ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Χαρούμενος

Του άρεσε να χαζεύει στους δρόμους
Να χαιρετάει τους περαστικούς, με τα βαμμένα του, αραιά μαλλιά
Να ονειρεύεται ταξίδια
με τα γυαλιστερά τροχοφόρα
Να γεμίζει την τσάντα του με σέξυ εσώρουχα
που ‘βλεπε στις βιτρίνες των καταστημάτων
Να μυρίζει τ’ αρώματα στα μπουκαλάκια
που του θύμιζαν την μυρωδιά του έρωτα

Μα ανόητοι πιτσιρικάδες
τον πήραν για αλλοπαρμένο
σκορπώντας τη βία πάνω
στο ονειροπόλημά του

Η ώριμη καρδιά του δεν άντεξε τον εφιάλτη
κι ένα μοναχικό βράδυ
έλιωσε χωρίς κραυγή

σε κάποιο πεζοδρόμιο
της οδού Σατωβριάνδου.

Σκέψεις το απόβραδο

Η μοναξιά είναι παρούσα σαν ένα σύννεφο
Απόψε όμως έχει δύο όψεις
Η μία είναι σκυθρωπή
κι η άλλη παρόμοια με φεγγαράδα
Είναι τόσο κοινή που την συγχέεις
με μια βόλτα στην Ερμού
Με τις ψηλοτάκουνες γόβες στη βιτρίνα
Με τις δαντελωτές κυλόττες
Με ό,τι απόμεινε από τη μέρα σου

Ανάβεις ένα τσιγάρο κι άλλο ένα
Πίνεις λίγο κόκκινο κρασί
και συλλογιέσαι πως όλα είναι μια ιδέα
μια ψευδαίσθηση, μια σαμσάρα
κι εσύ το χρυσό μωρό του σύμπαντος
που σου πρέπει να διασχίσεις
το ορμητικό ποτάμι της ζωής
όχι με ουρλιαχτά
μα με χαχανητά!

Ένα κρυφό ποίημα

Το κεφάλι μου, ένα πεδίο μάχης
Οι σκέψεις, άτακτος στρατός σ’ οπισθοχώρηση
Τσαλαπατά τη μήτρα των δακρύων

Θυμάμαι
τη βουβή μυρωδιά της θάλασσας
τα βράχια της ακτής
την ακαμψία των σωμάτων μας
την άμμο ανάμεσα στις λέξεις

Αν έχεις πει μια φορά «σ’ αγαπώ», τι σε περιμένει;
Αν έχεις δει το κρυφό σημάδι, ποιός θα σε πιστέψει;

Όλα περνούν, όλα αναλώνονται
σαν σοκολατάκια στο χρυσόχαρτο
ούτε μια σκιά ανάμεσα στο φως των πυγολαμπίδων

Ξεφτίζει το όραμα της ηδονής
Ξεθωριάζουν τα ίχνη του θείου, στα πρόσωπα που αγαπήσαμε
Οι κουρασμένοι οδοιπόροι δεν περιμένουν τίποτα πια

Υπάρχει άραγε άδολη, παντοτινή αγάπη;
Υπάρχει πλέρια χαρά στα σπλάχνα των ψαριών
σαν θυμούνται εκείνον που κάποτε τα χάϊδεψε
με τις πατούσες των ποδιών του;

Η βεβαιότης διαρρέει από τις άκριες
Όμως τ’ αγκάθια ανθίζουν
όπως και το χαμόγελο στα χείλη των πικραμένων.

Από μακριά, τα φώτα της πόλης, ξερνούν παρηγοριά.

Έτσι σκέφτηκα όταν σε πρωτοείδα

Όμορφε παράξενε
έλα να περάσουμε αγκαλιά
τούτη τη βραδιά
Να ξεχάσουμε τα βάσανά μας όλα
Να γιορτάσουμε την ανέλπιστη χαρά μας
Να δώσουμε υλικό για χίλια χρόνια
στα όνειρά μας
προτού στεγνώσουν τα φιλιά
προτού το πάθος μας σβήσει και πεθάνει
σαν τη νύχτα αυτή
όταν έρθει η αυγή.

