Σκοπός της συγγραφέως μέσα από το βιβλίο της, είναι να οδηγήσει τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι, στην ανυπότακτη σκέψη του μεγάλου Κρητικού, ιδωμένη μέσα από τους σημαντικότερους σταθμούς της ζωής του: τη σύγκρουσή του με το σύστημα της θρησκείας της εποχής του, την υψιπετή σκέψη της Ἀσκητικῆς, την πίστη του προς την Ανάσταση και κυρίως το πρόσωπο του Χριστού που γοήτευσε και συγκλόνισε την ύπαρξη του συγγραφέα. Ένα πρόσωπο που δεσπόζει στο καθολικό του έργο, ανατρέποντας όλους εκείνους τους μύθους που θέλουν το συγγραφέα αδιάφορο, ακόμη και ξένο προς την ορθόδοξη παράδοση του τόπου του. Ο μεγάλος Κρητικός κήρυξε στην εποχή του το τέλος της βεβαιότητας και την επακόλουθη αρχή της αγιότητας. Κι’ αυτό υπήρξε πάντα. Μια φλεγόμενη ύπαρξη, μια ανυπότακτη ζωή, μια λεύτερη ψυχή. Ένα ταξίδι, λοιπόν, τούτο το βιβλίο κι’ ακριβώς για τούτη την ομορφιά του ταξιδιού μίλησε ο μέγας Κρητικός. Με την ανυπότακτη ψυχή του ταξίδεψε σε κόσμους πέρα από τη σκέψη, διψώντας εναγωνίως να βιώσει τα αιώνια μυστήρια της υπάρξεως που ταλανίζουν ανά τους αιώνες τον άνθρωπο, πάντα αρνούμενος τη συνθηκολόγηση της ψυχής του. Στην αιμάτινη αυτή πορεία αισθάνθηκε την αγωνία του Χριστού στον κήπο της Γεσθημανή, τον πόνο και τη μοναξιά του Εσταυρωμένου, μα και τον ζωοφόρο άνεμο της Ανάστασης.
[Από την παρουσίαση του βιβλίου]
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ από το “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”
—Αδερφέ μου, είπε, είσαι πιο καλός, πιο αγνός, πιο κοντά στο Χριστό από μένα. Δε σε δέρνουν δαιμονικές φωνές εσένα, και βρίσκεις πιο απλά και πιο σίγουρα τη στράτα. Ό,τι εγώ χρόνια παιδεύτηκα να φτάσω και δεν το ’φτασα, εσύ το φτάνεις μ’ ένα ήσυχο, αλαχάνιαστο βήμα. Και η θυσία η δικιά σου έχει αξία μεγάλη· γιατί έχεις σπίτι αρχοντικό και πατέρα άρχοντα και πλούτη κι όνομα· εγώ δεν έχω τίποτα. Θυσιάζω στο Θεό το τίποτα· κι όμως ακόμα βασανίζουμαι για να κάμω κι αυτή την τιποτένια θυσία. Όπως ο γέροντάς μου, ο πάτερ Μανασής, είχα κι εγώ, ο παρακεντές, σχέδια μεγάλα· δε με χωρούσε το μαντρί μου, δε με χωρούσε το χωριό, λαχτάριζα να μπω, λέει, σ’ ένα μεγάλο καράβι, να πάω στην άκρα του κόσμου, να βρω τη λύτρωσή μου. Θαρρούσα πως ο Άγιος Τάφος είναι μακριά πολύ, στην άκρα του κόσμου, και καταφρονούσα το σβώλο αυτόν της γης όπου μ’ έριξε ο Θεός… Μα τώρα κατάλαβα· ο Χριστός είναι παντού, τριγυρίζει απόξω από το χωριό μας, χτυπάει την πόρτα μας, στέκεται και ζητιανεύει απόξω από την καρδιά μας. Φτωχός, πεινασμένος, άστεγος είναι ο Χριστός στο πλούσιο τούτο κεφαλοχώρι, όπου ζουν και βασιλεύουν οι Αγάδες, οι Λαδάδες, οι παπα-Γρηγόρηδες. Φτωχός, κι έχει και παιδιά που πεινούνε. Ζητιανεύει, χτυπάει τις πόρτες και τις καρδιές, και τον διώχνουν από πόρτα σε πόρτα, από καρδιά σε καρδιά.
