Η αγάπη

Η αγάπη είναι μια τράπουλα σημαδεμένη
μονάχα ό,τι ξόδεψες σε προστατεύει
αν ήμουνα παιχνίδι θα ‘χες κερδίσει
αν είχα φαντασία θα σ’ είχα ζωγραφίσει
σε φύλλα γυάλινα να τα κάνεις κομμάτια
κι αλίμονο αν είχα ένα μαχαίρι αντί για μάτια
ας μην μπορούσα να αρνηθώ ποτέ μου
πως αν ήμουνα γωνιά θα σ’ είχα αποκοιμίσει
αν ήμουνα βροχή θα σ’ είχα ποτίσει
αν ήμουνα σκιά θα σ’ είχα κρύψει
αν ταξίδευα στ’ αλήθεια θα σε συναντούσα
σε κάθε σταυροδρόμι χίλιες φορές θα σε φιλούσα
αν ήμουν όπλο θα σ’ είχα προστατέψει
και στην κάρδια το χρόνο θα ‘χα σημαδέψει
αν ήμουνα ιερέας σαν προσευχή
με τη γλώσσα μες στα δόντια μου θα σε φορούσα
αν ήμουνα πιστός θα ήσουνα ο ψαλμός μου
με τα δάχτυλα στα χείλια μου θα σε τραγουδούσα

Αν ήμουνα αγκαλιά θα σε είχα πείσει
με χείλια ματωμένα θα σ’ είχα νικήσει
αν μου έφτανε η ανάσα θα σε ξεδιψούσα
αν είχα εύκολα τα λόγια θα σε σταματούσα
σε κάθε σταυροδρόμι θα σε σταματούσα
μα αν ήμουν σταυρός, θα σε καρφώναν ακόμα
κι όμως σαν το κλέφτη, σαν το δολοφόνο
κρύβομαι στο φως της διαδρομής σου
για να κλέψω τα βήματα, την όμορφη σκιά σου
να αγαπήσω το σκοτάδι, φτάνει να ‘μαι κοντά σου
να σε κάνω δικιά μου ατέλειωτες ώρες
τόσο δικιά μου που να μπορώ να σε σκοτώσω
πριν με δεις να φεύγω μόλις ξημερώσει
κι εγώ να σου χρωστάω που ζω, να σου χρωστάω
γιατί η αγάπη είναι μια τράπουλα σημαδεμένη
κι όλοι εμείς στα νύχια της οι βαφτισμένοι
κι αν η αγάπη είναι γεμάτη σημάδια να μαντέψω
συγχώρα με αν δεν προλαβαίνω πάντα να τα δω
συγχώρα με που προλαβαίνω πάντα να αμυνθώ

(ελεύθερη μετάφραση του “Carte da decifrare” tou Ivano Fossati)

Κρασί στο χώμα

Στίχοι: Χρήστος Θηβαίος & Οδυσσέας Ιωάννου

Χύθηκε κρασί στο χώμα κι από τα χείλια μια ευχή
ο ήλιος άνοιξε το στόμα κι έπινε μέχρι να γδυθεί

Ποια θράκα τρίζει στην καρδιά μου
ποιος ουρανός αιμορραγεί και μάτωσαν τα γόνατά μου
απ’ το παιχνίδι που κάνει μαζί μου
της ομορφιάς η πληγή;

Πόσο καιρό θα ψάχνω τι θέλει ο άνθρωπος να βρει
ο ήλιος άνοιξε το στόμα μα η μέρα ακόμα να φανεί

Ποια θράκα τρίζει στην καρδιά μου
ποιος ουρανός με διεκδικεί και μάτωσαν τα γόνατά μου
απ’ το παιχνίδι που κάνει μαζί μου
της ομορφιάς η πληγή;

Δεν είναι η αγάπη περιουσία που τη σκορπάς για να σωθείς
είναι η μαγκιά να μάθεις μ’ έναν άνθρωπο να ζεις

Ποια θράκα τρίζει στην καρδιά μου
ποιος ουρανός αιμορραγεί και μάτωσαν τα γόνατά μου
απ’ το παιχνίδι που κάνει μαζί μου
της ομορφιάς η πληγή;

Το δώρο

Έτσι όπως τρυγάω τα στερνά σταφύλια
τους ψίθυρους μαζεύω για δώρο σου ακριβό
σου στέλνω ένα τραγούδι χώμα απ’ την καρδιά μου
μ’ ό,τι δεν ξερίζωσε η θλίψη μου ως εδώ
ποτίζω ένα τραγούδι στάχτη απ’ το φιλί μου
που ο καυτός αέρας μου άφησε στα χείλια