Ο Δάσκαλος είπε…

Διαβάζοντας ξανά την Ιθάκη σου
σε βλέπω ολοζώντανο μπροστά μου
Μοναχικό κι απόμακρο
σκυμμένο πάνω στα γραφτά σου –
που τα φωτίζει η σειρά των κεριών σου

Ο δρόμος προς την πλήρωση
ένα τριαντάφυλλο ανθισμένο
μες το καταχείμωνο

Ο πηγαιμός για την Ιθάκη
ένα οδοιπορικό γεμάτο πόνο, βάσανα
έκσταση, πάθος και αγώνα

Βάδισέ τον ως το τέλος, λες
Τόλμησε, νίκα τον πανικό της ψυχής
κολύμπα στ’ άγρια κύματα της ζωής, μη φοβηθείς
Μια μέρα λαμπρή
φορτωμένος τρόπαια και τιμαλφή
στο λιμάνι της Ιθάκης σου
θα μπεις.

Μικρό Ανθολόγιο

Μια σκέψη

Η θλίψη δόθηκε στον άνθρωπο
από ευσπλαχνία
Όταν στην έσχατη ώρα της απογείωσής της
φθάσει
μ’ ανακούφιση η ψυχή
τα γήινα σαν κονιορτό ν’ αποτινάξει.

*

Χωρίς απόκριση

Οι νύχτες στοίβασαν απότομα τον κόσμο, σ’ ένα μπαούλο
Οι μέρες στεγνές, κλεισμένες σε κονσέρβες
κατρακυλάνε στο δρόμο
Η απελπισία με γυροφέρνει σαν ερπετό

Το χέρι κάποιου θεού, μ’ έχει αρπάξει για καλά, απ’ τον λαιμό
Πνίγομαι σ’ ένα μαβί χαμόγελο
ανήμπορη ν’ αντισταθώ

Εάν εσύ, ήσουν εγώ, τι θα ’κανες;

Τα βράδια

Ξέρω την τρέλλα, λες. Την γνωρίζω από παλιά
Είναι αυτή η μυρωδιά αποσύνθεσης
που έρπει στο δέρμα σαν φίδι
Δεν την φοβάμαι πια
Αυτό που φοβάμαι είναι τούτο το γυαλιστερό
πρόσωπο της μικρής οθόνης
που κάθε βράδυ την ίδια ώρα
ουρλιάζει «η αγάπη είναι μια απειλή»
Πόσο κλαις και γελάς μ’ αυτό το ουρλιαχτό
μέχρι που τα χέρια σου αδειάζουν
το στόμα σου ένα μικρό κελί.
Κύματα ανεβοκατεβαίνουν στο δωμάτιό μου
αντηχώντας «απειλή, απειλή»
καθώς η αγωνία μου κατακαίει το κορμί
Σαρδόνια κι αστραφτερή κατρακυλά η βέρα μου στο δάπεδο
Ποιο είναι αυτό το πρόσωπο κουλουριασμένο
στο χρυσό που τόσο με τρομάζει;
Κι αυτός ο φιδίσιος ήχος;

Σ’ ένα γκρίζο ρευστό

Οι μέρες που έρχονται είναι αποφασιστικής σημασίας
Θα πρέπει να βελτιώσω την εικόνα του κόσμου
την εικόνα του εαυτού μου
Η ανησυχία κι η σύγχυση μού αναστατώνουν τα σωθικά
-Ήσουν σαφής τη μέρα που έφυγες κι ακολούθησα τη μοίρα μου
Τριγυρνάω στους δρόμους της λαβυρινθούπολης χωρίς ένα μίτο
πουθενά Αριάδνη
απλά κοσμάκης συνωστίζεται στα μαγαζιά και στις ταβέρνες
καταβροχθίζοντας με απληστία την άγνοιά του
Το παρελθόν μου γέμισε τους πόρους με ζοφερή ελπίδα
μου κόβει την ανάσα
Οι μουσικές και οι φωταψίες πίσω απ’ τα κλειστά παράθυρα των
σπιτιών
μου ανατρέπουν την βραδιά
Να διακόψω τις σχέσεις μου μαζί σου
πιο το όφελος τώρα που τις διέκοψα;
Παραμένω ένα άτομο ονειροπόλο
Ένα νόμισμα άκοπο
Ένα βρύο στον γιαλό.

