I

 

Το τζετ τρυπά σαν ασημόψαρο των σύννεφων τις στρώσεις –

σύννεφων που αρχεία δε θα κρατήσουν απ’ το διάβα μας

μήτε απ’ της θάλασσας το κάτοπτρο ή τα κοράλλια τ’ απασχολημένα

με τα ήθη τα δικά τους· δεν είναι πύλες από βράχια θρυμματιζόμενα,

σελίδες μόνο ενός νωπού πολιτισμού που γίνηκε σμπαράλια.

Μια τρύπα οπότε ανοίγει στην περγαμηνή τους, κι έξαφνα, σε μια αχανή

ερείπωση φωτός, προβάλλει εκείνο το νησί, γνωστό

στον ταξιδιώτη Τρόλοπ, και στον συνταξιδιώτη Φρουντ,

σαν μη παράγον τίποτα. Ούτε καν ένα έθνος. Ο ίσκιος του τζετ

κυματίζει πάνω από ζούγκλες πράσινες, σταθερά, σα σπάρος

μέσα από φύκια. Το φως μας, μοιρασμένο με τη Ρώμη

και το λευκό χαρτί σου, Ιωσήφ. Εδώ, όπως κι αλλού παντού,

είναι ο ίδιος αιώνας. Σε πόλεις, σε λασπερούς καταυλισμούς,

το φως ποτέ δε γνώρισε εποχές. Κοντά στο σκουριασμένο λιμάνι

γύρω απ’ το Πορτ οφ Σπέιν, λαμπρά προάστια ξεθωριάζουνε σε λέξεις –

το Μαραβάλ, το Ντιέγκο Μαρτίν – αυτοκινητόδρομοι μακριοί σαν τη μετάνοια,

καμπαναριά τόσο μικρά που μετά βίας ακούς τα σήμαντρά τους,

μήτε τα αιχμηρά θαυμαστικά των ασβεστωμένων μιναρέδων

απ’ τα πράσινα χωριά. Σαν κατεβαίνουμε, το παράθυρο αντηχεί

πάνω απ’ τα ποιήματα της γης, που οι φυτείες είν’ οι στροφές τους.

Χαϊδεύοντας απαλά τα βούρλα ενός βαλτότοπου, σαν τρεχάτο νέφος ερωδιών,

οι λέξεις τακτοποιούνται αβίαστα στην αράδα, όπως οι σπίνοι στα κλαδιά τους.

Πλησιάζει πολύ γρήγορα, η αίσθηση του γυρισμού – βιβλίο που θηκαρώνεται

στο ράφι του και πάλι – καλαμωτές διατρέχουν το φτερό, ένας φράχτης· ένας κόσμος

που αντέχει ακόμα, καθώς τροχοί δώσ’ του τραντάζουν και τραντάζουν την καρδιά.

 

III

 

Στο ξενοδοχείο Κουίνς Παρκ, με τα λευκά του, ψηλοτάβανα δωμάτια,

μπαίνω ξανά στον πρώτο ντόπιο μου καθρέφτη. Στον πορσελάνινο νιπτήρα

μια κατσαρίδα αποπροσανατολισμένη, ξεστρατισμένη απ’ την πορεία της προς τον Παρνασσό.

Κάθε λέξη που έγραψα πήρε λάθος στροφή.

Είμ’ ανήμπορος να φιλιώσω τούτες τις αράδες με τις γραμμές στο πρόσωπό μου.

Το παιδί που εντός μου πέθανε έχει αφήσει το αποτύπωμά του

στο μπερδεμένο κλινοσκέπασμα, κι ήταν η ισχνή φωνούλα του

που μου ψιθύριζε από του νιπτήρα τους λαρυγγισμούς.

Έξω στο μπαλκόνι ανακαλώ πώς ήταν τα πρωινά:

Ήταν μια γρανιτένια κόχη στην «Ανάσταση» του Πιέρρο

ντελα Φραντσέσκα, το ψυχρό, κοιμώμενο πόδι

μυρμηγκιάζοντας σαν τους μικρούς φοίνικες ψηλά, ως με το Χίλτον.

