Ομολογία πίστεως
Βγήκα στους δρόμους φωνάζοντας τ’ όνομά μου. Δεν υπήρχε καμία άλλη θέση για μένα στον κορεσμένο τους χωροχρόνο παρά μόνο αν το έπαιρνα από την αρχή.
Θα ξεκινούσα πάλι από το άπειρο.
Κι έτσι όπως δεν είχε σχήμα και μορφή, έπρεπε να το ονοματίσω.
Αρχή σοφίας, ονομάτων επίσκεψις.
Ας μην ήταν αυτό το πρώτο του όνομα και χρωστούσα ονόματα άλλων και αξιώματα να εκστομίσω σε προσταγή. Θα έδινα το δικό μου σαν μια στάση και ομολογία πίστεως.
Θα μου αρκούσε να ομολογούσα πως με πιστεύω.
Χαμένη του κέντρου (Self-portait)
Δεν τους ικανοποιούσε που εξασφάλιζα γαλήνη και ισορροπία. Με πίεζαν να πάρω θέση και να σχηματίσω άποψη.
Έτσι γυρίζει ο κόσμος! Μόνο όταν γνωρίζεις και προσκολλάσαι, θα δεις μια μέρα τα ουράνια ν’ ανοίγουν για σένα!
Έτσι κι έγινε. Ο κόσμος γύριζε. Γνώρισα και έμαθα πολλά. Οι ουρανοί άνοιγαν κι έκλειναν.
Οι φίλοι ανήλθαν και κατήλθαν. Πιάνονταν από τα παπούτσια μου και τις άκρες του σακακιού μου. Δίπλα μου κανείς δεν στεκόταν.
Έμεινα μια χαμένη του κέντρου.
Ύμνος στην προβλεψιμότητα
Τα ίδια πράγματα βλέπω κάθε φορά που ξυπνάω:
Το τρίγωνο μεταξύ του ώμου σου και της μασχάλης, τη μυρωδιά του κουρασμένου σώματος, την ανάμνηση μιας πανομοιότυπης, προηγούμενης προκεκλημένης νύχτας με την προσδοκία μιας ανάλογης επομένης.
Σημάδια εραστών μιας ακάματης δύναμης στον κύβο του ημιτόνου χ.
Το φάλτσο μιας νότας που ξέφυγε από τα όρια του πενταγράμμου και όρισε εκ νέου τη μουσική αρμονία.
Επανάληψις μήτηρ πάσης μαθήσεως ως την παρεπομένη.
Υπόθεση αποκαθήλωσης
Απόψε δεν κοιμήθηκε κανείς.
Χαμηλώσαμε το φως του ήλιου και το φεγγάρι παρακοιμήθηκε πάνω στα δέντρα με μερικές πευκοβελόνες καρφωμένες στα πλευρά του. Δεν ήταν ούτε μέρα ούτε νύχτα.
Τα παιδιά έχαναν τις παντούφλες τους στο δρόμο. Έπεφταν για ύπνο ανάκατα, όπου έβρισκαν, με τα κουβερτάκια και τα λούτρινά τους πεσμένα στο πλάι, δίπλα στις ζαρντινιέρες της αυλής.
Οι αδέσποτοι γάτοι νιαούριζαν βαριεστημένα στα κεραμίδια βουτώντας τις ουρές τους στα ανώτερα υποστρώματα του ημισκότους.
Σε περίμενα να ‘ρθεις ημιδιάφανος σ’ αυτή τη ρήξη της μέρας με το άπιαστο της νύχτας. Το βήμα σου θα ήταν ελαφρύ για να μην ξυπνήσουν τα παιδιά και τρομάξουν οι γάτοι.
Θα ψιθύριζες σε μια ακατάληπτη γλώσσα, θεόρατος μα και τόσο προσιτός.
Να δούμε, αν, αλλιώς, θα έλεγες, ποιος πραγματικά είσαι στα σύνορα της μετριότητας.
Μίλησα
Τίποτα δεν ξεχώριζε στον διαστρεβλωμένο σωρό των λέξεων. Όλα ήταν αθώρητα, ισοπεδωμένα, καλογυαλισμένα από την διαβρωτική αφασία του χρόνου.
Μιλούσες κι επέμενες να σε ακούσω. Στο αυτί μου δεν έφταναν ήχοι, μόνο βόμβοι και παράσιτα. Ίσως, αυτό να ήθελες να μου πεις κι ας τόνιζες το μεταφορικό της σημασίας.
Μου τάζεις ξανά παραδείσους, θεσμούς και ρακένδυτα μπαλώματα.
Σε σένα, κάποτε, δεν μίλησα;









