ΒΡΑΔΥ
La fleur des vignes pousse
Et j ’ai vingt ans ce soir.
(Ανθίζει το λούλουδο των αμπελιών
Και γώ απόψε γίνομαι είκοσι χρονών)
Апdгé Theuriet
Προσεύχομαι στο φως του παραθυριού –
Είναι ωχρό, φτενό, ίσιο.
Σήμερα σιωπώ απ’ το πρωί
Κι η καρδιά – ραγισμένη.
Στον νιφτήρα μου
Πρασίνισε ο χαλκός.
Μα έτσι μαζί του παίζει το φως
Πού να κοιτάς το τέρπεσαι.
Έτσι άκακο και απλό
Στη βραδιάτικη γαλήνη,
Αλλά σε τούτο το άδειο ιερό
Σαν γιορτή είναι χρυσαφένια
Και δική μου απαντοχή.
3 Νοέμβρη 1910
Κίεβο
****
ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Καυτό ακόμα το προσκέφαλο
Κι από τις δυο του τις μεριές.
Να πού και το δεύτερο κεράκι
Σβήνει, και του κόρακα το κρώξιμο
Ολοένα στεντόρειο.
Τούτη τη νύχτα δε κοιμήθηκα,
Αργά για να σκεφτείς τον ύπνο …
Πόσο ανυπόφερτα λευκή
Η κουρτίνα στο λευκό παράθυρο.
Χαίρετε!
**
Άνοιξη 1910
Ίδια φωνή, ίδια ματιά,
Ίδια λιναρένια μαλλιά.
Όλα όπως ένα χρόνο πριν.
Μέσα από το γυαλί οι ακτίνες της μέρας
Των λευκών τοίχων τον ασβέστη φωτοβολούν …
Φρέσκων κρίνων το άρωμα
Και τα λόγια σου απλά.
1909
**
ΣΤΟ ΤΣΑΡΣΚΟΓΙΕ ΣΕΛΟ
Ι
Στην αλέα τα άλογα περνούν.
Με τις μακριές ισιωμένες τους χαίτες.
Ω πόλη πλανεύτρα μυστηρίου
Θλιμμένη με το να σ’ αγαπώ.
Παράξενη θύμηση: αγκούσεψε η ψυχή,
Λίγωσε σε επιθανάτιο παραμιλητό.
Και τώρα άθυρμα γίνηκα
σαν το φίλο μου τον ροζ κοκαντού.[1]
Πόνου προμήνυμα τα στήθια μου δεν πλάκωσε,
Κοίταξε με στα μάτια, αν θες.
Δεν μ’ αρέσει μόνο η πρώτη ώρα του δειλινού,
Ο αέρας από τη θάλασσα και η λέξη «φύγε».
30 Νοέμβρη 1911
Τσάρσκογιε Σέλο
**
ΙΙ
… Και εκεί είναι το μαρμάρινο είδωλο μου,
πρηνές κάτω από το παλιό σφεντάμι,
Χάρισε το πρόσωπο του στα νερά της λίμνης,
Γροικάει το θρόισμα του πράσινου.
Κι η διάφανη βροχή ξεπλένει
Την ξεραμένη του πληγή …
Κρύα, άσπρη, περίμενε,
Και γώ μαρμάρινη θα γενώ.
1911
**
ΙΙΙ
Ένα παλληκάρι μελαμψό στο δρομάκι περιδιαβαίνει
Πλαντάζοντας στης λίμνης τις όχθες,
Κι ένα αιώνα καρτερούμε
Το μόλις ακουστό των βημάτων θρόϊσμα.
Πευκοβελόνες χοντρές κι αγκαθωτές
Σκεπάζουν τα χαμόκλαδα …
Εδώ κείτονταν το τρίκωχο του
Και τούτος ο αναμαλλιασμένος παλληκαράς.
23 Σεπτέμβρη 1911
**
8 ΝΟΕΜΒΡΗ 1913
Γέμισε ήλιο το δωμάτιο
Σκόνη κίτρινη και διάφανη.