Καθημερινή

Μέρα μουντή και κιτρινιάρα
Με θολά μάτια περιμένω στη στάση του λεωφορείου
Το σκουπιδιάρικο αργοσέρνεται μπροστά μου
Αλέθοντας στο στομάχι του αυτά που δε καταβροχθίζονται
Από τους συμπολίτες μου
Ένας σκύλος κουτσός διασχίζει την άσφαλτο
Τρόμος στα μάτια
Καμιά χάρη δε κατεβαίνει
Και το λεωφορείο ακόμα να φανεί
Δυο σταγόνες βροχής ισορροπούν στη μύτη
του άντρα με τον πράσινο μπερέ
Ορφανά μωρά τα φύλλα των δέντρων σωριάζονται στα πόδια μου
Μάσκες οξυγόνου αλλάζουν χέρια
Κι ένα ζαρωμένο χαμόγελο με καλημερίζει
πίσω από το τζάμι
Η πόλη βρυχάται χασμουριώντας
Σήμερα δεν θ’ απογοητεύσω τον εργοδότη μου
Ούτε τον εραστή μου
Ούτε καν θα γελάσω ειρωνικά στο πρόσωπο
της μαραμένης μου μέρας.

Έτσι ξαφνικά

Ξάφνου το δωμάτιο φτώχυνε
τα παράθυρα σφάλισαν
η πόρτα έκλεισε ερμητικά
κι η ηχώ του «αντίο» σου
κόλλησε στον τοίχο

Τι παράξενος που ‘ναι ο κόσμος
τι τρελό που ‘ναι το δωμάτιο μου
φτωχαίνει και πλουτίζει ξαφνικά
με παίρνει σα βαρκούλα κι αρμενίζουμε στ’ ανοιχτά
ή γίνεται κλουβί, σκοτεινό κελί
που αν ζω ή πεθαίνω αδιαφορεί

Έτσι ξαφνικά …

Επιλογή

Δεν είμαι σάρκινο τοπίο από βαθουλώματα και λόφους
Γνωρίζω τα φράγματα που το πεπρωμένο μου στήνει
για να ξεπεράσω
Γνωρίζω την τρέλα που κρύβεται
πίσω από τα φιλιά σου
Και φτιάχνω ονειροπαγίδες ν’ αδράξω το νόημα τούτης της ζήσης
να το κεντήσω με τα δάκρυά μου
και να τ’ απλώσω σαν χαλί
κάτω απ’ τα πόδια του υπέρτατου Διακοσμητή.

Σημειώσεις για έναν έρωτα

Αυτός είναι ένας άλλου είδους θάνατος
Αυτό το ρευστό μου μ’ ενώνει μαζί σου
που αναπνέει και μεγαλώνει ή λιποθυμά
και στεγνώνει
σύμφωνα με την διάθεσή μου

Ένα είδος νυκτερίδας που κοιμάται κρεμασμένη
στη σκοτεινή σπηλιά
κι εφορμά τα βράδια
γνωρίζοντας ακριβώς την πορεία

Μια βόμβα που εκρήγνυται στην ώρα της
και συ κρατάς τον μηχανισμό

Σε πιάνω απ’ το χέρι και διασχίζουμε
τα χωράφια των προγόνων διαγράφοντας
τ’ αστέρια που δεν μας ανήκουν

Εσύ θυμώνεις που εγώ κλαίω, που αρρωσταίνω
που τα τραγούδια μου σε μελαγχολούν

Κρατώ την ανάσα απ’ το φόβο της ανακοπής
Ανάβεις τσιγάρο και με την κάφτρα του
ανοίγεις τρύπες στη ψυχή μου
Κι εγώ εφευρίσκω φόρμουλες που σε κάνουν
να νοιώθεις ολόκληρος και σε νανουρίζω σαν παιδί

Το ημέρωμα του ταύρου. Του επιβλητικού κεροσφόρου

Τα δάκρυά μου λειαίνουν και μαλακώνουν τις οπλές, τις οπλές
Οι πορφυρές μου σκέψεις αλλάζουν σε μπλε, άσπρες, δια΄φανες
που δεν τις βλέπει πια
δεν μπορείς να τις δεις

Τώρα, είμαι ασφαλής, ασφαλής.

