35 χρόνια από τον θάνατο του Παύλου Σιδηρόπουλου
Π. Σιδηρόπουλος: Κανέναν δεν πειράζω και πάντα προσπαθώ να μην ενοχλώ τον άλλο και μονάχος να τη βρω. Φιλάω τη γριά μου, απλώνω τα φτερά μου κι όπου γουστάρω πάω, και τρέχει ο άνεμος μπροστά. Όμως σε όλα όσα αρχίζω, κάτι δεν πάει καλά. Ενώ στην αρχή είν’ ωραία, στο τέλος κάτι πάει στραβά. Κι έτσι ψάχνω κάπου στην τύχη να σταθώ και σπίτι δεν μπορώ να κοιμηθώ.
Χορός: Παυλάκη, γύρω σου σωπαίνουν, τους φτάνει που ανασαίνουν, τι ζητάς; Ξέρουνε τι τους περιμένει στην πολυθρόνα βολεμένοι, τι ρωτάς; Στα σκοτεινά δωμάτια είν’ η ψυχή μας γυμνή και δε χωράν’ εκεί μυστικά. Κι εγώ μονάχα ξέρω πως η αλήθεια είν’ εκεί που η μοναξιά σου στον καθρέφτη κοιτά. Πού να γυρίζεις;
Π. Σιδηρόπουλος: Τις περισσότερες φορές το περπάταγα μονάχος. Ωστόσο στο Άμστερνταμ ο Φαληριώτης και στο Παρίσι ο Βερεσιώτης μού γελούσαν. Θανάτου χρέος μού μετρούσαν, σε καταφύγια με τραβούσαν να ξεχνώ. Με ηρωίνη, φίλε, που είναι γλυκιά, πολύ γλυκιά, μα ‘ναι κλειστά τα περιθώριά της. Κι ήμασταν μόνοι, εγώ κι αυτή, κι ανάμεσά μας μια φωνή απελπισμένη. Σ’ ό,τι μισώ, σ’ ό,τι αγαπώ, ήμουν εγώ, μα πίσω μου αυτή ήταν κρυμμένη. Ένα φιξάκι, φίλε, δεν είναι παρά μια στιγμή, κι όμως μπορεί να γίνει μια ολόκληρη ζωή. Τώρα ξέρω πως ανάσκελα θα με βρουν ένα πρωί. Μα είναι Aυτή. Μονάχα Aυτή. Και δεν μπορεί κανένας, μα κανείς, να τη χορτάσει. Έτσι, παίρνω σβάρνα τους γιατρούς. Οτύπος που κοιτάς δεν είναι ροκ εν ρολ σταρ. Κατά τ’ άλλα εσείς, που ‘σαστε υγιείς και αξιοπρεπείς, βοηθήστε μας και λίγο. Δώστε μας πνοή, στέγη και τροφή και μια ιδέα στεγανή που να μην μπάζει κρύο. Aντιθέτως δώδεκα μέτρα απ’ τηνπόρτα σας κι εσείς πέρα βρέχει. Επομένως. γυναίκα, γίνε η ανασταλτική αιτία, γιατί τελειώσανε τ’ αστεία. Το ξέρω πως δεν είμ’ αυτός που πάνω του θα στηριχτείς ούτε λεφτάς. Κι ίσως γυρνάς πιωμένο μες στα μπαρ να με βρεις. Όμως εγώ θα σου μετρώ της πόλης το σφυγμό μ’ αγκαλιές, θα σου χαϊδεύω το μυαλό με χίλιες και μια νύχτες γλυκές, ροκ εν ρολ στο κρεβάτι. Και ξέρω πως είναι λίγο δύσκολο, μα εγώ στο λέω, μπορούσα να περιμένω, και μπορώ. Βλέπεις, οι δυο μας μόνοι δε νιώσαμε ποτέ. Τώρα, τώρα πες μου ποιον, πες μου ποιον θα ‘χεις να τα λες; Στα σκοτεινά δωμάτια είν’ η ψυχή μας γυμνή και δε χωράν’ εκεί μυστικά. Κι εκεί να σ’ αγαπάω ξέρω, κούκλα μου, εκεί, τη μοναξιά μου στον καθρέφτη όταν σπας. Πού να γυρίζεις;
Χορός: Αγάλματα κομμάτια στα μάτια της τα δυο, τριγύρναγε στα μουσεία μ’ ένα μπάσταρδο. Αλαζονικός και καχύποπτος από την άλλη εσύ, πέταξες την μπέρτα σου εμπρός και είπες:
Π. Σιδηρόπουλος: Welcome to the show, εδώ μετράνε μόνο τα σφάλματα ημών. Όλα τ’ άλλα φήμες είκοσι εννέα στατιστικών. Ληστέψανε την τράπεζα, και τι με νοιάζει εμένα; Δεν είμαι με κανένα. Σου λέω, καλά της κάνανε γιατί μας προκαλούσε γεμάτη εκατομμύρια, ενώ κι ο Θεός πεινούσε.Ψωρο κορόνα-γράμματα στον τζόγο της ζωής.
