Μια Συνάντηση
Στ’ όνειρο μου συναντώ
τον φίλο μου που’χει πεθάνει. Το ξέρω,
έχει φύγει πολύ καιρό πριν,
και όμως είναι ίδιος
γιατί οι νεκροί είναι αμετάβλητοι.
Δεν γερνούν.
Εγώ είμαι αυτός που έχει αλλάξει,
ξένος τώρα σ’ αυτό που ήμουν.
Κι όμως εγώ, ο αλλαγμένος,
ρωτάω: “Πώς είσαι;”
Χαμογελάει και με κοιτάζει.
“Έτρωγα ροδάκινα
από κάτι θεσπέσια δέντρα”.
****
Τραγούδι σε χρονιά καταστροφής
Άρχισε να με ακολουθεί μια φωνή που έλεγε:
“Δεν μπορεί να διαρκέσει. Δεν μπορεί.
Γίνε σκληρός. Σκληρός.
Να είσαι έτοιμος. Έτοιμος.”
“Πήγαινε κοίτα κάτω απ’ τα φύλλα”,
έλεγε, “γιατί ό,τι ζει εκεί
έχει στη γλώσσα σου πεθάνει.”
Κι είπε, “Βάλε τα χέρια σου
μέσα στο χώμα. Ζήσε κοντά
στη γη. Μάθε το σκοτάδι.
Μάζεψε γύρω σου όλα
αυτά που αγαπάς,
ονομάτισε τα, ετοιμάσου
να τα χάσεις, Θα ‘ναι
σαν όλα όσα ξέρεις να ‘χουν
μέσα στο σώμα σου ανατραπεί.”
Και πήγα κι έβαλα τα χέρια μου
βαθιά στο χώμα και ρίζωσαν
και γίνηκαν σοδειά.
Κοίταξα πάνω απ’ τον θόλο
των φύλλων κι άκουσα φωνές
που ήξερα πως ήταν νεκρές
στη γλώσσα μου χρόνια πριν γεννηθώ.
Έμαθα το σκοτάδι.
Και η φωνή παρέμεινε μαζί μου.
Ξυπνώντας τα ξημερώματα,
την άκουγα, σαν πουλί
σαστισμένο ανάμεσα στα φύλλα,
ένα κοτσύφι που τραγούδαγε τεμπέλικα
στο φθινόπωρο της καταστροφής:
“Να είσαι έτοιμος. Έτοιμος.
Γίνε σκληρός. Σκληρός.”
Και άκουσα τον ήχο
μιας μεγάλης μηχανής να γεμίζει
τον αέρα, και μια φωνή να ρωτάει:
“Αλλαγή ή σκλαβιά;
Στέρηση ή σκλαβιά;”
και οι φωνές να απαντούν:
“Σκλαβιά! Σκλαβιά!”
Και φοβόμουν, αγαπώντας
αυτό που ξέρω ότι θα χαθεί.
Τότε η φωνή που με ακολουθούσε είπε:
“Δεν έχεις πλησιάσει ακόμα αρκετά.
Πλησίασε το χώμα. Μάθε
από την μπεκάτσα στο δάσος
που το φτέρωμα της είναι μια τελετουργία
των πεσμένων φύλλων,
και από το ορτύκι στη φωλιά του
που οι κηλίδες του δεν σ’ αφήνουν
να το δεις μεσ’ στο ψηλό γρασίδι.
Παρατήρησε το τρίχωμα του τυφλοπόντικα.
Γιατί ο αγρότης θα φορέσει
το χορτάρια και τ’ αυλάκια
των αγρών του, και θα αντέξει
την μακροημέρευση του δάσους.”
Και ρώτησα: “εννοείς θάνατο, λοιπόν;”
“ναι”, είπε η φωνή. “Να πεθάνεις
για να γίνεις ό,τι η γη απαιτεί από σένα.”
Άφησα κάθε δισταγμό και βυθίστηκα
στη γη σαν απελπισμένος κολυμβητής,
κι επιτέλους έφτασα ολότελα στη γαλήνη
και τη χαρά αυτού του τόπου,
όλοι οι χαμένοι μου επέστρεφαν.
****
Κάθονται μαζί στη βεράντα
Κάθονται μαζί στη βεράντα, το σκοτάδι
έχει σχεδόν πέσει , το σπίτι πίσω τους σκοτεινό.
Έχουν τελειώσει το δείπνο τους, έχουν πλύνει και στεγνώσει
τα πιάτα – μόνο δύο πιάτα τώρα, δύο ποτήρια,
δύο μαχαίρια, δύο πιρούνια, δύο κουτάλια – εύκολη δουλειά για τους δύο.
Εκείνη κάθεται με τα χέρια της σταυρωμένα μπροστά της,
ξεκουράζεται. Αυτός καπνίζει την πίπα του. Δεν μιλάνε,
κι αν μιλήσουν επιτέλους, είναι για να πουν
αυτό που ξέρει ο καθένας ότι κι ο άλλος το ξέρει.
Μοιράζονται ένα μυαλό μεταξύ τους, τώρα, που όμως τελικά
παρ’ όλη τη γνώση του, δε γνωρίζει ακριβώς
ποιος θα περάσει πρώτος από τη σκοτεινή πόρτα, λέγοντας
καληνύχτα, και ποιος θα καθήσει για λίγο μόνος.