Ξύπνησα και θυμήθηκα:
Αγαπημένε τώρα δα είναι η γιορτή σου.
Γι’ αυτό είναι χιονισμένη
Η ζεστασιά μακριά απ’ τα παραθύρια,
Γι’ αυτό , εγώ η ξάγρυπνη,
Σαν από το μοιράδι σου κοιμήθηκα.
∗ ∗ ∗
Ήρθες να με παρηγορήσεις, αγαπημένε,
Ο πιο τρυφερός, ο πιο καλόκαρδος,
Κιότεψα απ’ το μαξιλάρι για να σηκωθώ,
Και στα παραθύρια τα κάγκελα πυκνά.
Πεθαμένη, σκέφτηκα, θα με βρεις,
Κι ένα ξεκούδουνο στεφανάκι θα φέρεις.
Όπως μ’ ένα χαμόγελο την καρδιά πονάς βαριά
Τρυφερός, περιπαιχτικός και πονεμένος.
Πόσο βαρύς μού είναι τώρα ο ψυχοπόνος!
Αν μείνεις δίπλα μου ακόμα
Από το Θεό για σένα συχώρεση θα ζητήσω
Και για όσους αγαπάς.
Μάης 1913
Πέτερμπουργκ, Νησί του Σταυρού
**
ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ
(Ποιητής)
Αυτός που ο ίδιος με μάτι αλόγου παραβγαίνει,
Σκαρδαμυκτίζει, κοιτάζει, βλέπει, μαθαίνει,
Και τώρα να σα λιωμένο διαμάντι
Λαμπυρίζουν οι λακκούβες, ξεμοντάρεται ο πάγος.
Στη μαβιά πάχνη σε νάρκη αυλές
Πλατφόρμες, κούτσουρα, φύλλα, σύννεφα.
Σφύριγμα ατμομηχανής, το χρατς μιας φλούδας καρπουζιού,
Σε μοσχομυρισμένο δέρμα, ένα ευαίσθητο χέρι.
Συρίζει, βροντάει, γρυλίζει, σαν κύμα παφλάζει
Κι’ άξαφνα ησυχάζει – πού σημαίνει,
Φοβισμένα ξεγλιστράει στις πευκοβελόνες,
Για να μην προγκίξει το χώρο, ένας ύπνος ελαφρύς.
Και αυτό σημαίνει, μετράει το στάρι
Σε άδεια στάχυα, σημαίνει, αυτός
Στην ταφόπλακα του Νταριάλ,[2] μαύρη και καταραμένη,
Γύρισε πάλι από κηδεία.
Και πάλι σιγοκαίγεται της Μόσχας η χαύνωση,
Μακριά χτυπάει μια πένθιμη καμπάνα …
Αυτός πού χάθηκε μια ανάσα από το σπίτι,
Εκεί που το χιόνι μέχρι τη μέση και όλα τελειώνουν…
Γιατί τον καπνό παράβαλε με τον Λαοκόοντα
Έκανε τραγουδίσματα του νεκροταφείου τα γαϊδουράγκαθα,
Γιατί τον κόσμο γιόμισε με νέο ήχο
Σε νέο χώρο ανακλασμένων στροφών,—
Ανταμείφθηκε με μια αιώνια παιδικότητα ,
Με του άστρου την απλοχεριά και την εγρήγορση,
Και όλη η γη ήτανε κληρονομιά του,
Και κείνος με όλους τη μοιράστηκε.
19 Γενάρη 1936
Λένινγκραντ
**
Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ ΤΟ 1913
Δεν σε γνώρισα στις δόξες σου,
Γνώρισα μόνο το θυελλώδες ξημέρωμα σου,
Αλλά, ίσως, τώρα δίκαια
Θυμάμαι τη μέρα κείνη χρόνων αλλοτινών.
