«Sέance / Ο Παύλος Σιδηρόπουλος σε 1000 (δικές του) λέξεις» (Μια μεταγραφή του Χρήστου Κανελλόπουλου)
6Δεκ
35 χρόνια από τον θάνατο του Παύλου Σιδηρόπουλου
Π. Σιδηρόπουλος: Κανέναν δεν πειράζω και πάντα προσπαθώ να μην ενοχλώ τον άλλο και μονάχος να τη βρω. Φιλάω τη γριά μου, απλώνω τα φτερά μου κι όπου γουστάρω πάω, και τρέχει ο άνεμος μπροστά. Όμως σε όλα όσα αρχίζω, κάτι δεν πάει καλά. Ενώ στην αρχή είν’ ωραία, στο τέλος κάτι πάει στραβά. Κι έτσι ψάχνω κάπου στην τύχη να σταθώ και σπίτι δεν μπορώ να κοιμηθώ.
Χορός: Παυλάκη, γύρω σου σωπαίνουν, τους φτάνει που ανασαίνουν, τι ζητάς; Ξέρουνε τι τους περιμένει στην πολυθρόνα βολεμένοι, τι ρωτάς; Στα σκοτεινά δωμάτια είν’ η ψυχή μας γυμνή και δε χωράν’ εκεί μυστικά. Κι εγώ μονάχα ξέρω πως η αλήθεια είν’ εκεί που η μοναξιά σου στον καθρέφτη κοιτά. Πού να γυρίζεις;
Π. Σιδηρόπουλος: Τις περισσότερες φορές το περπάταγα μονάχος. Ωστόσο στο Άμστερνταμ ο Φαληριώτης και στο Παρίσι ο Βερεσιώτης μού γελούσαν. Θανάτου χρέος μού μετρούσαν, σε καταφύγια με τραβούσαν να ξεχνώ. Με ηρωίνη, φίλε, που είναι γλυκιά, πολύ γλυκιά, μα ‘ναι κλειστά τα περιθώριά της. Κι ήμασταν μόνοι, εγώ κι αυτή, κι ανάμεσά μας μια φωνή απελπισμένη. Σ’ ό,τι μισώ, σ’ ό,τι αγαπώ, ήμουν εγώ, μα πίσω μου αυτή ήταν κρυμμένη. Ένα φιξάκι, φίλε, δεν είναι παρά μια στιγμή, κι όμως μπορεί να γίνει μια ολόκληρη ζωή. Τώρα ξέρω πως ανάσκελα θα με βρουν ένα πρωί. Μα είναι Aυτή. Μονάχα Aυτή. Και δεν μπορεί κανένας, μα κανείς, να τη χορτάσει. Έτσι, παίρνω σβάρνα τους γιατρούς. Οτύπος που κοιτάς δεν είναι ροκ εν ρολ σταρ. Κατά τ’ άλλα εσείς, που ‘σαστε υγιείς και αξιοπρεπείς, βοηθήστε μας και λίγο. Δώστε μας πνοή, στέγη και τροφή και μια ιδέα στεγανή που να μην μπάζει κρύο. Aντιθέτως δώδεκα μέτρα απ’ τηνπόρτα σας κι εσείς πέρα βρέχει. Επομένως. γυναίκα, γίνε η ανασταλτική αιτία, γιατί τελειώσανε τ’ αστεία. Το ξέρω πως δεν είμ’ αυτός που πάνω του θα στηριχτείς ούτε λεφτάς. Κι ίσως γυρνάς πιωμένο μες στα μπαρ να με βρεις. Όμως εγώ θα σου μετρώ της πόλης το σφυγμό μ’ αγκαλιές, θα σου χαϊδεύω το μυαλό με χίλιες και μια νύχτες γλυκές, ροκ εν ρολ στο κρεβάτι. Και ξέρω πως είναι λίγο δύσκολο, μα εγώ στο λέω, μπορούσα να περιμένω, και μπορώ. Βλέπεις, οι δυο μας μόνοι δε νιώσαμε ποτέ. Τώρα, τώρα πες μου ποιον, πες μου ποιον θα ‘χεις να τα λες; Στα σκοτεινά δωμάτια είν’ η ψυχή μας γυμνή και δε χωράν’ εκεί μυστικά. Κι εκεί να σ’ αγαπάω ξέρω, κούκλα μου, εκεί, τη μοναξιά μου στον καθρέφτη όταν σπας. Πού να γυρίζεις;
Χορός: Αγάλματα κομμάτια στα μάτια της τα δυο, τριγύρναγε στα μουσεία μ’ ένα μπάσταρδο. Αλαζονικός και καχύποπτος από την άλλη εσύ, πέταξες την μπέρτα σου εμπρός και είπες:
Διαβάστε περισσότερα



![Νίκος Μπουρσινός, «Και ο άνεμος του παίρνει το πρόσωπο», εκδ. Μετρονόμος, 2026 [προδημοσίευση]](https://www.poiein.gr/wp-content/uploads/2026/08/fc9737a0-ca45-42bd-b721-cd1aab2d5d66-75x75.jpg)
![«Συζητώντας με το ΑΙ: “Το να ξέρεις τον ορισμό της λέξης «πόνος» δεν σημαίνει ότι πονάς”» [γράφει ο Σπύρος Αραβανής]](https://www.poiein.gr/wp-content/uploads/2026/07/images-4-75x75.jpg)
![«Τρυφερό Κτήνος» [σκην.: Marie Kreutzer] (γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος)](https://www.poiein.gr/wp-content/uploads/2026/09/gentlemonster-billboard-970x250.w_1_107782719-75x75.jpg)



