Στο παχνισμένο Σαβάννα, περιστρεφόμενα απαλά απ’ τους φροντιστές τους,

φριμάζοντας, καλίσφυρα κουρσάλογα γυμνάζονται –

τόσο καλίσφυρα όσο κι ο καφετής καπνός των αρτοποιείων.

Ιδρώτας σκουραίνει τα μεριά τους, σαν τη δρόσο που έχει γλασάρει τα πετσιά

των μεγάλων Αμερικάνικων ταξί που ολονυχτίς σταβλίζονταν στο δρόμο.

Σε στενά σοκάκια ασφαλτωμένα, όπου το φως στριμώχνεται να μπει,

τα κλειστά πρόσωπα των καλυβών ίσως να συγκινούνται ακόμα

μ’ εκείνη τη φράση στον Τράερν:

«Το καλαμπόκι ήταν στιλπνό κι αθάνατο το στάρι,»

αναθυμούμενα τα τευτλοχώραφα στο Τρινιντάντ. Μ’ όλο το θέρος να σκοτώσει,

ένα αεράκι σεργιανάει ως κάτω στις προβλήτες, κι η θάλασσα εκκινεί.

 

 

VIII

 

Ένα καλοκαίρι ακτινοβόλο, τόσο σφοδρό που μετατρέπεται σε κίτρινο

σαν την ομίχλη που αναγγέλλει ένα ολοκαύτωμα. Σαν στρατηγός

διατάσσω αράδες τη λαμπράδα του που πρέπει ν’ αναδείξουνε, δουλειά

που η γαλήνη θα μεστώσει, ίδια λιβάδι χρυσοπάρυφο

στον Μπρίγκελ, στην Πισάρο. Όχι: άσε τη φαντασία όσο ν’ απλώσει μακριά

την πάει μια παρομοίωση· ασ’ την την τύχη της στις δημοσιές να δοκιμάσει,

σ’ έναν Φλαμανδικό αγροτόδρομο με λεύκες φραχτωμένο

ή τον λευκό σχιστόλιθο με τον Ρεμπώ ν’ αλέσει του Σαρλερουά·

άστηνε πίσω να επιστρέψει κουρασμένη, ν’ αναγγείλει πως το θέρος το ίδιο είναι

παντού. Μαύρα φύλλα δέρνονται στις πυροστιές του, κόρακες

αποδημούν απ’ τα μαλλιά μου φτερακίζοντας, μα τι διαφέρει;

Η καρδιά εμμένει έγκλειστη στους τόμους – εμπρός, τα φύλλα σου άνοιξε,

άσε το λιόφωτο να φακιδώσει το φαιόχροο χώμα, αφού

το φως είν’ άφθονο για να τα φέρεις βόλτα. Το κατακαλόκαιρο εκρήγνυται

απ’ το σώμα του, και τα ποιήματά του έρχονται ανεγγύητα,

όπως όταν, ακούγοντας κάτι που ηχεί σάμπως βροχή, αφήνεις σύξυλο ένα μέρος

όπου ένας καταρράκτης κομματιάζεται στα βράχια. Αθρόα χάρη!

 

 

IX

 

Φιλά τη γη, κείνο το κλαδωτό ραβδί του ραβδοσκόπου

η αστραπή, ατόφια η σβέλτη νότα ενός χελιδονιού

στο πεντάγραμμο που ορίζουνε του ηλεκτρικού τα σύρματα, ενώ οτιδήποτε διαβάζω

ή γράφω φαφλατεύει. Α, να έχεις

έναν τόνο λαϊκό και σφριγηλό,

της σύντομης τής συλλαβής το λακωνίζειν, Θεέ μου,

τη σύνθεση όλη σε μια μολυβιά,

σαν τον Λι Πο ή μια κηλίδα σπέρματος στο εσώρουχο. Κι όμως, περπάτα

τούτα τα καυτά δρομάτια: ένα νέφος σκονισμένο οι πινακίδες τους

αγκυλωμένο σ’ ένα εγώ που φλυαρεί. Γραμμές αντάρτισσες,

που από καλούπια δεν κατέχουν. Πιότερο κι από του χρόνου

την αδιάκοπη αλλαγή. Η γλώσσα δε χωρά στη γεωγραφία

εκτός απ’ όταν χώμα κι αστραπή καλοκαιριάτικη ριμάρουν.

