Χορεύοντας με τις «Κόκκινες Μπότες» της Αλεξάνδρας Σάνδη

 

Η Αλεξάνδρα Σάνδη συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό  με τη συλλογή διηγημάτων της Lupus (εκδ. Συρτάρι, 2025). Στη συλλογή γινόταν εύκολα αναγνωρίσιμα ο συγκροτημένος χωρίς περιττά στοιχεία λόγος της συγγραφέως, η έξυπνα δομημένη θεματικά επιλογή των κειμένων και το μετέωρο συναίσθημα που άφηνε κάθε φορά η συνειδητοποίηση των ηρώων. Φέτος, η Σάνδη τολμά την πρώτη της νουβέλα, τις Κόκκινες Μπότες (εκδ. Συρτάρι), δίνοντας την ιστορία μιας χορεύτριας, γύρω από την οποία ξετυλίγονται τα πάθη όσων την παρακολουθούν αλλά και τους παρακολουθεί σιωπηλά.

 

Η ιστορία ξεκινά με τη διήγηση της χορεύτριας, η οποία εξομολογείται το περίεργο τελετουργικό που ακολουθεί πριν από κάθε παράσταση. Λέει ξανά και ξανά αυτή την ιστορία, όσα και όσους θυμάται από την παιδική της ηλικία να την έχουν σημαδέψει, αφήνοντας πίσω κάθε φορά ένα κομμάτι από την παιδική αθωότητα και φέρνοντας τις αναμνήσεις γυμνές και βίαιες μπροστά. Η εισαγωγή αυτή μας μας προετοιμάζει κομψά για όσα πρόκειται να ακολουθήσουν. Υποψιαζόμαστε το άγχος που πρόκειται να βιώσουν τα πρόσωπα, αφού η αφηγήτρια χρωματίζει το ύφος της σαν να μιλάει με τρεμάμενη από την ένταση φωνή. Μας ανακοινώνει πως πρόκειται για την τελευταία της παράσταση, δίνοντάς μας έμμεσα την πικρία και τον φόβο που ενέχει το κάθε τέλος. Μας κάνει ξεκάθαρο πως κάθε φορά η ιστορία δεν τελειώνει με τον ίδιο τρόπο, κάτι που μπορεί να συμβεί και τώρα, αφήνοντας το τέλος ανοιχτό ή θαμπό. Η αφηγήτρια, επομένως, φροντίζει να μας προειδοποιήσει στην αρχή, ενώ όσο εξελίσσεται η ιστορία τής εμφανίζεται κάθε τόσο ανεξάρτητα από το κύριο σώμα για να μας υπενθυμίσει πως όσα διαβάζουμε είναι η δική της αλήθεια.

 

Και η ιστορία ξεκινά. Στο επίκεντρο ένα τριώροφο σπίτι, στο οποίο, όπως θα μάθουμε αργότερα, ο κάθε ένοικος κρύβει τα δικά του πάθη. Αμέσως δημιουργείται μια ασφυκτική αίσθηση: το σπίτι παλιό, τεμαχισμένο σε πολλά μικρά διαμερίσματα, πολλές σκάλες που κουράζουν τους ενοίκου, φως στο χρώμα του ίκτερου.

Η πρώτη που παίρνει την σκυτάλη της ιστορίας είναι η γυναίκα του δευτέρου, με τις κόκκινες μπότες. Ιδρωμένη, ταλαιπωρημένη και τραυματισμένη από τη βραδινή της εργασία, διώκεται πάντα από την εντύπωση πως κάποιος την παρακολουθεί. Ο φόβος και η ένταση δεν την εγκαταλείπουν ποτέ, ωστόσο φαίνεται ότι αποτελούν τις μοναδικές της επιλογές.

Ύστερα, γνωρίζουμε τον τσαγκάρη του τρίτου. Αφοσιωμένος στην χειρωνακτική του εργασία, την οποία έχει ανάγει σε τέχνη, καθώς γίνεται έκδηλο ότι τον ανακουφίζει από τη μοναξιά, λειτουργεί σαν φύλακας-άγγελος των υπόλοιπων στο τριώροφο.

Ακολουθεί η χορεύτρια του πρώτου ορόφου, χωρίς να ξεκαθαρίζεται αν είναι η ίδια η αφηγήτρια που παρουσιάζει τον εαυτό της, κάτι που αποτελεί έξυπνο τέχνασμα από μεριά της συγγραφέως, διότι η αφηγήτρια-χορεύτρια περιγράφει την ηρωίδα-χορεύτρια σαν να την παρακολουθεί από μακριά, ακριβώς με τον ίδιο τόνο και ύφος που βλέπει και τα υπόλοιπα πρόσωπα. Στα μάτια όλων πρόκειται για ένα χαρισματικό πλάσμα, η ίδια όμως βασανίζεται, αφού έχει αναγκαστεί, για λόγους επιβίωσης, να τρέψει την τέχνη της σε κάτι ευτελές. Στην προσπάθειά της να διασώσει την χαμένη της αξιοπρέπεια, όπως διαβάζουμε, αποφασίζει να δώσει τον πιο δύσκολο χορό της ζωής της. Τον τελευταίο.

Ακριβώς στο διπλανό σπίτι, η χήρα, που έχει μάτια και αυτιά για όσα συμβαίνουν εκεί μέσα. Φαινομενικά συστήνεται σαν μια στερεοτυπική φιγούρα, η οποία στη συνέχεια θα γίνει από τα πιο θαρραλέα πρόσωπα, αφού τολμά να παραδεχτεί στον ίδιο της τον εαυτό την καταπιεσμένη για χρόνια ταυτότητά της.

