Henry Howard (1517-1547), Earl of Surrey (μετάφραση: Κώστας Μαντζάκος)
23Αυγ
Ι
Έτσι, αλίμονο, όλα μέσ’ στη γαλήνη σιωπούν,
ο ουρανός κι η γη καμιά δε νιώθουν ταραχή·
τα ζώα, ο αέρας, τα πουλιά πάψαν να τραγουδούν,
τ’ άρμα της νύχτας από τ’ αστέρια θα σταλεί.
Ήρεμη η θάλασσα, τα κύματα όλο και λιγότερο ξεσπούν:
μα όχι και εγώ, που η αγάπη, αλίμονο, με τυραννεί,
εμπρός μου φέρνοντας τους πόθους μου, που δεν υποχωρούν,
μ’ αυξάνονται, καθώς η ψυχή μου μια τραγουδά και μια θρηνεί,
στη λύπη, μα και στη χαρά, σαν μια υπόθεση, που την αμφισβητούν.
Γιατί κάθε σκέψη μου γλυκιά, καμιά φορά μ’ ευχαριστεί:
μα τελικά, τα αίτια της αρρώστειας μου με πονούν
βαθιά και με πληγώνουν μέσα μου σαν το κεντρί,
όταν σκεφτώ τι θλίψη είναι πάλι αυτή να ζω,
και να μην έχω αυτό που θα μ’ έκανε να γιατρευτώ.