Η αγάπη πάει κι έρχεται

Δίπλα μου στο ψηλό σκαμπό του μπαρ
κάθεται με προστατευτικό χαμόγελο
το μέλλον μου μεταμφιεσμένο
Μια άλλη ευκαιρία
Η καινούργια μου αγάπη, που τώρα έχει μεθύσει
Πίσω οι αγωνίες μου έχουν χάσει
κάθε ενδιαφέρον
Του πιάνω το χέρι
και βγαίνουμε έξω στο δρόμο
-Ένα νεόκοπο ζευγάρι αγκαλιά
κουβαλώντας την ανθρώπινη υπόσχεση
παραμάσχαλα
Η βροχή πέφτει σαν ριπή
Μα τίποτα δεν μας πτοεί
Δίνουμε την σωστή διεύθυνση στον ταξιτζή
και σαν σβόλος έλιωσε η γη
στο παθιασμένο μας φιλί.

Προς το τέλος της «διαδρομής»

Ξερόκλαδα στο στόμα
Πάχνη στα μάτια
Αβέβαια, ασταθή βήματα
πιο ασταθή κι από των μικρών παιδιών
Άδειες, σκωληκοφαγωμένες ζωές
Το κέρδος μιας πορείας τυφλής
Το έπαθλο ενός ονείρου θολού
Και η Μοίρα μας, η λιγότερο επιθυμητή
κι από ένα φτύσιμο στο πρόσωπο
να μας συντροφεύει ως το τέλος
μ’ εκείνο το λάγνο, παραπλανητικό της χαμόγελο.

*

Το προσπέρασμα

Αυτό το πρόσωπο στο δρόμο τον εξοχικό
που στη άκρη του η θάλασσα λαμποκοπά
Αυτό το βλέμμα που ξυπνά
ναρκωμένα θεριά
Πάλι αυτός, να στέκει εκειδά
σαν αρχαίος θεός να σου χαμογελά
Και συ, να προσπερνάς σκυφτά
με μια ντροπή και ταραχή
και μια κραυγή που σπαρταρά
μα δε πλησιάζει
πισωγυρνά και σβήνει
σιγά – σιγά σαν άστρο βουβό
στον απέραντο, κατασκότεινο ουρανό.

Όλα είναι εναντίον μου

Όλα είναι εναντίον μου
– Στα εξόριστα παιδικά μου χρόνια
– Στα λυπητερά σχολεία
με την αρωματισμένη μούχλα των δασκάλων
– Στις πράσινες ιδέες των ερωτικών μου συντρόφων
– Στα στυφά, αναγουλιασμένα πρόσωπα των εργοδοτών μου
– Στη χώρα μου, των μανιακών της εξουσίας
και διώχτες του ωραίου
– Αυτό, το ίδιο μου το σπίτι
που βαρέθηκε τον μονόλογό μου
Όλα, όλα τέλος πάντων, συνωμοτούνε εναντίον μου
Κι εγώ, όντας εχθρά τους
χαμογελώ ακόμα συγκαταβατικά
γυρίζοντας το άλλο μου μάγουλο
ελπίζοντας το παράλογο:
αντί ραπίσματος, ένα τριαντάφυλλο!

Γιατί να δυσπιστώ;

Με μοσχόφυλλο κρασί, παρηγόρησέ με
Γιατί άνυδρη είναι η χαρά μου

Μεσημέρι
Πάνω του περνά γλιστρώντας το σύννεφο
με βία θεριστή
Ένας λεπτότατος αχός ταράζει τη χλόη
Και πάλι ο ήλιος βγαίνει
παίρνοντας την πάχνη όλη

Γιατί να μελαγχολώ;
Γνωρίζω το παιχνίδι
Ξέρω την βαριά σκιά που πέφτει πάνω στα βλέφαρα
Την έχω δει άσπρη σαν βαμβάκι
να φράζει την φωνή;
Γνώρισα την κρυψώνα αγαθών πνευμάτων
Τον διπρόσωπο καιρό

Γιατί να δυσπιστώ
στο αστροβόλημα του έρωτα;
Στη λάμψη των κρυστάλλων;
Στα χρυσαφένια μεσημέρια;

