Αναγνώσεις

Θεόδωρος Π. Λιανός, «Η κακούργα»

Η Βασιλική μεγάλωνε τρία παιδιά μόνη της. Την μεγάλη μου αδελφή, δώδεκα χρονών τότε, εμένα, λίγο μικρότερο, και την μικρή μου αδελφή, που ακόμα δεν είχε κλείσει ένα χρόνο. Ο πατέρας μου είχε φύγει κρυφά για τον Πειραιά· λαθρεπιβάτης σε ένα μικρό εμπορικό πλοίο που αναχώρησε νύχτα από το λιμάνι της Καλαμάτας. Έφυγε κυνηγημένος για να γλυτώσει τη σύλληψη και την εκτέλεση.

Στην ίδια πόλη ζούσε και η γιαγιά μου με τον γιό της, αλλά η μάνα μου δεν ήθελε και δεν ζητούσε βοήθεια. Δεν είχε λεφτά· είχαμε όμως ψωμί, αυγά από τις κότες μας και γάλα από την κατσίκα. Δεν πεινούσαμε. «Εγώ τα’ κανα, εγώ θα τα μεγαλώσω» έλεγε εννοώντας εμάς. Έτσι ήταν η μάνα μου. Αυτή ήταν η φιλοσοφία της. Αυτό μας έλεγε: «Μόνοι σας, μη ζητάτε βοήθεια από κανένα και να μη δεχόσαστε τίποτα». Αυτό δεν το καταλάβαινα, αλλά το τηρούσα. Μου έδινε ο θείος μου γλυκό κι εγώ έλεγα «Δεν θέλω θείε, έχω φάει», ενώ μου τρέχανε τα σάλια. Αυτό τον κανόνα ζωής που τήρησα τότε, στα χρόνια του φόβου και της απελπισίας, ήταν εύκολο να το κάνω και στην υπόλοιπη ζωή μου. Δεν το μετάνιωσα. Μου έδωσε ένα αίσθημα ανεξαρτησίας και ανωτερότητας έναντι των άλλων, που δεν αντέχουν την στέρηση.

Όταν δυσκόλεψαν ακόμη περισσότερο τα πράγματα και φοβόταν για την ζωή μας, η μάνα μου αποφάσισε να φύγουμε από την μικρή μας πόλη και να πάμε στο Στρέφι, ένα μικρό χωριό, όπου είχαμε την σταφίδα μας. Πήγαμε με τα πόδια, τραβώντας την κατσίκα με ένα σχοινί και με δυο κότες σ’ ένα καλάθι. Εκεί, στο χωριό, είχαμε τα πάντα. Ένα δωμάτιο από πλίθες, λιόπανα για σεντόνια, νερό από μια μικρή πηγή στο διπλανό ρέμα και φαγητό όσο χρειαζόμαστε· μας έλειπε, όμως, το ψωμί γιατί δεν είχαμε ούτε αλεύρι, ούτε φούρνο.

Η μάνα μου προσπαθούσε να κρύψει την αγωνία της για την τύχη του πατέρα, αλλά κάθε τόσο την άκουγα να μουρμουράει «Πού να είναι τώρα; Να ζει; Τον βρήκε τον Θανάση;» Ο Θανάσης ήταν αδελφός του πατέρα μου, που ζούσε στην Αθήνα. Όλο εκείνο τον καιρό μια φορά μόνο είδα την μάνα μου να δακρύζει, όταν κρατούσε αγκαλιά την αδελφή μου και της χτένιζε τα μαλλιά, λέγοντας «Μη κλαίς, κορίτσι μου, ο μπαμπάς σου είναι καλά, είναι με τον αδελφό του, τον θείο σου τον Θανάση».

Διαβάστε περισσότερα