Σηκώθηκε απάνω ο Μανολιός, μέσα στο σκοτάδι το πρόσωπό του άστραψε.
—Αδέρφια, φώναξε, εμείς θα τον περιμαζέψουμε, εμείς θα του ανοίξουμε τις πόρτες μας και τις καρδιές μας. Πρωτύτερα δεν τον έβλεπα, δεν τον άκουγα· τώρα τον βλέπω και τον ακούω. Προχτές τη νύχτα που ανέβηκε ο Γιαννακός να με βρει στη μοναξιά μου, τον άκουσα να με φωνάζει καθαρά, με τ’ όνομά μου, και κατέβηκα στο χωριό. Θαρρούσα πως με φώναξε για να πεθάνω· μα δε με φώναξε γι’ αυτό. Το ξέρω τώρα γιατί με φώναξε· και πήρα απόφαση.
Μια φωνή ακούστηκε μέσα στο σκοτάδι, θα ’ταν του Κωσταντή:
—Τι απόφαση, Μανολιό μου;
—Τι απόφαση; έκαμε ο Μανολιός κι έμεινε λίγη ώρα συλλογισμένος. Πώς να την παραστήσω με τα λόγια; Δεν μπορώ. Θαρρώ μονάχα με την πράξη, αν θέλει ο Θεός, θα μπορέσω. Αδέρφια, πήρα απόφαση ν’ αλλάξω τη ζωή μου ολότελα, ν’ απαρνηθώ τα περασμένα, να περμαζώξω το Χριστό από το δρόμο. Θα πηγαίνω μπροστά με την τρουμπέτα, σα σεΐζης του, και θα φωνάζω. Τι θα φωνάζω, δεν ξέρω. Ούτε και νοιάζουμαι· όταν θ’ ανοίξω το στόμα μου, ο Χριστός θα βάλει τα λόγια που πρέπει στη γλώσσα μου. Αδέρφια, αυτή την απόφαση πήρα.
Σώπασε. Κάμποση ώρα δεν άκουγες στην αυλή παρά το βουερό θρόισμα από τα συκόφυλλα· μα σε λίγο σηκώθηκαν πάλι οι φωνές και τα ρωτήματα.
—Κι εμείς, εμείς με το γαϊδουράκι μας, με τις πραμάτειες μας, με τις ψιλικατζίδικες δουλειές μας; ρώτησε ο Γιαννακός.
—Εμείς με τη γυναίκα μας, με τα παιδιά μας, με τον καφενέ μας; ρώτησε ο Κωσταντής.
—Εγώ δε ρωτώ, είπε ο Μιχελής· πήρα απόφαση. Πριν να ’ρθω απόψε να σας βρω, είχα πάρει απόφαση: θ’ αφήσω το σπίτι του πατέρα μου.
Ο Μανολιός δε μιλούσε· στο ανάριο φως που έριχναν από πάνω τ’ άστρα, ξεχώριζε τα πρόσωπα του Γιαννακού και του Κωσταντή σκυμμένα κατά το πρόσωπό του να ρωτούν ακόμα και να προσμένουν απάντηση. Τι ν’ απαντήσει; Πώς μπορούσε να πάρει απόφαση γι’ αυτούς και ν’ αναστατώσει τη ζωή τους; Καθένας έχει την ώρα της λύτρωσής του· μονάχα καθένας μόνος του μπορεί να κρίνει και ν’ αποφασίσει το πώς και το πότε.
—Αδέρφια, είπε τέλος, σαν τον καρπό του δένδρου είναι κι η κάθε απόφαση του ανθρώπου. Αργά, υπομονετικά, με τον ήλιο, με τη βροχή, με τον αγέρα, ο καρπός ωριμάζει και πέφτει. Κάντε υπομονή, αδέρφια μου, μη ρωτάτε κανένα· θα ’ρθει κι η ώρα η βλογημένη η δική σας – και τότε πια δε θα ρωτάτε· ήσυχα, χωρίς να πονέσετε, θ’ αφήσετε γυναίκα και παιδιά και γονιούς κι εμπόρια, θα ξεπουλήσετε όλα αυτά τα μικρά μαργαριτάρια και θα βρείτε το Μεγάλο Μαργαριτάρι, το Χριστό. […]









