Το ΠΟΙΕΙΝ θα είναι ξανά μαζί σας με νέες δημοσιεύσεις
τη Δευτέρα 21 Αυγούστου.
Ευχόμαστε σε όλους/ες τους/τις συνεργάτες/τριες, αναγνώστες/ιες, φίλους/ες
ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!
ΠΟΙΗΜΑ ΧΩΡΙΣ ΗΡΩΑ
Εισαγωγή
Από το χρόνο τον τεσσαρακοστό
Σαν από πύργο ολόγυρα κοιτάζω.
Σαν πάλι ν’ αποχαιρετώ
Μ’ όσους από παλιά σχωρέθηκα,
Σαν να σταυροκοπήθηκα
Προτού σε σκοτεινές κρύπτες θε να μπώ.
- Αύγουστος (αεροπορικός συναγερμός)
Πολιορκημένο Λένινγκραντ
I.
In my hot youth — when George the Third was King..,
Don Juan
(Στη καυτή μου νιότη – όταν ο Γεώργιος ο Τρίτος ήταν βασιλιάς ..,
Δον Ζουάν
Άναψα κεριά ιερατικά
Και μαζί μ’ αυτούς που κοντά μου δεν ήρθαν
Το τεσσαρακοστό πρώτο έτος συναντώ.
Αλλά … δύναμη Θεϊκή μαζί μας!
Στο κρύσταλλο λίγνεψε η φλόγα,
«Και το κρασί, σαν φαρμάκι, καίει».[1]
Ξεσπάσματα αυτά απόκοσμης κουβέντας
Όταν θ’ αναστηθούν οι αυταπάτες όλες,
Και οι ώρες δε θα χτυπάνε.
Μέτρο δεν έχει η αγωνία μου,
Σαν σκιά, στο κατώφλι στέκομαι
Φυλάγοντας βάρδια το τελευταίο μου απάγκιο.
Και ήχο ακούω αιωρούμενο
Και νοιώθω μια υγρή παγωνιά
Κοκαλώνω, παγώνω, καίγομαι …
Και σα να θυμόμουνα κάτι,
Λίγο γυρίζοντας πίσω
Σιγοψιθυρίζω:
Κάνατε λάθος: των δόγηδων η Βενετία –
Εδώ είναι, αλλά οι μάσκες στην είσοδο
Και οι μανδύες, τα ραβδιά, οι κορώνες
Πρέπει σήμερα να τ’ αφήσετε,
Αποφάσισα τώρα να σας μικρύνω,
Πρωτοχρονιάτικα αερικά.
Εδώ ο Φάουστ, εκεί ο Δον Ζουάν,
Και κάποιος ακόμη μ’ ένα τύμπανο
Τον κατσικοπόδαρο τραβούσε.
Και γι αυτούς παραμέρισαν τα ντουβάρια,
Από μακριά γρύλλισαν οι σειρήνες,
Και σαν θόλος φούσκωσε το ταβάνι.
Όλα καθαρά: όχι για μένα αλλά ούτε για άλλον!
Δεν ετοιμάστηκε το δείπνο γι αυτούς
Και δεν ετοιμάστηκαν συγχώρεση να ζητήσουν.
Ελπίζω, ακάθαρτη ψυχή
Δεν τολμήσατε να φέρετε εδώ.
Ξέχασα τα μαθήματα σας
Λογάδες και ψευτοπροφήτες,
Μα εμένα δεν ξεχάσατε!
Όπως στα περασμένα το μέλλον ωριμάζει,
Έτσι στο μέλλον το παρελθόν σιγοκαίει –
Αλλόκοτη γιορτή πεθαμένων φύλλων.
* * *
Ωστόσο μόνο τους μασκαράδες φοβήθηκα:
Πάντα μού φαινότανε κάπως,
Πως μια απρόβλεπτη σκιά
Χωρίς όνομα και πρόσωπο
Μεταξύ τους ανακατεύονταν. Ας ανοίξουμε τη σύναξη
Στην πρωτοχρονιάτικη γιορτή.