‘Όπως στους στίχους σου δυνάμωναν οι ήχοι,
Καινούργιες ξεπετάχτηκαν φωνές …
Δεν κιότεψαν νεανικά χέρια,
Πύκνωσες εσύ δάση τρομερά.
Ό,τι καταπιάστηκες, φάνηκε
Αλλοιώτικο, από το πριν.
Ό,τι, ξέκανες εσύ, – ξεγίνηκε,
Η κάθε λέξη βάραινε καταδίκη.
Μοναχικός και φορές φουρκισμένος,
Ανυπόμονα εκβίασες τη μοίρα,
‘Ηξερες, γρήγορα θα βγείς ξέγνοιαστος κι ευτυχισμένος,
Στον αγώνα σου το μεγαλειώδικο.
Κιόλας το σουρτό της φουσκοθαλασιάς βουητό
Ακούστηκε, όταν μας απάγγελνες,
Η βροχή τα μάτια σου λόξευε οργίλα,
Με τη πόλη σε πάλη ανταριασμένη πιάστηκες.
Κιόλας το όνομα το ανήκουστο
Σαν αστραπή στη σάλα τη βαρύθυμη ξεπέταξε,
Έτσι πού τώρα, ολάκερης χώρας φυλαχτό,
Σαν σάλπισμα πολεμικό, να ήχησε.
3-10 Μάρτη 1940
****************************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Η Άννα Αχμάτοβα, γεννημένη σαν Άννα Γκορένκο, είναι για όσους ασχολούνται με τη λογοτεχνία, είτε σαν δημιουργοί είτε σαν αναγνώστες, μια εμβληματική μορφή των Ρωσικών γραμμάτων του 20ου αιώνα, για την ακρίβεια, πιθανότατα η μεγαλύτερη Ρωσίδα ποιήτρια, πολύ γνωστή και μεταφρασμένη και στη Δύση εδώ και χρόνια.
Η ποίηση της, αν μπορεί κάποιος να τη χαρακτηρίσει επιγραμματικά, είναι μια πανσπερμία, μέσω της ιδιοσυγκρασιακής δωρικότητας της γραφής της, λεκτικών εικόνων συχνά με πρωτοποριακή φόρμα που αναφέρονται με τον ένα η τον άλλο τρόπο στους διαχρονικούς άξονες της Αχμάτοβα: το ερωτικό πάθος, την προσωπική και συλλογική ιστορική μνήμη, την οδύνη, την κάθαρση.
Είναι ταυτόχρονα μια ποίηση τέτοια πού να καθιστά αδύνατη την άρτια μετάφραση της αν δεν ληφθούν υπόψη, από τη μια, η ιστορικότητα με την οποία είναι συνυφασμένη η ποίηση της Αχμάτοβα και η οποία ακολουθεί την πορεία της Ρωσίας στον 20ο αιώνα από τον τσαρισμό στην επανάσταση των μπολσεβίκων και την στερέωση της Σοβιετικής Ένωσης, και από την άλλη, οι τραγικές καμπές στην προσωπική της ζωή οι οποίες ωστόσο βρίσκονται σε μια οσμωτική σχέση με το ιστορικό πλαίσιο πού προαναφέρθηκε.
Η γραφή και ο εσωτερικός λυρισμός της Σαπφούς της νεώτερης λογοτεχνίας ήταν για μένα μια πρόκληση στο κατά πόσο θα μπορούσε να αποδοθεί στα ελληνικά διατηρώντας τη λεπτή ισορροπία πού πρέπει να καθορίζει τέτοιου είδους μεταφράσεις. Δηλαδή τη σωστή απόδοση στα ελληνικά της ποιητικής γραφής ως γλωσσικής δομής έχοντας ωστόσο πάντα κατά νου την απόδοση του μέτρου, της εσωτερικής μουσικότητας αλλά και της φιλοσοφικότητας που περικλείει η ποίηση της.
