I
Το τζετ τρυπά σαν ασημόψαρο των σύννεφων τις στρώσεις –
σύννεφων που αρχεία δε θα κρατήσουν απ’ το διάβα μας
μήτε απ’ της θάλασσας το κάτοπτρο ή τα κοράλλια τ’ απασχολημένα
με τα ήθη τα δικά τους· δεν είναι πύλες από βράχια θρυμματιζόμενα,
σελίδες μόνο ενός νωπού πολιτισμού που γίνηκε σμπαράλια.
Μια τρύπα οπότε ανοίγει στην περγαμηνή τους, κι έξαφνα, σε μια αχανή
ερείπωση φωτός, προβάλλει εκείνο το νησί, γνωστό
στον ταξιδιώτη Τρόλοπ, και στον συνταξιδιώτη Φρουντ,
σαν μη παράγον τίποτα. Ούτε καν ένα έθνος. Ο ίσκιος του τζετ
κυματίζει πάνω από ζούγκλες πράσινες, σταθερά, σα σπάρος
μέσα από φύκια. Το φως μας, μοιρασμένο με τη Ρώμη
και το λευκό χαρτί σου, Ιωσήφ. Εδώ, όπως κι αλλού παντού,
είναι ο ίδιος αιώνας. Σε πόλεις, σε λασπερούς καταυλισμούς,
το φως ποτέ δε γνώρισε εποχές. Κοντά στο σκουριασμένο λιμάνι
γύρω απ’ το Πορτ οφ Σπέιν, λαμπρά προάστια ξεθωριάζουνε σε λέξεις –
το Μαραβάλ, το Ντιέγκο Μαρτίν – αυτοκινητόδρομοι μακριοί σαν τη μετάνοια,
καμπαναριά τόσο μικρά που μετά βίας ακούς τα σήμαντρά τους,
μήτε τα αιχμηρά θαυμαστικά των ασβεστωμένων μιναρέδων
απ’ τα πράσινα χωριά. Σαν κατεβαίνουμε, το παράθυρο αντηχεί
πάνω απ’ τα ποιήματα της γης, που οι φυτείες είν’ οι στροφές τους.
Χαϊδεύοντας απαλά τα βούρλα ενός βαλτότοπου, σαν τρεχάτο νέφος ερωδιών,
οι λέξεις τακτοποιούνται αβίαστα στην αράδα, όπως οι σπίνοι στα κλαδιά τους.
Πλησιάζει πολύ γρήγορα, η αίσθηση του γυρισμού – βιβλίο που θηκαρώνεται
στο ράφι του και πάλι – καλαμωτές διατρέχουν το φτερό, ένας φράχτης· ένας κόσμος
που αντέχει ακόμα, καθώς τροχοί δώσ’ του τραντάζουν και τραντάζουν την καρδιά.
Διαβάστε περισσότερα