Σαν ήμουνα χλωρότερος, ξεστράτισα μ’ ένα κλαρί

κάθε λαλιά ν’ αρθρώσω, ιδίωμα και ζωή μεμιάς.

Πιο δεξιοτέχνης τώρα, συμβιβάζομαι.

Ποτέ τους δεν ευθυγραμμίζονται, η φύση κι η δική σου.

Πολύ γοργή η στενογραφία της αστραπής,

η θάλασσα υπομονετική πολύ, σκίζοντας και σκίζοντας γραφτά,

πολύ φρενήρης ο άνεμος τον ίδιο κόμπο ξετυλίγοντας,

πολύ αργές οι πέτρες έρποντας προς τη γλώσσα κάθε νύχτα.

 

 

XIII

 

Σήμερα σέβομαι τη δομή, το αντίδοτο στην ξιπασιά.

Η παραδουλευμένη λάσπη των πινάκων μου, τα μέτριά μου

σκαριφήματα! Μα πάντα, όταν κενώνεται ο αέρας, ακούω θιάσους να μιλάνε,

τον απόηχο απ’ ό,τι είναι μαζί σοφό και καθημερινό.

Τα φάσματα πληθαίνουν με τα χρόνια – το κεφάλι μια αποικία

χαρακτήρων ανυπόμονων, τ’ αυτιά σαν στρείδια σφαλιστά·

πίσω απ’ τις πόρτες τους ακούω θεσπιανούς να μουρμουράν και να φωνάζουν

– το φωταγωγημένο πάλκο είναι αδειανό, το σκηνικό είν’ έτοιμο

μα το κλειδί να βρω είν’ αδύνατο για να τους ξαμολήσω.

Ω Χριστέ μου, ω τέχνη μου, και ο πολύς καιρός που παίρνει.

Κάποτε βλέπεται η αναλαμπή, μια ξαφνική αγαλλίαση αστραπής

να τακτοποιεί το χώμα· το δέρμα της ασφάλτου

αποπνέει μια φρεσκάδα χρόνων παιδικών σαν η βροχή στεγνώνει.

Ύστερα πιστεύω ότι είναι ακόμα πιθανή, η ευτυχία

της αλήθειας, κι ο νεαρός ποιητής μες στον καθρέφτη

χαμογελάει κατανεύοντας. Δείχνει όμορφος από τούτη την απόσταση.

Κι ελπίζω νά ’μαι ό,τι είδε, ένα ερείπιο που αντέχει.

 

 

XIV

 

Με τη φρενίτιδα ενός γέρικου φιδιού αποβάλλοντας το δέρμα του,

ο αυλακωμένος δρόμος από κάρων ροδεσιές, μούχλα αναδίνοντας,

ελίχθηκε γύρω απ’ τον εαυτό του και αναχάθηκε μέσα στις συστοιχίες

στο σημείο εκείνο που πυκνώνουν τα φυλλώματα κι οι θρύλοι αρχίζουν.

Το γέρμα θα μας απειλούσε, σαν σκαρφαλώναμε πλησιέστερα

στο σπίτι της, ακολουθώντας το ασφάλτινο ανηφόρι προς τον λόφο, που οι κληματσίδες του

λογόφερναν πάνω από ρείθρα με τη σκοτεινή μπόχα των βρύων,

και τα παντζούρια πού ’κλειναν σαν τα ματόκλαδα κείνου του μη-μου-άπτου

που καλούνταν Τι-Μαρί· ύστερα – λαμπερά σαν χάρτινοι φανοί,

το φως να φέγγει από τις λάμπες μέσ’ απ’ τα σανίδια τους, σπίτι το σπίτι –

ήταν η δική της λάμπα, αμέσως πριν το μαύρο καταπιεί το μονοπάτι,

στο μέσα μου παιδί πριν λείψουνε τα ψίχουλα.

