάδεψε αυτή τη γη που λέμε Γη, καθώς περπατάμε από την ύψιστη φωτιά του Θαβώρ και του Γεδέων μέσα σ’ όλες τις γενιές που έρχονται και φεύγουν όπως ήρθε κι όπως έφυγε, γιατί «σε βαθμό ανθρωπότητας το χέρι δεν έχει ακόμη υψωθεί κείται πάνω στο στήθος το φως υποκύανο τα δάχτυλα τα νύχια δάχτυλα επιμήκη νύχια επιμήκη η γλυπτική διάταξη αρτιμελούς αγάλματος σε κατάκλιση μέσα στο υποκύανο φως λοξό ψυχρό λες και προβαίνει από ανοιγμένο καταψύκτη ή λες κι αναπετάχτηκε από γυάλινο παράθυρο σ’ αιφνίδιο πάγο που αχνίζει με πυκνούς κρυστάλλινους οξείς υδρατμούς το κρεβάτι και η ώρα περί το μεσονύκτιο ο ύπνος επί θύραις και η στιγμή απείρως επαναλαμβανόμενη αλλά επιρρεπής διόλου στην χειραγωγία των άπειρων επαναλήψεων απεναντίας αυστηρή ρυμοτομία τού ανεπίτρεπτα απείρακτου καθεστώτος» (Χερετισμός, 9-22).
Χερετίζω σημαίνει σου δίνω την ψυχή μου στο χέρι σου με το χέρι μου.
Ο Χερετισμός όμως συνοδεύεται από το βλέμμα, τη βλεμμάτωση, το ανάβλεμμα, την αμοιβαία απόκριση των ματιών, τη συνάντησή τους στον κοινό τρίτο που ονομάζουμε, «εμείς». Αυτό θίγει στο δεύτερο βιβλίο ο Δημήτρης Δημητριάδης, στο Ανάβλεμμα. Το βλέμμα του Άλλου, η βλεμμάτωσή του πάνω μου και η δική μου πάνω του, καθώς με μολύνει και τον μολύνω με την ματιά μου, η συνάντηση του ζωντανού με του νεκρού, παρόλο που οι ταυτότητες μετατίθενται διαρκώς όπως το βλέμμα και όλα γίνονται υβριδικά, ζωντανό πτώμα, νεκρός ζωντανός ή μάλλον νεκροζώντανος– το στοιχείο που ενυπάρχει στην ερωτική, μυστική αποκάλυψη του Άλλου πάνω στην ονειρώδη σκηνή του θέατρου, όπως το θέτει και ο Howard Barker στο δοκίμιο του, Το Πτώμα και η Σεξουαλικότητά του, ή ακόμα καλύτερα όπως το θέτει ο Δημητριάδης μέσα στο έργο του: «καθώς ανασήκωσαν το σώμα καθώς το έπιασαν απ’ τις μασχάλες με μία κίνηση προσεκτική αλλά αυτοστιγμεί απότομη τα χέρια ώστε να επιτρέψουν η νέα στάση να γίνει προσφορότερη στην επικείμενη επέμβαση αστήρικτο απροστάτευτο έγειρε αφημένο το κεφάλι στο κενό απότομα και προς τα πίσω σχεδόν έπεσε σχεδόν πήγε να σπάσει ο χαλαρός λαιμός τεντώθηκε ώς έλασμα με δύναμη που λες και δεν ήταν η δική του κανένας όμως ήχος το πρόσωπο ήδη βουβό κλειστό μονάχα η ανάσα αμυδρά τραβήχτηκε ώς αναρρόφηση ώς εισπνοή ισχνή αλλά επείγουσα γέρνοντας προς τα πίσω το κεφάλι ήταν λες σαν να μίλησε με το που έγειρε λες κι είπε κάτι και όχι με το στόμα λες σαν να μίλησε λες και το σώμα ολόκληρο κατάλαβε πως κάποιος το έβγαλε απ’ την πρώην στάση το έφερε σε στάση τώρα άβολη ανοίκεια κρατώντας το ψηλά πάνω απ’ το μαξιλάρι όπου ώς τώρα ήταν βουλιαγμένο το κεφάλι κρατώντας το έτσι το σώμα τα χέρια ακριβώς όπως δεν θα μπορούσε πλέον μόνο του γέρνοντας προς τα πίσω το κεφάλι ολόκληρο λες κι είχε γίνει ασύνδετο με το απ’ τον λαιμό και κάτω σώμα βρέθηκε μονομιάς έξω από εκείνο που τού ταίριαζε και το ανάπαυε ώς τώρα». (Ανάβλεμμα, 9-12).