Οι καιροί αλλάζουν

Η δίψα που ‘καιγε τα χείλη
των αμνών, έχει σβήσει
Η μαλθακότητα αχνίζει στην πιατοθήκη
και στα σατέν σεντόνια
Σε ιδέες αιθαλομίχλης και ιριδίζοντα κύματα
ο κόσμος κολυμπά, ρουφώντας
δηλητήρια σα δροσιά.
Κι εσύ, ένας παλαβός με αγγέλου χαρακτηριστικά
δωρίζεις το παιδικό σου βλέμμα
ξεκλειδώνοντας γυναικεία κορμιά
– Ένα ρεύμα αισθησιακού παραληρήματος
που ξεσκουριάζει καταχωνιασμένα χρόνια
– Χωρίς αντίσταση – Υποταγή
Ποιο τρελό σκοτάδι
τρέφει τέτοιο φως;
Κοιτάζω το διαβολικά – θεϊκά
σμιλεμένιο χαμόγελο
Κοιτάζω στο χέρι μου το δώρο
Ένας πόνος
Ένας γρίφος
Ένα οδοιπορικό τσαλακωμένο.

Ένα μεσημέρι στην Αθήνα

Μεσημέρι
Κι ο χρόνος βαλσαμώνεται
στα άδεια βλέμματα των περαστικών.
Και συ ένα κύτταρο στη φλέβα του κόσμου
που τσουλάει στο άπειρο
πάνω στις κυλιόμενες σκάλες του Μετρό
συνετά κι υπομονετικά
Και η αίσθηση πως όλα είναι
έτσι όπως θα ‘πρεπε να ‘ναι.

Κραυγή σε ομίχλη

Περαστικοί κι αυτοκίνητα

Μια καταδιωκόμενη μαινάδα
με την σπάθα του θανάτου στα μάτια

Η αναστάτωση των στοιχείων, η μοναξιά

Ένα βογκητό σέρνεται στην άσφαλτο
καθώς το στόμα ξεβράζει την άβυσσο
σε καπνούς από τσιγάρα

Οι σειρήνες του ασθενοφόρου την περικυκλώνουν
και την απειλούν
να μείνει για πάντα ορφανή, σ’ ένα κόσμο ημιθανή.

Γράμμα στη Μαρία Πολυδούρη

Μαρία, με την άγρια χαρά σου να δρασκελίζεις
τις μάντρες της μοίρας σου νυχτιάτικα
τρέχοντας να της ξεφύγεις
Με το πουδραρισμένο φεγγαρίσιο σου πρόσωπο
να πίνεις και να φλερτάρεις το χάρο όλη νύχτα
Μαρία, πότε για τελευταία φορά εμφανίστηκες στα στέκια
των συντρόφων σαν άγγελος θανάτου
με το κόκκινό σου φόρεμα χωρίς αυτοί να το προσέξουν
γιατί τους θάμπωνε η ομορφιά σου;
Μαρία, πώς να περιγράψω ένα αηδόνι στην ανθισμένη
ρεματιά του δάσους
ή την μελωδία μιας Ιωνικής άρπας
Μαρία, σφαίρες του έρωτα ή της ποίησης
τρύπησαν τα στήθια σου;
Μα εσύ πόσο περήφανα και τα δυο υπερασπίσθηκες
σ’ εκείνο το χωροφύλακα στην Κηφισιά!
Μαρία, έφυγες μια μελαγχολική αυγούλα του Απρίλη
πιστή στο ραντεβού σου και πήγες τον αγαπημένο σου να βρεις
Πες μου όταν τον συνάντησες είχες κρυμμένο
στο μαντήλι ένα στιλέτο ή άνοιξες χαρούμενα
την καινούργια σου αγκαλιά μέσα για πάντα να τον κλείσεις;
Μαρία, έφυγες, μα να που ξανάρθες
Τι κουβέντιαζες μ’ εκείνες τις γυναίκες
κατεβαίνοντας το διάδρομο της «Σωτηρίας» εκείνη την ημέρα
όταν γύρισες και με κοίταξες;
Μήπως πως δε θα γράψω ποτέ ένα ποίημα αντάξιό σου;
Ή ν’ αγαπήσω με πάθος ό,τι με σκοτώνει;

Γρηγορία (Ρίτσα) Πούλιου, γεννήθηκε στην Αθήνα.
Για ένα μεγάλο διάστημα, έζησε στη περιφέρεια, διδάσκοντας αγγλικά σε φροντιστήρια ξένων γλωσσών.
Ασχολήθηκε με κλασσική κιθάρα και με μελισσοκομία.
Επίσης, διατηρούσε ένα μικρό rock café το “Underground” στο Ρέθυμνο της Κρήτης, όπου και έμεινε για δέκα χρόνια.
Τώρα ζει και εργάζεται στην Αθήνα.