Εκείνες τις ημέρες του Νοεμβρίου 1990, λες και μέσα από την αφόρητη σκυθρωπή ατμόσφαιρα, το μολυβένιο ουρανό, ένα ελαφρά μελαγχολικό συναίσθημα έδινε το μήνυμα ότι η Ελλάδα θα έχανε ένα κορυφαίο τέκνο της. Τον Γιάννη Ρίτσο. Λίγες μέρες πριν είχε χάσει και τον Αλέξη Μινωτή. Έφυγε, σιωπηλά, όπως ταιριάζει σε όλους τους πραγματικά μεγάλους δημιουργούς, νιώθοντας την ολύμπια ηρεμία εκείνου που έχει φέρει σε πέρας ένα μεγάλο έργο στη ζωή του.

Ο Ρίτσος, ίσιος και ατάραχος, ζούσε μέσα του σιωπηλά και με αξιοπρέπεια το δράμα που συγκλόνιζε εκείνη την εποχή τον κόσμο, τις Θερμοπύλες που πίστεψε και υπηρέτησε ανυποχώρητα ως το τέλος. Ο Αλέξης Μινωτής υπήρξε ο ιδανικός ερμηνευτής της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, ο Γιάννης Ρίτσος πλέκει τα δύο μνημειώδη έργα του, Επιτάφιο και Ρωμιοσύνη, στον καμβά μιας σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας, αυτής της ανερχόμενης και τελικά δορύκτητης Αριστερός της περιόδου 1935-1950.

Το έργο του, βαθιά ελληνικό και από μια άποψη πανανθρώπινο, είναι μια πολύτιμη παρακαταθήκη και για τις μελλούμενες γενιές· το έπος αλλά και ο λυρισμός της ποίησης του είναι, θα έλεγε κανείς, η συνέχεια της ελληνικής ψυχής στους αιώνες, ο ομφάλιος λώρος με το Βυζάντιο αλλά και την κλασική αρχαιότητα. Θαρρεί κανείς πως στην ποίηση του Ρίτσου είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις τον οιστρήλατο αρχαίο ραψωδό, τον «πρωτομάστορα» του βυζαντινού έπους, τον πρωτολάτη του λαϊκού μοιρολογιού της νεότερης Ελλάδας. Όπως παρατηρεί ο μεγάλος της νεότερης ελληνικής μουσικής τέχνης Μίκης Θεοδωράκης «η ελληνολατρεία στο Ρίτσο δεν ήταν εγκεφαλική αλλά βιωματική. Με το ταλέντο και τη συνεχή άσκηση είχε πετύχει να ενώσει μέσα του τους μύθους και τα τραγικά πρόσωπα του χθες με του σήμερα».

Η ιδεολογική προσήλωση του Γιάννη Ρίτσου δεν τον εμποδίζει να μας αφήσει ένα ανεκτίμητο λογοτεχνικό έργο και να κατανικήσει την άποψη που πιστεύει ότι στρατευμένη τέχνη σημαίνει αναγκαστικά και ρηχότητα, ιδεολογικό φορμαλισμό. Πολύ περισσότερο που πέρα από τα γνωστά έργα του (Επιτάφιος, Ρωμιοσύνη, Η Κυρά των Αμπελιών, Γειτονιές του Κόσμου, Πέτρινος Χρόνος, Ημερολόγια της Εξορίας κ.ά.) τα οποία ιχνηλατούν την ιστορική πορεία της ελληνικής επαναστατικής αριστεράς καταγράφοντας μέσα από τις προσωπικές δοκιμασίες του ποιητή τον εξοστρακισμό ή μάλλον τον εξανδραποδισμό της επανάστασης των Ελλήνων προλετάριων, την συντριβή των οραμάτων και των ελπίδων που εξέθρεψε, η ποίησή του εξακτινώνεται ιδιαίτερα τη ὐστερη μεταπολεμική περίοδο σε έναν πρωτοπο-ριακό και – για έναν προσεκτικό και εμβριθή αναγνώστη – σχεδόν «αιρετικό» προβληματισμό. Έναν προβληματισμό πολυεπίπεδο που αγγίζει την τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας, τον κλειστό κύκλο της ύπαρξης παράλληλα και σε αντιδιαστολή με την κατάφαση στην ανθρώπινη οντότητα και δημιουργία, μέχρι τους βαθείς φιλοσοφικούς στοχασμούς – στην καλύτερη κλασική ελληνική παράδοση – γύρω από τη βιωματικότητα του χώρου (μια «διά της διαιρέσεως» σύλληψη του αδιαιρέτου), του χρόνου (στοχεύοντας σε «απόσπαση και καθήλωση μιας στιγμής»), της κίνησης (μια «διά της α- κινητοποιήοεως» σύλληψή της).