Άρχιζε να θυμάται, την ώρα των πυγολαμπίδων,

υπό τους ήχους του νερού που κοπανιόταν στους σωλήνες,

ιστορίες που έλεγε στον αδελφό μου και σ’ εμένα.

Τα φύλλα της ήταν της Καραϊβικής οι βιβλιοθήκες.

Η τύχη που ήτανε καταδική μας, κείνες οι ευώδεις απαρχές!

Το κεφάλι της ήταν η υπέροχη Σιδώνα. Στον χείμαρρο της φωνής της

ίσκιοι σηκώνονταν και περπατούσαν, της φωνής που πια στα ράφια μου πλανιέται.

Ήταν η λάμπα στο βλέμμα δυο μαγεμένων αγοριών,

ακόμα ενωμένων σε μια σκιά, αχώριστων διδύμων.

 

 

XVII

 

Κοντοστέκομαι ν’ ακούσω έναν οχλώδη θρίαμβο τζιτζικιών

να δίνει στη ζωή τον τόνο της, μα το να βιώνεις

τη χαρά σ’ ένταση τέτοια μοιάζει αφόρητο. Κλείσε τ’ αυτιά

στον ήχο αυτόν. Βουτώντας στη σιωπή

το μάτι συνηθίζει στης επίπλωσης τα σχήματα, ο νους σου

στο σκοτάδι. Οι τζίτζικες, αλλόφρονοι, ανακαλούν

της μάνας μου τα πέλματα, σαν τα βελόνια επικείμενης βροχής.

Οι μέρες τότε ήταν πυκνές σα φυλλωσιές, κοντά η μια στην άλλη σαν τις ώρες,

με μια ηλιοκαμένη μυρωδιά που τίναζαν βρεμένοι οι δρόμοι.

Γαζώνω τις γραμμές της τώρα στις δικές μου με την ίδια μηχανή.

Τι δουλειά προσμένει εμπρός μας, τι λιόφωτο γενεών! –

Το λεμονένιο φως στον Βερμεέρ, η επίγνωση πως θα προσμένει

εκεί κι επόμενους, το ραγισμένο φύλλο του ευκαλύπτου,

με την οξεία ακόμα οσμή της τουρπεντίνης,

η φυλλωσιά του αρτόκαρπου, με τις οξειδωμένες παρυφές, θυμίζοντας Βαν Ρόισνταλ.

Το ολλανδικό αίμα στις φλέβες μου διψά για λεπτομέρεια.

Κάποτε σκούπισα μια σταλαξιά νερού από μια φλαμανδική φύση νεκρή

σ’ ένα λεύκωμα, λογίζοντάς τη αληθινή.

Αντανακλούσε τον κόσμο στο κρύσταλλό της, ριγώντας απ’ το βάρος.

Τι χαρά σ’ εκείνη τη σταξιά ιδρώτα, γνωρίζοντας πως άλλοι θα επιμείνουν!

Ασ’ τους να γράψουν, «στα πενήντα έφερε τούμπα τον καιρό,

ο δρόμος του αίματός του ακομπανιάρισε τα φλύαρα τζιτζίκια,»

όπως όταν έπαιρνα τις δημοσιές στα δεκαοχτώ μου, με ζωγράφου αδημονία.

 

 

XX

 

Το κεχριμπαρί νέφος των δέντρων, εκεί που άγγιξε απαλά με το πινέλο του το σούρουπο,

το ερειπωμένο κοίλωμα ενός ρημαγμένου κάστρου, τ’ αχαμνά

ενός αλλήθωρου σατύρου φαγωμένα απ’ τον κισσό. Σ’ απόσταση μα ορατά,

τα σήματα κάποιας αθέριστης, αλχημικής αντίδρασης – η γουβωσιά που αστράφτει

στην καρδιά των μπάρκων όλων. Τίποτα δεν παραμένει ασυγκίνητο

μπρος στην αδήριτη σαγήνη του λυκόφωτος·

είν’ ο δαφνωστεφανομένος της μαλάριας κι εμείς τα εν εξελίξει αριστουργήματά του

– με κάθε πινελιά του κι ένας πυρετός, απ’ άκρη σ’ άκρη να μας δέρνει.

