Αναγνώσεις

Ζωή Δικταίου, «Με παλιά βαλίτσα επιστρέφει η μνήμη»

Η ζωή της ποτέ δεν ήταν της μιας ματιάς, τής μιας ανάγνωσης, κάπου-κάπου την άφηνε να περνά κι από την άβυσσο, να βουτά στα τρίσβαθα με ψυχραιμία και να μένει ήρεμη, ν’ ανάβει το κεράκι της ψυχής από την κεροδοσιά του άλλου κόσμου κι άφηνε το χέρι τ’ αρχαγγέλου να της χτενίζει τα μαλλιά. Οι αυταπάτες και οι χίμαιρες είχαν πια διαλυθεί. Τίποτα δεν περίμενε σ’ αυτή την ηλικία που ο χρόνος κυλούσε πολύ πιο γρήγορα, κι ήταν παρήγορο το ότι είχε διατηρήσει την αγάπη για τη μουσική και τα βιβλία. Το ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου «Το κυπαρίσσι» το είχε αποστηθίσει όλη η γειτονιά. Και πόσο πολύ, αλήθεια της ταίριαζε όταν την άκουγαν να απαγγέλει:

«Εἶμα ιτὸ δέντρο ποὺἀκολουθεῖ τὴγραμμὴτῆς προσευχῆς

ὅταν ἀνεβαίνει ἀπὸ ἥσυχη ψυχή.

Εἶμαι ἡ λόγχη ποὺ κοκκίνισε στὸαἷμα τῆς δύσης

καὶφρουρεῖ τὸἈόρατο

ἀπ᾿τὴν ἄρνησηκαὶτὴν εἰρωνεία.

Εἶμαι στὶς γιορτὲς τοῦ τοπίου τὸμαῦρο ράσο

ποὺδὲν τελείωσεν ἀκόμα τὴ δοκιμασία του.

Εἶμαι τὸκαμπαναριὸστὸναὸτοῦ πόνου

καὶγιὰτὶς ψυχὲς ποὺἔχουν σκοπὸ

σημαίνει τοὺς ὄρθρους

καὶτοὺς ἑσπερινοὺς ἡ σιωπή μου.»

Τώρα, όσο κάθε τι γύρω της, παρελθόν και παρόν, αποκάλυπτε την πραγματική του αξία, συνειδητοποιώντας την ματαιότητα των γήινων πραγμάτων και καταστάσεων, σίγουρη πως η αξία της ζωής βρίσκεται στην απουσία πόνου και όχι στον πλούτο ή τη δόξα, διατηρούσε ένα χαμόγελο ζεστό, ανθρώπινο, πιστή στο «ό,τι έχει κανείς στο σακουλάκι της καρδιάς τον τρέφει στα στερνά». Ήξερε καλά πως η νιότη έχει προοπτική τη ζωή και μόνο τη ζωή και τα γηρατειά τον θάνατο. Σίγουρα, εκείνη η μακρινή πια νιότη δεν την οδήγησε στη ζωή που ονειρεύτηκε, μα τουλάχιστον κατάφερε να ζήσει.

Καλοαναθρεμμένη και μοναχοπαίδι η Καλλιρρόη μα άτυχη. Την ψυχή, την καρδιά, τη σκέψη της, όλα τα χρωστούσε στα τοπία της παιδικής της ηλικίας. Σ’ αυτά τα τοπία είχε συγκεντρώσει όλες σχεδόν τις ψηφίδες του παζλ που αργότερα θα ονόμαζε «η διαδρομή μου». Δεν προσπάθησε να σβήσει τίποτα από όσα είχε ζήσει, αφού ούτε θα μπορούσε να αλλάξει το παραμικρό από το παρελθόν, ούτε πίστεψε ποτέ πως κοιτάζοντας λίγο παραπάνω τον εαυτό της, όπως τη συμβούλευαν, θα ήταν δυνατόν να ξανακερδίσει τη χαμένη της ενότητα με τη ζωή. Έζησε όλα της τα χρόνια στο ίδιο μέρος κουβαλώντας πάντα το ίδιο βάρος, τον ίδιο πόνο, μα καθώς περνούσε ο καιρός έδινε ακόμη και σ’ εκείνες τις πικρές στιγμές που όλα γύρω της είχαν θρυμματιστεί στον πόλεμο, ζεστασιά και αγάπη στην πράξη. Ήταν που δεν άφησε την καρδιά της να σκληρύνει. Δεν μιλούσε πολύ· τα χείλη της είχαν μάθει πως η σιωπή μερικές φορές γιατρεύει πιο πολύ από τα λόγια. Στο σπίτι της, που μύριζε ζυμωτό ψωμί και δυόσμο, έβρισκαν καταφύγιο άνθρωποι κουρασμένοι, παιδιά που είχαν ξεχάσει τι θα πει γέλιο, κι εκείνη, ξανάχτιζε σιγά-σιγά την πίστη στον άνθρωπο.

Διαβάστε περισσότερα