Τίποτα καινούριο… Δεκαετίες τώρα, η ακτογραμμή του ελλαδικού χώρου μιμείται το πρότυπο του «ιερού νησιού της διασκέδασης», της Μυκόνου. Παντού ομπρέλες, ξαπλώστρες, κρεβατοκάμαρες, καφέ-μπαρ και θαλάσσια δρώμενα. Οι παραλίες συνεχίζουν να εξοπλίζονται με βάση την κυκλαδίτικη μόδα, ανάμεσα σε πολλά άλλα ξεφυτρώνουν σε λόφους αταίριαστα λευκά σπιτάκια με μπλε παράθυρα, ανεμόμυλοι- καταλύματα, όμως πελεκάνους-μοντέλα δε βρίσκεις εύκολα. Πάντως, η έντονη λειψυδρία, κυρίως λόγω της κλιμακούμενης αποψίλωσης, προσδίδουν πλέον σε πολλά μέρη γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά βόρειων Κυκλάδων, όπου ειδικά τον Αύγουστο γεμίζουν από κάθε λογής πληθυσμιακές ομάδες, με τον χορό να σέρνουν οι κάτοικοι της πρωτεύουσας, τζιπ και κατασκηνωτικός εξοπλισμός ολόκληρης διμοιρίας.
Συχνό αξεσουάρ των διακοπών αποτελούν οι σκύλοι· φαίνεται να παίζουν έναν ιδιαίτερο ρόλο ως ρυθμιστές της κοινωνικής συνοχής, αφού βοηθούν τ’ αφεντικά τους να γνωριστούν μεταξύ τους, ν’ ανταλλάξουν απόψεις και τηλέφωνα. Είναι κοινή αλήθεια ότι τόσο στην επαρχία όσο και στις πόλεις βλέπεις, κάθε εποχή, σκύλους να
τριγυρνούν αδέσποτοι, να σχηματίζουν αγέλες και να τρώνε απ’ τα σκουπίδια -όμοια με ανθρώπους- έχοντας μάλλον ξεχάσει, κάποιοι απ’ αυτούς, πως κάποτε ζούσαν σε διαμερίσματα κι έκαναν διακοπές σε παραλίες με ξαπλώστρες, ίσως ακόμα να πήγαιναν και σε πανηγύρια.
Θαυμαστή ανοχή οφείλουν να επιδείξουν οι οδηγοί και επιβάτες του Αυγούστου. Οι ώρες αιχμής είναι, λίγο πολύ, απρόβλεπτες, τα μποτιλιαρίσματα αναπάντεχα, οι επικίνδυνες προσπεράσεις αποτελούν τον κανόνα. Και κάπως έτσι περνά ο Αύγουστος των διακοπών, βιαστικά, χωρίς ιδιαίτερες προσμονές· οι περισσότεροι δεν αποζητούν
κάποια ξεχωριστή μορφή περιπέτειας, αν υπάρχει πλέον κάτι τέτοιο, αλλά μια σύντομη διαφυγή απ’ τους καύσωνες στα γκρίζα τοπία των πόλεων, κουβαλώντας μαζί με τις αποσκευές τους όλες τις αστικές συνήθειες, δεν αποκλείεται τελικά να πρόκειται για αστικές νευρώσεις.










Η Μύκονος, όμως, δεν χαράζει μόνο την τουριστική ακτογραμμή του ελλαδικού χώρου. Χαράζει κι εμάς, τα αθέατα τοπία που κουβαλάμε σιωπηλά μέσα μας.
Είναι μια νοητή γραμμή, λεπτή σαν λευκός αφρός κυμάτων πάνω στο γαλάζιο, που, όπως σωστά γράφεις, χωρίζει το σπουδαίο από το ασήμαντο, το αυθεντικό από το επιδεικτικό· κι ίσως, τελικά, εμάς από τους άλλους.
Σαν μια θάλασσα που απλώνεται ανάμεσά μας και αντανακλά, στο φως της, όσα δεν τολμούμε να αντικρίσουμε.
Μάλιστα. Δε ξέρεις τι διαβάζεις, ξέρεις τι γράφεις, τι σου γίνεται, αλλά τρολάρεις…