Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Henry Howard (1517-1547), Earl of Surrey (μετάφραση: Κώστας Μαντζάκος)

Ι

Έτσι, αλίμονο, όλα μέσ’ στη γαλήνη σιωπούν,
ο ουρανός κι η γη καμιά δε νιώθουν ταραχή·
τα ζώα, ο αέρας, τα πουλιά πάψαν να τραγουδούν,
τ’ άρμα της νύχτας από τ’ αστέρια θα σταλεί.

Ήρεμη η θάλασσα, τα κύματα όλο και λιγότερο ξεσπούν:
μα όχι και εγώ, που η αγάπη, αλίμονο, με τυραννεί,
εμπρός μου φέρνοντας τους πόθους μου, που δεν υποχωρούν,
μ’ αυξάνονται, καθώς η ψυχή μου μια τραγουδά και μια θρηνεί,

στη λύπη, μα και στη χαρά, σαν μια υπόθεση, που την αμφισβητούν.
Γιατί κάθε σκέψη μου γλυκιά, καμιά φορά μ’ ευχαριστεί:
μα τελικά, τα αίτια της αρρώστειας μου με πονούν

βαθιά και με πληγώνουν μέσα μου σαν το κεντρί,
όταν σκεφτώ τι θλίψη είναι πάλι αυτή να ζω,
και να μην έχω αυτό που θα μ’ έκανε να γιατρευτώ.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Sir Philip Sidney (1554 –1586), Ποιήματα (μετάφραση: Κώστας Μαντζάκος)

Κύριε, πόσο οι εύθραυστες μας απολαύσεις είναι ρηχές,
πόσο ξινή η γεύση που αφήνει μετά τη γλύκα η πεθυμιά,
πόσο υπόκεινται συχνά στις ανεπαίσθητες της Τύχης αλλαγές,
πόσο γοργά αναλώνονται, όπως το χιόνι στη φωτιά.
Αφού στη ζωή αυτή είναι μάταιες, όλες οι ηδονές που θα γευτείς,
Κύριε, δώσε μου τη δύναμη, που σε κάνει να τις περιφρονείς.

Πόσο όμορφες μοιάζουν, όταν η ανάγκη σε κάνει να ποθείς,
πόσο απεχθείς, όταν η καρδιά τις έχει όποτε θελήσει,
πώς για ό,τι έχει κατακτηθεί, φαίνεται να μην άξιξε τόσο να βιαστείς
κι όπου το άπληστο μυαλό γι ακόμα πιο πολλά θα λαχταρήσει.
Αφού στη ζωή αυτή είναι μάταιες, όλες οι ηδονές που θα γευτείς,
Κύριε, δώσε μου τη δύναμη, που σε κάνει να τις περιφρονείς.

Ποιός πρίγκηπας είναι τόσο τρανός, που δύναμη να μη ζητήσει κι άλλη,
ποιός άνθρωπος τόσο πλούσιος, που ακόμα πιο πολλά να μην επιθυμήσει,
σε ποιόν έδειξε ποτέ η Τύχη τέτοια εύνοια μεγάλη,
ώστε την ηρεμία στην ψυχή να του δωρίσει.
Αφού στη ζωή αυτή είναι μάταιες, όλες οι ηδονές που θα γευτείς,
Κύριε, δώσε μου τη δύναμη, που σε κάνει να τις περιφρονείς.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

«Ανθολογία Άννα Αχμάτοβα» (Ανθολόγηση-μετάφραση από το πρωτότυπο- επίμετρο: Στάθης Λειβαδάς) [Γ΄ ΜΕΡΟΣ]

Το ΠΟΙΕΙΝ θα είναι ξανά μαζί σας με νέες δημοσιεύσεις

τη Δευτέρα 21 Αυγούστου.