 

Φορτώνομαι ένα τεράστιο κύβο διαφάνεια

τον μεταφέρω με άνεση μέσα έξω

η ουσία του δεν εμποδίζεται από σκέψεις ή πράγματα

δε σκοντάφτει στα υπόστεγα

στα τηλεγραφικά σύρματα

τον αποθέτω στον αγρό ή στην ταράτσα

μπαίνω μέσα του παρατηρώ την ησυχία

υπάρχει το φωτεινό το αμετάβλητα

η ακίνητη περιστρεφόμενη σπείρα.

 

η ακόμη

 

… διαπιστώνεις πως μπορείς να ξεχάσεις

διαπιστώνεις πως μπορούν να σε ξεχάσουν

λοιπόν υπάρχει ακόμη χώρος (Διαφάνεια)

 

 

Η “αφάνεια” – έλεγε ο γέροντας παιδαγωγός μου-

«είναι το προσωπείο του βάθους»

(Χρυσόθεμις)

 

Να που η ποιητική διαίσθηση «ενοράται» έννοιες στις οποίες οδηγείται μέσα από τα δαιδαλώδη και δυσεξιχνίαστα μονοπάτια του επιστημονικού ρεαλισμού η σύγχρονη θε-ωρητική φυσική.

 

 

 

Φωτογραφία αρχείου από την εξορια στην Μακρόνησο  (στρατόπεδο αμετανοήτων στο Τρισανέμι, αρχείο ΑΣΚΙ) το 1950 καθήμενος δίπλα στον Μάνο Κατράκη.

 

Ο Ρίτσος, πιστός όσο λίγοι στο κομουνιστικό κόμμα, στο όραμα της παγκόσμιας Επανάστασης, «δεμένος» βιωματικά και συναισθηματικά με τη μεγάλη ιστορική Οδύσσεια του κόκκινου Οκτώβρη του 1917 αλλά και μέσα από την ελληνική εκδοχή του με το θρίαμβο της εθνικής αντίστασης, την ήττα του εξεγερμένου λαού τον Δεκέμβρη του 1944, τον εξανδραποδισμό του εμφύλιου και το μετέπειτα στεγνό τοπίο της φυλακής, της εξορίας, του μαρτυρίου, δεν είναι παρόλα αυτά ο μονοσήμαντος και μονοδιάστατος «αγωγός» αυτής της καταλυτικής αμφίδρομης σχέσης, όπως άκριτα προσπάθησαν και προσπαθούν να του αποδώσουν ορισμένοι, ίσως επειδή θεωρούν ότι είναι πλέον ντεμοντέ να ανήκεις σε ένα κομμουνιστικό κόμμα. «Η αντίληψη πως το σύνολο του πραγματικού υπερκαλύπτει το όποιο θέμα, την όποια αλήθεια, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτεται σταδιακά και αποσπα-σματικά μέσα από κάθε του μόριο διαμορφώνει τις δύο βασικές λειτουργίες του ποιητικού του λόγου…» και «… ο Ρίτσος και πολλοί άλλοι μεταπολεμικοί ποιητές μάς έμαθαν να μην κρίνουμε ως υποχώρηση, δειλία, ηττοπάθεια, αλλαγή πίστης και πλεύσης την άφοβη ματιά στο πραγματικό, την άρνηση της όποιας τυφλής υπακοής σε δόγματα», γράφει η Σόνια Ιλίνσκαγια (περιοδικό Ελίτροχος, τεύχος 4ο-5ο, Αχαϊκές Εκδόσεις).

