Μαρία Χατζηαποστόλου, «Το πρόσωπο του Χριστού στο Νίκο Καζαντζάκη», εκδ. Αρμός, 2013
11Απρ
Σκοπός της συγγραφέως μέσα από το βιβλίο της, είναι να οδηγήσει τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι, στην ανυπότακτη σκέψη του μεγάλου Κρητικού, ιδωμένη μέσα από τους σημαντικότερους σταθμούς της ζωής του: τη σύγκρουσή του με το σύστημα της θρησκείας της εποχής του, την υψιπετή σκέψη της Ἀσκητικῆς, την πίστη του προς την Ανάσταση και κυρίως το πρόσωπο του Χριστού που γοήτευσε και συγκλόνισε την ύπαρξη του συγγραφέα. Ένα πρόσωπο που δεσπόζει στο καθολικό του έργο, ανατρέποντας όλους εκείνους τους μύθους που θέλουν το συγγραφέα αδιάφορο, ακόμη και ξένο προς την ορθόδοξη παράδοση του τόπου του. Ο μεγάλος Κρητικός κήρυξε στην εποχή του το τέλος της βεβαιότητας και την επακόλουθη αρχή της αγιότητας. Κι’ αυτό υπήρξε πάντα. Μια φλεγόμενη ύπαρξη, μια ανυπότακτη ζωή, μια λεύτερη ψυχή. Ένα ταξίδι, λοιπόν, τούτο το βιβλίο κι’ ακριβώς για τούτη την ομορφιά του ταξιδιού μίλησε ο μέγας Κρητικός. Με την ανυπότακτη ψυχή του ταξίδεψε σε κόσμους πέρα από τη σκέψη, διψώντας εναγωνίως να βιώσει τα αιώνια μυστήρια της υπάρξεως που ταλανίζουν ανά τους αιώνες τον άνθρωπο, πάντα αρνούμενος τη συνθηκολόγηση της ψυχής του. Στην αιμάτινη αυτή πορεία αισθάνθηκε την αγωνία του Χριστού στον κήπο της Γεσθημανή, τον πόνο και τη μοναξιά του Εσταυρωμένου, μα και τον ζωοφόρο άνεμο της Ανάστασης.
[Από την παρουσίαση του βιβλίου]
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ από το “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”
—Αδερφέ μου, είπε, είσαι πιο καλός, πιο αγνός, πιο κοντά στο Χριστό από μένα. Δε σε δέρνουν δαιμονικές φωνές εσένα, και βρίσκεις πιο απλά και πιο σίγουρα τη στράτα. Ό,τι εγώ χρόνια παιδεύτηκα να φτάσω και δεν το ’φτασα, εσύ το φτάνεις μ’ ένα ήσυχο, αλαχάνιαστο βήμα. Και η θυσία η δικιά σου έχει αξία μεγάλη· γιατί έχεις σπίτι αρχοντικό και πατέρα άρχοντα και πλούτη κι όνομα· εγώ δεν έχω τίποτα. Θυσιάζω στο Θεό το τίποτα· κι όμως ακόμα βασανίζουμαι για να κάμω κι αυτή την τιποτένια θυσία. Όπως ο γέροντάς μου, ο πάτερ Μανασής, είχα κι εγώ, ο παρακεντές, σχέδια μεγάλα· δε με χωρούσε το μαντρί μου, δε με χωρούσε το χωριό, λαχτάριζα να μπω, λέει, σ’ ένα μεγάλο καράβι, να πάω στην άκρα του κόσμου, να βρω τη λύτρωσή μου. Θαρρούσα πως ο Άγιος Τάφος είναι μακριά πολύ, στην άκρα του κόσμου, και καταφρονούσα το σβώλο αυτόν της γης όπου μ’ έριξε ο Θεός… Μα τώρα κατάλαβα· ο Χριστός είναι παντού, τριγυρίζει απόξω από το χωριό μας, χτυπάει την πόρτα μας, στέκεται και ζητιανεύει απόξω από την καρδιά μας. Φτωχός, πεινασμένος, άστεγος είναι ο Χριστός στο πλούσιο τούτο κεφαλοχώρι, όπου ζουν και βασιλεύουν οι Αγάδες, οι Λαδάδες, οι παπα-Γρηγόρηδες. Φτωχός, κι έχει και παιδιά που πεινούνε. Ζητιανεύει, χτυπάει τις πόρτες και τις καρδιές, και τον διώχνουν από πόρτα σε πόρτα, από καρδιά σε καρδιά.
Διαβάστε περισσότερα



![Νίκος Μπουρσινός, «Και ο άνεμος του παίρνει το πρόσωπο», εκδ. Μετρονόμος, 2026 [προδημοσίευση]](https://www.poiein.gr/wp-content/uploads/2026/08/fc9737a0-ca45-42bd-b721-cd1aab2d5d66-75x75.jpg)
![«Συζητώντας με το ΑΙ: “Το να ξέρεις τον ορισμό της λέξης «πόνος» δεν σημαίνει ότι πονάς”» [γράφει ο Σπύρος Αραβανής]](https://www.poiein.gr/wp-content/uploads/2026/07/images-4-75x75.jpg)

![Shūji Terayama (1935-1983),«Ποιήματα και Πεζά»,εκδ. Βλεφαρίδα [Μετάφραση- Επίμετρο: Παρασκευή Ζέρβα] -Προδημοσίευση](https://www.poiein.gr/wp-content/uploads/2026/09/images-6-75x75.jpg)



