Ευχόμαστε σε όλους/ες  τους/τις συνεργάτες/τριες, αναγνώστες/ιες, φίλους/ες

ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

 

 

«Ανθολογία Άννα Αχμάτοβα» (Ανθολόγηση-μετάφραση από το πρωτότυπο- επίμετρο: Στάθης Λειβαδάς) [ A΄ ΜΕΡΟΣ]

«Ανθολογία Άννα Αχμάτοβα» (Ανθολόγηση-μετάφραση από το πρωτότυπο- επίμετρο: Στάθης Λειβαδάς) [ Β΄ ΜΕΡΟΣ]

 

ΠΟΙΗΜΑ ΧΩΡΙΣ ΗΡΩΑ

 

Εισαγωγή

 

Από το χρόνο τον τεσσαρακοστό

  Σαν από πύργο ολόγυρα κοιτάζω.

   Σαν πάλι ν’ αποχαιρετώ

    Μ’ όσους από παλιά σχωρέθηκα,

     Σαν να σταυροκοπήθηκα

       Προτού  σε σκοτεινές κρύπτες  θε να μπώ.

 

  1. Αύγουστος (αεροπορικός συναγερμός)

Πολιορκημένο Λένινγκραντ

 

I.

 

In my hot youth — when George the Third was King..,

Don Juan

 (Στη καυτή μου νιότη – όταν ο Γεώργιος ο Τρίτος ήταν βασιλιάς ..,

Δον Ζουάν

 

 

Άναψα κεριά ιερατικά

Και μαζί μ’ αυτούς που κοντά μου δεν ήρθαν

Το τεσσαρακοστό πρώτο έτος συναντώ.

Αλλά … δύναμη Θεϊκή μαζί μας!

Στο κρύσταλλο λίγνεψε η φλόγα,

«Και το κρασί, σαν φαρμάκι,  καίει».[1]

 

Ξεσπάσματα αυτά απόκοσμης  κουβέντας

Όταν θ’ αναστηθούν  οι αυταπάτες όλες,

Και οι ώρες δε θα χτυπάνε.

Μέτρο δεν έχει η αγωνία μου,

 

Σαν σκιά, στο κατώφλι στέκομαι

Φυλάγοντας βάρδια  το τελευταίο μου απάγκιο.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

«Ανθολογία Άννα Αχμάτοβα» (Ανθολόγηση-μετάφραση από το πρωτότυπο- επίμετρο: Στάθης Λειβαδάς) [ Β΄ ΜΕΡΟΣ]

«Ανθολογία Άννα Αχμάτοβα» (Ανθολόγηση-μετάφραση από το πρωτότυπο- επίμετρο: Στάθης Λειβαδάς) [ A΄ ΜΕΡΟΣ]

ΡΕΚΒΙΕΜ

1935-1940

 

                                  Όχι , και ούτε κάτω από ξενικό στερέωμα,

                                 Ούτε κάτω από τη προστασία ξένων φτερούγων,- 

                               Ήμουνα τότε με το λαό μου,

                               Εκεί, όπου ο λαός μου, δυστυχώς, βρισκότανε

 

 

ΑΦΙΕΡΩΣΗ

 

Μπροστά σε τούτη τη λύπη λυγίζουν τα βουνά,

Σταματάει να κυλά ο μεγάλος ποταμός,

Μα γερές της φυλακής οι σιδεριές,

Και πίσω τους « του κάτεργου τα λαγούμια»

Και η  λιγοθυμιά του θανάτου.

Για κάποιον φυσάει αγέρας φρέσκος,

Για κάποιον έρχεται το λιόγερμα –

Δεν ξέρουμε, παντού είμαστε  έτσι,

Το μόνο πού ακούμε των κλειδαριών το απαίσιο τρίξιμο

Και του φαντάρου τα βαριά βήματα.

Σηκωθήκαμε σαν σε λειτουργία πρωϊνιάτικη,

 

Στη πρωτεύουσα κινήσαμε αλαφιασμένοι,

Εκεί συναντηθήκαμε, χωρίς ανάσα των πεθαμένων,

Ο ήλιος πιο κάτω, κι ο Νέβας πιο θαμπός

Και η ελπίδα έφτανε μακριά το τραγούδι.