Στην επιλογή ανθολόγησης που έκανα, περιλαμβάνονται ποιήματα του ευρύτερα γνωστού της έργου Ρέκβιεμ αλλά ταυτόχρονα και λιγότερα γνωστά ή ανέκδοτα στην Ελλάδα ποιήματα, ανάμεσα τους και ποίημα υμνητικό για τον Στάλιν της αντιφασιστικής νίκης, μεταγενέστερο φυσικά του Ρέκβιεμ, με το τελευταίο να θεωρείται κραυγή της Αχμάτοβα κατά της δυστοπίας των εκκαθαρίσεων και των καταδικών την τριετία 1936-1939.
Η ανθολόγηση (μικρὀ μέρος της οποίας είναι αυτή η επιλογή) αντλήθηκε κύρια από την δίτομη συλλογή Анна Ахматова, сочинения в двух томах. Москва, Издательство правда, 1990.
Οι σημειώσεις στο κάτω μέρος της σελίδας, πλην εκείνων πού αναφέρονται σαφώς ότι είναι της ίδιας της Αχμάτοβα, ανήκουν στον επιμελητή αυτής της ανθολόγησης.
Πάτρα, 12-07-2023
Στάθης Λειβαδάς
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Είδος παπαγάλου (pink and grey cockatoo) πού συναντάται κυρίως στην Αυστραλία.
[2] Αυχένας σε πολυγωνικό υψίπεδο της Βόρειας Οσετίας που ο Πάστερνακ επισκεπτόταν συχνά τη δεκαετία του ‘30 για να συναντήσει φίλους του ποιητές, θύματα διώξεων λίγο μετά το γράψιμο του ποιήματος.
**************************************************************
![]()
O Στάθης Λειβαδάς είναι ένας πολύγλωσσος διδάκτορας της φιλοσοφίας των μαθηματικών και ασχολείται συστηματικά με τα θεμέλια των μαθηματικών, την φιλοσοφία (ιδιαίτερα την φαινομενολογία και τον υπαρξισμό), την φιλοσοφία της επιστήμης και την νεότερη ιστορία. Είναι συγγραφέας δύο βιβλίων φιλοσοφίας της επιστήμης: “Contemporary Problems of Epistemology in the Light of Phenomenology” και “The Labyrinth of Infinity or the Enigma of Existence” πού έχουν εκδοθεί από τον οίκο College Publications, King’s College London, ενώ πολλά ερευνητικά άρθρα του στα πεδία ενδιαφερόντων του έχουν δημοσιευθεί σε διεθνή ακαδημαϊκά περιοδικά κύρους. Παράλληλα έχει πάντοτε στραμμένο το ενδιαφέρον του στην ελληνική και ξένη λογοτεχνία όπου αισθητι- κές του μελέτες έχουν δημοσιευθεί παλιότερα στην Φιλολογική Επιθεώρηση και τον Ελίτροχο.Μεταφράσεις του ξένων ποιητών και δική του ανθολογημένη ποίηση έχει δημοσιευθεί κατά καιρούς στους λογοτεχνικούς ιστότοπους Ποιείν και Εξιτήριον. Έχει εκδώσει μέχρι τώρα πέντε ποιητικές συλλογές: Οιακίζειν (Αχαϊκές Εκδόσεις, 1998), Οδός Ηλυσίων Πεδίων (Περί Τεχνών, 2001), Οι αντιστίξεις της σελήνης (Γαβριηλίδης, 2004), Η περιήγηση (Γαβριηλίδης, 2007) και Μια στιγμή κάτω απ’ τον ήλιο (Λευκή Σελίδα, 2012).Ο Στάθης Λειβαδάς αυτοχαρακτηρίζεται σαν ένας εραστής της ζωής σε όλες τις αποχρώσεις της, της τέχνης, της φιλοσοφίας, της ποίησης, του διαλέγεσθαι με όποιους και ό,τι δεν εγκλωβίζεται στον μικροαστισμό και τη μικρόνοια.