Η ζωντανή, η ασπαίρουσα πραγματικότητα μέσα στην απύθμενη πολυποικιλότητά της είναι ένα ατελείωτο μωσαϊκό, το γίγνεσθαι των προσώπων, των πραγμάτων, των καταστάσεων, μια συνεχής ροή, παράξενα ηχηρή στη σιγαλιά της, κάτι σαν το στάλαγμα του νερού στις ταινίες του Ταρκόφσκι και ο ποιητής πλάθει και κεντά, «ανασυνθέτει» αυτή την κοσμική πραγματικότητα, την αποκάλυψη της ουσίας του είναι και του γίγνεσθαι στο χώρο των αισθήσεων και της ύλης, αυτή την ανερχόμενη διαρκή σπείρα όπως έλεγε ο ίδιος, με ένα χείμαρρο εικόνων, με μια εξαιρετικά περίτεχνη ποιητική διαίσθηση, επιλέγοντας ένα ιδιόρρυθμο μοτίβο προσωπικού λυρισμού, γλωσσικών και νοητικών υπερβάσεων, συχνά με έντονα τα σημάδια του σουρεαλιστικού αυτοματισμού. Μην ξεχνάμε, εξ άλλου, ότι δυο μεγάλοι Γάλλοι ποιητές – σύντροφοι του Ρίτσου – ο Αραγκόν και ο Ελυάρ, ήταν από τους πρωτοπόρους, μαζί με τον Μπρετόν. ταυ σουρεαλιστικού κινήματος στην τέχνη τη δεκαετία ταυ ’20. Αυτή η πραγματικότητα, η ανερχόμενη σπείρα, είναι δύσκολο να εγκλωβιστεί σε ένα «κλειστό» ιδεολογικό-κομματικό τοπίο. Και ο Ρίτσος της «μετα-ηρωικής» θα έλεγε κανείς περιόδου – κυρίως τη δεκαετία του ’60 και ’70 – αφήνει έντονα τα σημάδια της διείσδυσής του στην ουσία, το περιεχόμενο των πραγμάτων και των φαινομένων, δίνοντας μάλιστα κάποιες φορές το στίγμα μιας τάσης – κάπου στο περιθώριο είναι αλήθεια – ενός υπαρξιακού μηδενισμού.

Κάποτε ένα παράξενο χαμόγελο κυματίζει στον αέρα.

ένα δείλι στον κήπο,

σκυφτή στο εργόχειρό μου, αναμετρώντας

το άσκοπο των γεγονότων…

(Χρυσόθεμις)

 

Εξ άλλου η ποιητική εμβέλεια και η ιδιόμορφη μανιέρα, με την ιδιοσυγκρασιακή φιλοσοφική ενατένιση, του Ρίτσου είχε δώσει παλιότερα τροφή για κριτική στην πρώϊμη ποιητική του δουλειά του Πυραμίδες από τις στήλες του προπολεμικού Ριζοσπάστη:

 

Είναι απόλυτα γνωστό πως ο Ρίτσος έχει ποιητικό ταλέντο και πως είναι προικισμένος με μια ξεχωριστή καλλιτεχνική δύναμη. Γι αυτό δεν θα σταματήσουμε στα ιδιαίτερα λαμπρά χαρακτηριστικά της ποίησής του, σαν τον πλούτο των εκφραστικών μέσων, των συναισθηματικών αποχρώσεων, το βάθος της σκέψης –σχεδόν φιλοσοφικό – που είχαν και που δεν είχαν παρατηρήσει οι αστοί κριτικοί του Ρίτσου και που του τα αναγνωρίζουμε απόλυτα. [..] Ένας ποιητἠς που αντλεί από τους παλμούς της μάζας, το σφυγμό, την πεποίθηση και τη δύναμη του, όπως λέει ο Ρ. για τον εαυτό του, θα μιλεί πρώτα απ’ όλα τη γλώσσα που τη μιλεί η μάζα. Η τέχνη του θα είναι η έκφραση της σκέψης και του συναισθήματος της μάζας, της χαράς και των καϋμών της. Δεν συμβαίνει αυτό δυστυχώς με τον Ρ. , που η εξεζητημένη του γλώσσα και η τεχνική επιτήδεψη, όπως και η υπερτίμηση της φόρμας γενικά κάνουν την ποίηση του ξένη προς τις λαϊκές μάζες.