Καταδίκη … Κι’ αμέσως τα δάκρυα κυλούν,

Ξεκομμένη από όλα,

Σα να παίρνουν με άλγος τη ζωή από τα στήθια,

 

Σα να τη πετάνε με βία κατάχαμα,

Αλλά προχωράει .. τρεκλίζοντας … Μόνη.

 

Πού είναι τώρα οι φίλες οι αφελείς

Των δυο μου σκυλίσιων χρόνων;

Τι τις ξενίζει στον χιονιά της Σιβηρίας,

Τι τις βαυκαλίζει  στον κύκλο της σελήνης;

Τις στέλνω  τα χαιρετίσματα μου.

 

Μάρτης 1940

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Derek Walcott, «Κατακαλόκαιρο» (1984) / Αποσπάσματα (εκλογή – μετάφραση: Νίκος Κωσταγιόλας) [B΄ ΜΕΡΟΣ]

Derek Walcott, «Κατακαλόκαιρο» (1984) / Αποσπάσματα (εκλογή – μετάφραση: Νίκος Κωσταγιόλας) [Α΄ ΜΕΡΟΣ]

 

 

XXVI

 

Προτού κείνο το φορτωμένο σύννεφο ν’ αποσχιστεί απ’ τους κάβους του

– κείνα τα βρόχινα κορδόνια –, ένας άνεμος κάνει τα θαλασσοστάφυλα ν’ ασπαίρουν,

κι ο ύφαλος σημαίνει την στερνή του ασβεστένια αναλαμπή.

Νιώθοντας τη δροσιά να οργώνει το κορμί του, ο Αύγουστος,

σπεύδει προς την αυλή τ’ ασπρόνεφα, σαν πλύστης, να μαζέψει,

από του χρόνου τον μεσημβρινό – το στόμα του ξέχειλο μανταλάκια.

Έχει δει τούτες τις λάμψεις χαλαζία, ξέρει πως η ώρα έφτασε

για τους μουσαφιραίους στον γιαλό ν’ ανηφορίσουν προς το σπίτι

και, ξεπλένοντας την άμμο από τα πόδια τους στο λάστιχο, ν’ αφήσουνε τους μεντεσέδες να σκουριάσουνε

ακούνητοι στις εσοχές τους ως του χρόνου. Μα μια ταινία σιδερένια

γύρω απ’ τα μέτωπά τους επιμένει: οι λουόμενοι στέκουν

ικετεύοντας τα μαύρα σύννεφα, με τα λατίνια τους να παραβγαίνουν τό ’να τ’ άλλο πάνω από τις θίνες,

γι’ άλλη μια μέρα. Εδώ, τα κλήματα ξηραίνουν

τόσο γρήγορα όσο και μεγαλώνουνε, και πριν κοιτάξεις, ένας χρόνος πάει

παρέα με τη σκιά σου. Τα εύκρατα κλισέ στην άμμο δε ριζώνουν·

το τζιτζίκι μπορεί ν’ αρπίζει τους σκοπούς του όλο το χρόνο σαν το θέλει

σ’ εκείνο το μυρμήγκι που μπερδεύεις στα κλαδιά.

Το σύννεφο περνά ψηλά ίδιο θεός που εξευμενίστηκε –

η βλογιοκομμένη άμμος στεγνώνει, οι ομπρέλες σαν μπουμπούκια ξανασκάζουν –

μα εκείνοι που μετράνε το κατακαλόκαιρο μ’ ενός χρόνου τις δοκιμασίες

έχουν ήδη νιώσει μια γροθιά να σφίγγει την καρδιά τους. Αφήνουν χάμω τα βιβλία τους

να μετρήσουν τα παιδιά τα μαζεμένα στις πισίνες, και τους ειδωλολάτρες

να λυγάνε τα κορμιά τους κατά πως προστάζει ο ήλιος, σάμπως μεριδιάνες.

Διαβάστε περισσότερα