`
Γενιά Χαμένη
Κατάρα είναι για μας η ουτοπία
πατά στα χνάρια μας και δένεται στο ντόκο
πλευρίζει ύπουλα και τρίζει σα συρμός
Τρύπια οροφή
– Δεν έμεινε μεδούλι να ξεράσω –
που μου χαρίστηκε για ουρανός

Κατάρα δίπτερη η ουτοπία
– Εκείνες τις ατσάλινες αρβύλες θέλω να δαμάσω –
πώς σώπαινε η ψυχή μου δε γνωρίζω
την ώρα που με πάταγαν στο στήθος
και του κελιού τα σύρματα κλωτσούσαν
– θε να καώ στου πέλαγου την πρύμη –
Έχτισα τείχη για τη μνήμη…

Λείπει η μάνα μου απόψε
– Ζητούν ψωμί οι πεινασμένοι –
γενιά χαμένη
σέρνεται στα χώματα
θρέφει ο τρόμος τους κροτάφους της μ’ αλάτι
αχνές σκιές δε σείουν κιγκλιδώματα
σήκω μικρέ και τα δεσμά σου κόψε
λείπει η μάνα σου απόψε…
φείδονται λόγων τα γεμάτα στόματα.

`
*
Πέτρινοι άνθρωποι

Μπορείς να βγεις μες στο σκοτάδι να λουστείς
κι ας μη γευτείς
της φτωχικής μου κάμαρας τα χρώματα

στη μεθυσμένη ανάσταση
τη σταθερότητα του βήματός σου αν προτάξεις
και λίγο αν ξεχαστείς
θ’ αφουγκραστείς τους ψίθυρους
των πέτρινων ανθρώπων

αυτών εσύ που χρόνια προσπερνάς
που του κορμιού των
ο άνεμος χαράσσει τις κοιλάδες

κι εμέ ως πέτρινη μορφή χτυπάς
και διαπερνάς ως λαιμητόμος άψυχων ερώτων.