(Ριζοσπάστης φύλλο της 1ης Γενάρη 1936).

 

Η ποιητική του ιδιοφυία, η διείσδυση και μέθεξή του στα γεγονότα, τα πρόσωπα, την ιστορία, την καθημερινότητα, ρουφώντας πολλές φορές ίσαμε το μεδούλι το περιεχόμενο και την «ουσία» τους, με αυτή τη χαρακτηριστική οξυβελή ποιητική του διαίσθηση, σε κα-μία περίπτωση και ποτέ δεν συγκρούστηκε με την πίστη και αφοσίωση σε αυτό που δεν συνιστά μόνο βιωματική σχέση και ιδεολογική πίστη για το Ρίτσο, αλλά και άρρηκτο αμφίδρομο δεσμό με μια ονειρική, ιδεατή πραγματικότητα, με αυτή την «ομβρογόνο νεφέλη» του, την αριστερά και το Κόμμα, που για το Ρίτσο είναι κάτι σαν υπαρξιακή συνιστώσα του. Ο Πάμπλο Νούντα τον χαιρέτησε την πρωτομαγιά του 1967 από τις στήλες της Πράβντα με αυτά τα λόγια:

Αδελφέ μου, σε σκεφτόμαστε, σκεφτόμαστε την έξοχη ποίηση σου, και μισούμε τους απάνθρωπους δεσμώτες σου. Οι ποιητές και οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου είναι μαζί σου.

Ας δούμε παρακάτω συνοπτικά το αφιέρωμα που του έκανε η γαλλική εφημερίδα Le Monde, με την είδηση του θανάτου του:

«Είναι δύσκολο για έναν Έλληνα να μάθει το θάνατο τον Γιάννη Ρίτσου χωρίς να συγκινηθεί. Ο θάνατός του θα προκαλέσει σίγουρα άρθρα και σχόλια σε όλο τον κόσμο- είναι ίσως ένας από τους πιο μεταφρασμένους ποιητές της εποχής μας. Η Γαλλία έχει εκδώσει τριάντα περίπου συλλογές και θεατρικά έργα του, που συχνά εμπνέονται από Έλληνες τραγικούς. Ήταν ήδη συνδεδεμένος με τη Γαλλία, που τη θαύμαζε σαν τη χώρα της Επανάστασης του 1789, αλλά και για τους Έλληνες ήταν κάτι παραπάνω από ένας μεγάλος ποιητής- ίσως ο μεγαλύτερος της γενιάς του (που μετρά δύο βραβεία Νόμπελ, με το Γιώργο Σεφέρη και τον Οδυσσέα Ελύτη). Γιατί σχεδόν δεν υπάρχει Έλληνας, όσο ταπεινός κι αν είναι, που να μην ξέρει απέξω κάποιους στίχους του Ρίτσου, που να μην τους έχει σιγο- τραγουδήσει κάποιο βράδυ, την περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών σε κάποια ταβέρνα. Ο Μίκης Θεοδωράκης και άλλοι συνθέτες έχουν συντελέσει στο να γίνει η ποίηση του Ρίτσου πιο δημοφιλής. Αλλά ό,τι οφείλει ο Ρίτσος σ’ αυτούς τους συνθέτες, του το οφείλουν και αυτοί. Το έργο του Μίκη θα φτώχαινε σημαντικά χωρίς τα ποιήματα του Επιτάφιου και της Ρωμιοσύνης.

Ο Ρίτσος, που υπέστη πολλές ταλαιπωρίες στη ζωή του, είτε λόγω της εύθραυστης υγείας του είτε λόγω των αριστερών του πεποιθήσεων, είχε την ευτυχία να τον αγαπά ένας ολόκληρος λαός, του οποίου μοιράστηκε τις ελπίδες, τους αγώνες, τη συμφορά, αλλά και τις την ευτυχία.