Τη λίμνη θα διπλώσω σε πλεκτό καλάθι
για να σε τυλίξει η κρούστα της η πορφυρή
χρυσό απ’ το μεσημέρι λάβα από το αγέρι
που ήπιε η ανηφόρα πάνω στην κορφή
τον κέδρο που σωπαίνει το μοβ που υποφέρει
μόνο του κι απόλυτο στην άγονη κορφή

Φεγγάρι μου κι αγρίμι πάρε της ελιάς το ασήμι
σκύβει η χαρά μου σαν την προσπερνάς
μα ουρλιάζει μέσ’ στα σκίνα τη δίψα μου προσκύνα
και αστράφτει η περηφάνεια μου σαν τη σπαταλάς
Στη στόλισα μ’ αγκάθια και λάσπη απ’ το κορμί μου
πες μου αν αντέχεις το δώρο που κρατάς..

Με λένε Αέρα

Με λένε Αέρα και ζω ικανός
κι η φυλή μου και εγώ
σαν ανθός, αν χαθώ
να χαθώ με περηφάνια

Με τη σκουριά πολεμώ
μα το βήμα μου αστράφτει και ζω
ικανός αν χαθώ, να χαθώ με περηφάνια

Αχ, πατρίδα μου το φως σου παντρεύτηκα
κι ερωτεύτηκα τα πράσινα νερά σου
με του ονείρου το σουγιά στα χέρια
χαρακώνω όσα δεν μπορώ να ζήσω αληθινά ] 2x
μια τέτοια νύχτα γλυκιά

Σαν μετανάστης στο ίδιο το χώμα
που γεννήθηκα ζω
κι είναι αυτή η ομορφιά το δικό μου
μυστήριο τ’ όνομα που έχω αντηχεί
στα βαφτίσια όλης της γης
μα δεν έχει γραφτεί σε κανένα διαβατήριο

Αχ, πατρίδα μου…

Θ’ ακουμπήσω το κεφάλι μου στους ώμους σου
και θα ονειρευτώ τη θάλασσα
αύριο πάλι θα ανάψω φωτιά
για να γίνει ο γαλάζιος αέρας
γύρω μας, σπίτι

Πες μου ποια γη
και γιατί στη φωτιά εξαγνίζεται
και παραδίνει τη λευτεριά της στην ειρήνη
Σε κάθε άνθρωπο είδα την δικιά μου εξορία
και στο πρόσωπο του ο ιδρώτας
το δάκρυ μου έχει πλύνει

Αχ, πατρίδα μου…

Με λένε Αέρα και ζω ικανός
και η φυλή μου και εγώ
σαν ανθός, αν χαθώ
να χαθώ με περηφάνια
Το ίδιο χέρι
που αναβοσβήνει τ’ αστέρια
Μάτια μου το ίδιο χέρι
αναβοσβήνει κι εμένα

Αχ, πατρίδα μου…

Ποιος θα μιλήσει για εμάς
θα μιλήσει αυτός που μένει πίσω
γιατί εγώ θα φεύγω
θα συνεχίσω να ακολουθώ
το ρεύμα από τις φτερούγες των πουλιών

 

Έχθρα

Ξεκαθάρισμα λογαριασμών στη πλατεία
οι στοιχειωμένες καρδιές τους γκρεμισμένη εκκλησία
αντεάρ, αντεάρ

Όσα δεν φτάνουν τα μπράτσα η προσβολή τα τσακίζει
η ζωή όταν σκέφτονται η ζωή μου θα τρίζει
αντεάρ, αντεάρ

Πόσο δίκαιη εξουσία ζυγίζει ότι έχει ο καθένας
όταν ο μόνος πόνος που αντέχει είναι ο πόνος ο ξένος

Φχαριστιέται με αιτίες τιποτένιες της καρδιάς μας το μίσος
το δαγκωμένο ουρλιαχτό κάποιου σκύλου για μιας σκιάς τα σκουπίδια
Φχαριστιέται με λίγο αίμα τυχαίο που θα δει στις ειδήσεις
μ’ ένα πιάτο στρωμένο που απόψε κανείς δεν θ’ αγγίξει

Και η κάθε μπιστολιά στον αέρα μια ικεσία στη μοίρα

Τι να κρύβουν οι γυναίκες που σκυμμένες κεντάνε
αυτοί οι λεκέδες του πένθους που το πάθος ξεχνάνε
αντεά, αντεά
Με μια ελπίδα στο στήθος σα σημαία σκισμένη
απ’ τα σκέλια τους ως το φιλί χρεωμένη
αντεά, αντεά