« Επάγγελμα»;« Ποιο επάγγελμα»; « Τι επάγγελμα»; « Ληστής» . Στη γυάλα το κωλόψαρο να μη δαγκώνει. Μπουζούκια και ντίσκο, ρατσισμός αλάγκρεκ. “Welcome to the show, νορμάλ το σκηνικό. Στο δρόμο οι φάτσες μακρινές είναι και ξένες και δε γουστάρω να παίρνω μέρος στα κοινά. Κλείνω στόμα και μύτη, σας βαρέθηκα πια, να με λέτε αλήτη και γελώντας«μαλλιά». Ποιοι είστε εσείς που μ’ ένα καλάμι στα μπαλκόνια γι’ ανοίξεις λέτε, χελιδόνια; Για μέλλον πουλάτε αυτάπ ου πουλιόντουσαν χθες. Ω, Μίκη, σου πρέπει μια τούρτα αλά κρεμ σοκολά την ώρα που λες τα πολλά, που με χέρια ψηλά το παίζεις ο Bach και καλά. Ποιοι ‘σαστε εσείς που τα λόγια μας κάνετε ζήτημα για βία; Πρόκειται για κενή μυθολογία, κράτος εν κράτει είναι η αστυνομία και ο χαφιές που δεν ξεχωρίζει πια τι είναι σωστό και λάθος, γιατί του κοπρολάγνου τη χαρά του ‘κάναν πάθος. Να δεις, θα φταίει πάλι η τριλογία: sex, drugs, rock’n’ rοΙΙ. Μα οι Απροσάρμοστoιθα βγουν με τσαμπουκά να σας τα πουν σταράτα: Δώδεκα μέτρα απ’ την πόρτα σας φωτιά στo Χημείο -της μόδας ρεμπέτασκέρ- κι εσείς πέρα βρέχει. Αρκεί να τρώτε καλά. Ας πάει να φάει τα μούτρα της κι αυτή η γενιά. Βρε, προσέχετε μ’ αυτούς τους τρελούς, που τ’ όνειρό τους είν’ να μη ζουν και για επάγγελμά τους δηλώνουν « Ο σώζων λαούς». Βία στη βία η αμοιβή. Χα! Να φεύγω τώρα, είναι η ώρα,κι ίσως σας ξαναδώ.
Χορός: Κάποτε θα δεις πως όλα είναι αλήθεια. Σκληρή δουλειά σε περιμένει. Πάλεψε τώρα να επιζήσεις, έξω απ’το σπίτι ο άνεμος αγριεύει. Κανείς δε σου ‘μαθε πως κάποια μέρα θα χρειαστεί και να μισήσεις, έτσι η αγάπη σου είναι φόβος, ζωή απ’ τους άλλους έμαθες να κλέβεις.
Π. Σιδηρόπουλος: Βρε, ας ήτανε τη μοίρα μου για λίγο να γελούσα και του Χριστού τους πειρασμούς εγώ να τους περνούσα, διωγμένος με το διάολο, σrην έρημο χαμένος, και σου ‘λεγα μετά εγώ ποιος θα ‘ταν κερδισμένος. Θα φώναζανα ‘ρχόντουσαν όλα τα φιλαράκια για να μην ενοχλούμε πια της πόλης τα παιδάκια. Μετάξι από κινέζικα παλάτια θα φορούσα και θα ‘χα φούντα καλαματιανή και μαύρο από την Προύσα. Θα ‘ταν γυναίκες που γουστάρουνε του άντρα τα τερτίπια, μες στο τσαρδί του σατανά να στήναμε ξενύχτια.
Χορός: Ήταν πρωί τ’ Αυγούστου κοντά στη ροδαυγή, σκοράριζες το θάνατο κει στη Δεξαμενή. Η Άννα σού ‘πε «Παύλο, η Αθήνα είναι τρελή, τη νύχτα είν’ oλoφώτιστη, τη μέρα σκοτεινή» .
Π. Σιδηρόπουλος: Χαρμάνης κι άφραγκος, μεσάνυχτα Αθήνα,κι ούτε ένας φίλος δεν υπάρχει πουθενά. Και μια γυναίκα να τα βρούμε πόσο κάνουν δε βρίσκω, Θε μου, ή δεν υπάρχει πουθενά. Κρυμμένη θα ‘ναι η ψυχή κι αυτό το βράδυ, σε κάποιο μπαρ, σε κάποιο μαγαζί. Έψαχνα πάθος και ηδονή, μα η Αριάδνη μου ένα λάθος χωρίς κλωστή. Για ποια επανάσταση μιλάμε που προσπαθώ όρθιος να σταθώ. But I’ ll b esailin’, good bye wavin’, to me the clown. Άντε, και καλή τύχη, μάγκες.
Χορός: Και σκούζοντας για αλήθειες που στάζαν πανικό, σε βρήκαν τα μεσάνυχτα ολότελα γυμνό. Θάνατος.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Όλες οι ατάκες προέρχονται από στίχους του Παύλου Σιδηρόπουλου. Τέσσερις στίχοι είναι του Παντελή Δεληγιαννίδη, τους τραγούδησε όμως ο Σιδηρόπουλος. Πρόσθεσα τρεις – τέσσερις συνδετικές λέξεις. Άλλαξα δύο χρόνους.
Ακολούθησα την φόρμα του αρχαϊκού δράματος με τον έναν υποκριτή και τον χορό. Μου φάνηκε ταιριαστό.
*Πρώτη Δημοσίευση: Περιοδικό Αντί 1995