Επομένως, πού τα Κύθηρα; Είναι και τούτα μακριά και πυρετώδη,

τα βλέπεις λίγο να διαστέλλονται, στα πρόθυρα ντελίριου, κοντά

κι αμέσως ξεμακραίνουν, αρρωστιάρικα κι απ’ ώρα σ’ ώρα έτοιμα να σπάσουν

σαν την αραχνώδη αρματωσιά των γιρλαντομένων ιστιοφόρων.

Βρίσκονται τόσο στο πουθενά όσο κι ετούτα τα πλατύφυλλα νησιά,

είναι η νόσος της ελεφάντινης χλωρίδας στον Μπωντλέρ,

το έντομο το τροπικό στων Παρισίων την αιθάλη. Ας πούμε πως είναι ο καθρέφτης

οτιδήποτε υπαρκτού. Όπως άλλωστε κι ο παράδεισος άλλο δεν είναι

από ζωή φασματικά επαναλαμβανόμενη,

ένα άδειο κάθισμα, παπαγαλίζοντας την αδειοσύνη.

 

 

XXV

 

Ο ήλιος έχει ψήσει το πρόσωπό μου σε τερακότα.

Κουβαλά τη λαύρα απ’ το καμίνι του σ’ ολόκληρο το σπίτι.

Όμως λατρεύω τις ρυτίδες του όσο κι εκείνες στο νερό.

Σκνίπες κάνουν έναν πριονοδόντη κάκτο σουρωτήρι,

μια υψικάμινος έχει κυρτώσει την ξιφήρη πικροδάφνη,

κι ένα κλαρί από αιματόξυλο θολώνει μ’ άγριους χαρακτήρες.

Ένα πέτρινο σπίτι καρτερά στα σκαλοπάτια. Η λευκή βεράντα του αστράφτει.

Θα σου σφυρίξω μιαν υπόσχεση που μού’ φερε το κύμα:

«θα δεις τη διάφανη Ελένη να περνά ατόφια η φλόγα

ενός κεριού μπρος στο ηλιοφώς, αιθέρια σαν καπνός που δε λεκιάζει

αμμουδιές μ’ ίσκιο κανέναν». Οι παλάμες μου έχουν κοπεί απ’ τους σπάγγους

της σχεδίας που έσυρα σαράντα χρόνια τώρα.

Η Ιωνία μου είναι το χνώτο του καιομένου γρασιδιού, η τσουρουφλιστή λαβή

μιας στέρνας τον Αύγουστο που σ’ ετούτα τα νησιά τα οξειδωμένα μοναχά τσιρίζει·

οι γραμμές που αγαπώ έχουν αφήσει μέσα μου όλους τους κόμπους τους.

Μέσα απ’ το ζαβλακωμένο απόγευμα, όταν η ζέστη δε μ’ αφήνει να σκεφτώ

κι η μούσα ετούτου του μεσόγειου ωκεανού προσμένει ακόμα για ένα όνομα

κι απ’ την αλατερή, σκοτεινή κάμαρα, το τεντωμένο παραγάδι του ορίζοντα

πιάνει μονάχα αέρα, περιμένω. Καθίσματα ιδροκοπάνε. Ένας χαρτοπόλεμος στο πάτωμα.

Μια σαύρα κοντανασαίνει στον τοίχο. Η θάλασσα μαρμαίρει σαν ψευδάργυρος.

Κι ύστερα, στο φως της πόρτας: όχι η Νίκη χαλαρώνοντας το σανδάλι της,

μα ένα κορίτσι, τινάζοντας άμμο από τη γάμπα της, με τό’ να χέρι να στηρίζεται στην κάσα.