Μια ντροπή που ιδρώνει τα δάχτυλα σαν γλιστρούν σ’ άλλα χέρια
δε μπορεί θα υπάρχει ένας τρόπος να ζεις δίχως φόβο
Μια βιασύνη που βραχνιάζει τα μάτια σαν κοιτούν άλλα μάτια
για να δουν πως δεν είναι αυτό αγάπη μα μίσος ξεθυμασμένο

Και έτσι πάντα τους λάκκους που ανοίγουμε τους φτυαρίζει η εξουσία

Λες και η έχθρα που νοιώθουμε είναι αντίδοτο στη συμφορά μας
στου καιρού το αφόρητο πείσμα να θάβει τα όνειρά μας
Ξεκαθάρισμα λογαριασμών στη πλατεία
οι στοιχειωμένες καρδιές μας γκρεμισμένη εκκλησία

(Μετάφραση του “Disamistade” του Fabrizio De Andre)

Πρώτη ώρα

Σαν λουλούδι η ανάσα μου ξυπόλητη αρχή
σ’ ένα αρχαίο χορό έχει στη ρίζα μόνο νερό
Μέσα στη γλάστρα μου απλώνω κλαδιά
λες θ’ αγγίξω του θεού τα μαλλιά
αν κάποιος ξοδέψει για μένα λίγο καιρό

Τι με ξεδιψάει, ρωτάω… κι ανθίζω
ν’ αφουγκραστώ μια ξένη δροσιά να με ποτίσει
με μια γουλιά το χωρισμό μήπως γεμίσει

Κάθε πρωί όταν ξυπνάω με σπασμένα σχοινιά
μόνο οι χαρακιές στο στόμα του πηγαδιού
δείχνουν πως ήπια νερό
Στα χνώτα του πρωινού βαφτισμένος
λέω πως ο καθένας μας γεννιέται ποιητής
ζει σαν κλέφτης και πεθαίνει διψασμένος

Δεν θέλω ειδήσεις, όχι άλλα σκουπίδια
μόνο τη δύναμη του ανθρώπου που κάθε μέρα
σα να ευλογεί απ’ την αρχή τα πάθη τα ίδια

Σ’ ευχαριστώ ζωή μου διψασμένη κι ακριβή
που μ’ έμαθες… πως μόνο ο εαυτός μου δεν μου αρκεί

Πριν με σπαράξει η δουλειά στο μαξιλάρι μου ψάχνω
του αστεριού μου το φως μια προσευχή να κρατηθώ ζωντανός
Στα χνώτα του πρωινού βαφτισμένος
λέω πως ο καθένας μας γεννιέται ποιητής
ζει σαν κλέφτης και πεθαίνει διψασμένος

Τι με ξεδιψάει, ρωτάω… κι ανθίζω
ν’ αφουγκραστώ μια ξένη δροσιά να με ποτίσει
με μια γουλιά το χωρισμό μήπως γεμίσει

Σ’ ευχαριστώ ζωή μου διψασμένη κι ακριβή
που μ’ έμαθες… πως μόνο ο εαυτός μου δεν μου αρκεί

Ένα μεσημέρι του Ιούλη

Ένα μεσημέρι του Ιούλη μεσ` στα μάτια ενός ζευγαριού
είδα κάτι που είχε ξεφύγει απ`τους νόμους του κοπαδιού.
Δεν είχανε στο βλέμμα τους το ύφος αυτό
το κυνηγημένο ή το αρπαχτικό
κι αναρωτιέμαι συχνά αν ατ`αλήθεια το ξέραν κι οι δυό
ότι την ίδια στιγμή απ`τα δίχτυα του κόσμου είχαν βγει.
Έμοιαζε θαρρείς με ζαρκάδι μεσ`στο φόρεμά της το γκρι
κι εκείνος λίγα στάχυα πιο πέρα
τυφλωμένος σαν προσευχή.
Μίλαγαν μια άγνωστη γλώσσα καθώς
τα λόγια δεν είχαν πια βάρος στο φως
κι αναρωτιέμαι συχνά αν στ`αλήθεια το ξέραν κι οι δυό
ότι την ίδια στιγμή απ`τα δίχτυα του κόσμου είχαν βγει.
Το ίδιο βράδυ σ`ένα ξωκλήσι που έσπειρε στα βράχια ο νοτιάς
αυτά που προσκυνάς κατά τύχη και που μόλις βγεις τα ξεχνάς
τους είδα να τυλίγονται σ`ένα φιλί
ώσπου τους πήρε μια σιωπή αλμυρή
κι αναρωτιέμαι συχνά αν στ`αλήθεια το ξέραν κι οι δυό
ότι την ίδια στιγμή απ`τα δίχτυα του κόσμου είχαν βγει.