Επόμενος ένοικος είναι ο γεροδεμένος και απόμακρος κλειδαράς του δευτέρου. Ένας κλειστός άνθρωπος, που φοβάται να ανοιχτεί. Ένα άνθρωπος που διψά να τον πλησιάσουν οι γύρω του και ο οποίος, τελικά, θα νιώσει με τον πιο μοναδικό τρόπο πως για όλους μας υπάρχει κάποιος να μας ξεκλειδώσει.

Τέλος, πληροφορούμαστε για την ήσυχη Ανθή του τρίτου, με τον συνεχώς –στα μάτια των γειτόνων– απών σύζυγό της. Το μοναδικό ζευγάρι του οικήματος αποδεικνύει πόσο διαφορετικά μπορεί να είναι τα πράγματα πίσω από τις κλειστές πόρτες, αλλά και πόσο δίπλα μας μπορεί να βρίσκεται η κόλαση.

Η αφηγήτρια, λοιπόν, μας συστήσει όλα τα πρόσωπα, με έναν θεατρικό τρόπο, σαν να μετακινούμαστε από όροφο σε όροφο μαζί της και να κοιτάμε μέσα από τις κλειδαρότρυπες του κάθε διαμερίσματος, για να διαπιστώσουμε πως ο καθένας από τους ενοίκους είναι συνδεδεμένος με μια τραγική κατάσταση. Στη περιδιάβαση αυτή οι καταστάσεις που έρχονται στο φως επιβεβαιώνουν την ασφυκτική αίσθηση που είχε χτιστεί στην αρχή, καθώς όλοι οι ήρωες ζουν μέσα σε ένα νοσηρό περιβάλλον, όντες εγκλωβισμένοι μέσα στα ίδια τους τα σπίτια. Μαθημένοι στη μοναξιά και στο προσωπικό τους δράμα κρύβονται πίσω από τις κλειστές τους πόρτες, δεν ζητούν βοήθεια και δεν επικοινωνούν παρόλο που είναι τόσο κοντά. Φυσικά, η εξέλιξη των πραγμάτων είναι τόσο ραγδαία, αφού φτάνει μέχρι και στον θάνατο, που δεν έχουν άλλη επιλογή από το να συνειδητοποιήσουν πόσο ανάγκη έχει ο ένας τον άλλον.

Όπως και στο πρώτο της έργο, έτσι κι εδώ η Αλεξάνδρα Σάνδη δεν φοβάται να θίξει με την πένα της αλήθειες της σύγχρονης κοινωνίας που τρομάζουν και σφίγγουν το στομάχι. Φέρνει μπροστά με ωμό τρόπο τη μοναξιά, τον θάνατο, τη βία, όχι όμως για να σοκάρει το αναγνωστικό κοινό, αλλά γιατί διαθέτει μια ειλικρινή ευαισθησία. Φυσικά, το ύφος που διαλέγει είναι και πάλι λιτό, κάτι που ταιριάζει ακριβώς σε όσα περιγράφονται, τολμώντας βέβαια να γίνει σε σημεία, που επιτρέπει η αφήγηση, λυρικό. Η αφήγηση, δε, δομείται σε δύο επίπεδα αφού έχουμε από τη μία την πρωτοπρόσωπη εξομολόγηση της χορεύτριας και από την άλλη την τριτοπρόσωπη διήγηση για όσα συμβαίνουν μέσα στο τριώροφο. Στην πρώτη περίπτωση ο τόνος είναι συγκινητικός και πιο προσωπικός, στη δεύτερη πιο αντικειμενικός, χωρίς να στερείται όμως ανθρωπιάς. Αυτές οι εναλλαγές σε συνδυασμό με το μη-ξεκάθαρο τέλος που προανήγγειλε η αφηγήτρια, αφού πράγματι οι καταστάσεις και τα πρόσωπα μπερδεύονται συναισθηματικά έτσι ώστε να φαίνονται τελικά ως ένα, αποδεικνύουν τη συγγραφική μαεστρία της Σάνδη.

Ολοκληρώνοντας, η νέα νουβέλα της Αλεξάνδρας Σάνδη είναι ένα καλοδουλεμένο έργο που τραντάζει και συγκινεί τον αναγνώστη με όσα φωτίζει. Επιλέγοντας ως θέματα τη βία, τον θάνατο και τη μοναξιά, αποδεικνύει πως η λογοτεχνία οφείλει και μπορεί να σχολιάζει τα πιο σκοτεινά σημεία του ανθρώπου, τα οποία πιθανώς δεν θα ελλείψουν ποτέ. Παράλληλα, όμως, ο χορός με τις κόκκινες μπότες, που λέγεται ζωή, δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσει.

 

 

 

 

*************************

Ευαγγελία Πάσσαρη γεννήθηκε το 1998 στην Αθήνα, όπου και ζει σήμερα. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, στο οποίο και συνέχισε τις μεταπτυχιακές της σπουδές με ειδίκευση στη Νεοελληνική Φιλολογία. Διηγήματά της και ποιήματα έχουν δημοσιευτεί σε ποικίλα ηλεκτρονικά περιοδικά (Χάρτης, Fractal, Ποιείν κ.α), καθώς επίσης έχει συμμετάσχει στον συλλογικό τόμο «Με μια σχεδία» – Ανθολογία μικροδιηγήματος «100 λέξεις σε 100 ώρες για τη “Σχεδία”» του περιοδικού Σχεδία. Η πρώτη της συλλογή διηγημάτων «Ένα κίτρινο μπαλόνι στα κορδόνια σου» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Συρτάρι.