Όμως ο ερωτισμός του νεκρού Άλλου ή ο νεκρώσιμος έρωτας του Άλλου εκπληρώνεται στην εκπνοή, στο άφημα της ανάσας κατά τη στιγμή του αποχωρισμού που ομοιάζει με κείνη του οργασμού, της ερωτικής ολοκλήρωσης δύο σωμάτων στην ύψιστη έξαρσή τους, καθώς αφήνονται στα χέρια και στο βλέμμα του Άλλου. Όλα ξεκινούν από το τέλος τους, όπως λέει στο πρώτο βιβλίο του, την Έκπνοη:
«το στόμα είναι ακόμη ανοιχτό αλλά θα σφραγιστεί σε λίγο. στο λίγο αυτό θα είναι ακόμη ανοιχτό. μόλις. λεπτή γραμμή ανάμεσα στα χείλη. πολύ λεπτή. στα χείλη που έχουν στενέψει, γίνει πολύ στενά, δύο γραμμές, μία πάνω, μία κάτω, ανάμεσα το άνοιγμα, πολύ λεπτή γραμμή. αυτό είναι. εκεί θα γίνει. αυτό που θα γίνει, αυτό είναι, εκεί θα γίνει. ούτε στο πάνω ούτε στο κάτω αλλά εκεί, ανάμεσα, στην μέση, στην λεπτή γραμμή, αρκετή ώστε να βρει τον χώρο να γίνει αυτό που θα γίνει. σε λίγο. όπου νάναι. σε μία στιγμή. αυτή θα είναι η διάρκεια. ούτε πιο λίγο ούτε πιο πολύ. στενή στιγμή, όσο στενή μπορεί μία στιγμή, αρκετή ώστε να γίνει αυτό. θα γίνει σε μία στιγμή. μετά απ’ αυτήν άλλο δεν θα γίνει. δεν θα γίνει τίποτε άλλο. δεν θα έχει μείνει τίποτε να γίνει άλλο. όταν τελειώσει αυτή θα έχουν τελειώσει όλα. δεν θα έχει μείνει τίποτε μετά. θα έχει γίνει αυτό που είναι να γίνει όσο διαρκεί αυτή. από εκεί που θ’ αρχίσει έως εκεί που θα τελειώσε» (Εκπνοή, σελ.9).
Αυτό που θέλει να δείξει η ποιητική δραματουργία που στήνει ο Δήμητρης Δημητριάδης είναι το εξής: ζούμε τις ζωές μας με πολλές πιστώσεις θανάτου, κι αυτό καταφάσκει τη ζωή μας. Ο ερωτισμός του θανάτου ή ο επιθανάτιος ερωτισμός, ο οποίος ενυπάρχει στην καταστασιακή συγκρότηση του έρωτος, αποτελεί τον αισθητικό πυρήνα της τριλογίας και ο Δημητριάδης μέσα από τη δική του, μοναδική του γλώσσα κατορθώνει να μας δείξει μέσα απ’ αυτή την άρρητη πτυχή του έρωτα, την επιθανάτια κατεύθυνσή του.Και το κάνει μέσα από την υψηλότερη μορφή μοντερνισμού, όψιμου μοντερνισμού που μπορούμε να βρούμε στη νεολληνική λογοτεχνία και δραματουργία.