Οι λέξεις του είναι απλές, οι φράσεις του έχουν στυλ επιγραφικό. Προπάντων, όμως, ο Ρίτσος δημιουργεί ένα χείμαρρο εικόνων – μερικές φορές με μια σουρεαλιστική απόχρωση- παρμένων από την καθημερινή ζωή, τις καθημερινές πράξεις. Η θάλασσα είναι πανταχού παρούσα στην ποίησή του. Συγκεκριμένα σε ένα από τα τελευταία έργα, μεταφρασμένο στα γαλλικά, «Το Παράθυρο» περιγράφει:

 

Τα ψάρια, συμπιεσμένα απ’ το από το νερό,

ν’ ανεβαίνουν στην επιφάνεια

[..]

Δεν αντέχει κανένας αδιάκοπα κάτω απ’ τον όγκο του νερού,

σ’ αυτά τα μυθικά, θαλάσσια δάση,

σε κείνη την ασφυκτική διαφάνεια (Από τη Τέταρτη Διάσταση).

 

 

Ο Γιάννης Ρίτσος – αφοσιωμένος κομουνιστής- χαιρετίστηκε το 1947 από το Λουί Αραγκόν σαν ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του καιρού μας, ενώ στη συνέχεια η παγκόσμια απήχησή του σφραγίστηκε από πολλές διακρίσεις (μεταξύ των οποίων το βραβείο Λένιν το 1977). Αρκετές φορές το όνομά του ακούστηκε και για το βραβείο Νόμπελ.

Η ποίηση του Ρίτσου, όπως και τα θεατρικά και τα μυθιστορήματά του, είναι συνάντηση ενός προσωπικού λυρισμού και των μεγάλων θεμάτων της μνήμης, της εξορίας, του θανάτου. Η εμπειρία της φυλακής μετά τον πόλεμο κι έπειτα η εποχή των συνταγματαρχών, κάνουν το λυρισμό του πιο δυνατό:

 

Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,

σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια

σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του

και τ’ αμπέλια του

σφίγγει τα δόντια

 

Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.

Ο δρόμος χάνεται στο φως.

Ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.

 

Η λέξη Ρωμιοσύνη φέρνει από δω και πέρα τη σφραγίδα του.»

 

Το τελευταίο έργο του Ρίτσου «Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα» δίνει αρκετά ευκρινή τα σημάδια της μελαγχολίας, της αγωνίας – αν όχι και της «αξιοπρεπούς οδύνης» – για τη διαφαινόμενη πτώση αυτού του ονειρικού κόσμου, αυτών των λουλουδιών που μαράθηκαν, μέσα από ένα εύγλωττο ποιητικό συμβολισμό:

 

… Το βράδυ συναντήσαμε τους πέντε ορειβάτες.

κατηφόριζαν κατάκοποι το λόφο

κουβαλώντας τον ωραίο σημαιοφόρο

τυλιγμένο σε μια κόκκινη κουβέρτα.

Ακριβώς τη στιγμή εκείνη σφύριξε το πλοίο.

… Ώσπου, τέλος, απόμεινε

μια πάγχρυση μονάχα προσωπίδα,

και πίσω απ’ αυτή την προσωπίδα

πρόσωπο κανένα.

… Κι ένα μεγάλο δύσμορφο χέρι

σφαλάει το ευγενικό θλιμμένο στόμα

Εκείνου που ακόμα μια φορά

δοκίμαζε να πει: λουλούδι.

Να ήταν μόνο μια οδύνη, ένα σιωπηλό κλάμα; Ή μήπως το προαίσθημα του βιολογικού, προσωπικού τέλους αντάμα, αυτός ο «αδιόρατος», περιοδικός κτύπος στο πάτωμα, που σφραγίζει το τέλος του, εξόριστου στον επικαιρικό περίγυρο, καθηγητή στη «Γοητεία της αμαρτίας» του Λουκίνο Βισκόντι;