Αυτό το Χοφμανιανό[2] μεσονύχτι
Να το εξιστορήσω από δω κι από κει δεν πρόκειται
Κι αυτό θα το ζητούσα κι από άλλους …
Για στάσου,
Δεν είσαι, κατά πως φαίνεται, στις λίστες
Μάγων, αστρολόγων, και πνευμάτων – [3]
Ριγωτά μασκαρεμένος με το τόπι
Βαμμένος παρδαλά και χυδαία,
Εσύ – ο συνομήλικος της βελανιδιάς της Μαμβρή,[4]
Ο αιώνιος συνομιλητής του φεγγαριού.
Δεν ξεγελάνε προσποιημένοι στεναγμοί,
Γράφεις εσύ νόμους σιδερένιους:
Χαμουραμπί, Λυκούργοι, Σόλωνες
Σε σένα να μαθητεύσουν.
Πλάσμα αυτό παράξενης φύσης …
Δεν περιμένει ποδάγρα και φήμη
Στα βιαστικά να τον καθίσουν
Σε βαριούς θρόνους επετειακούς,
Αλλά μέσα από ρείκια ανθισμένα μεταφέρει,
Μέσα από τις ερημιές το κλέος του.
Και για τίποτα ένοχος – ούτε γι αυτό,
Ούτε για το άλλο ούτε για το τρίτο. Στους ποιητές
Γλιστρήματα γενικά δεν κολλάνε.
Χορεύεις μπροστά στην Κιβωτό της Διαθήκης
Η χάνεσαι .. να τι συμβαίνει, – για τούτα
Καλύτερα τα ποιήματα τους είπαν.
Κραυγή: «Ο ήρωας στο προσκήνιο!»
Μην ανησυχείτε – ο ψιλολέλεκας στην αλλαγή
Το δίχως άλλο βγαίνει τώρα
Και τραγουδάει για την εκδίκηση την ιερή …
Γιατί φεύγετε όλοι μαζί,
Σαν ο καθένας σας να βρήκε νύφη,
Αφήνοντας κατάματα
Εμένα στο δείλι σε μαύρο φόντο,
Μέσα απ’ όπου αυτή η ίδια θωρεί
Μέχρι τώρα άκλαυτη ώρα.
* * *
Άραγε νέου μήνα χωρατά;
Η στ’ αλήθεια κάποιος αλλόκοτος
ανάμεσα στο φούρνο και το ερμάρι παραστέκει; –
Μέτωπο πελιδνό και μάτια κλειστά …
Δηλαδή – εύθραυστες επιτύμβιες πλάκες,
Δηλαδή – πιο μαλακός από κερί ο γρανίτης.
Βλακείες, βλακείες, βλακείες! – από τέτοια βλακεία
Θα ασπρίσω σύντομα
Είτε πλέρια θ’ αλλάξω.
Τι μού νεύεις με το χέρι; …
Για ενός λεπτού γαλήνη
Χαρίζω γαλήνη μεταθανάτια!
Όλο αυτό δεν χάνεται έτσι άξαφνα …
Σαν μια μουσική φράση
Ακούω λέξεις συγκεχυμένες.
Έπειτα … σκάλες επίπεδες ,
Ριπή αερίου κι από μακριά
Στεντόρεια φωνή: «Για το θάνατο είμαι έτοιμος!».
*************
ΑΚΟΜΑ ΓΙΑ ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
(Σπάραγμα)
Κι απαίτησα, οι θάμνοι
Να μετέχουν στο παραλήρημα,
Όλους τους αγάπησα, εξόν από σένα
Και αυτόν που σε μένα δεν έρχεται …
Είπα στα σύννεφα:
«Λοιπόν εντάξει, εντάξει, πάμε».
Και τα σύννεφα – δεν είναι λέξη,
Κι η μπόρα κατεβάζει πάλι.
Και τον Αύγουστο άνθισε το γιασεμί,
Και τον Σεπτέμβρη – το αγριοτριαντάφυλλο,
Και συ με ονειρεύτηκες – μόνη
Όλων μου των συμφορών ένοχη.
Φθινόπωρο 1962
Κομάροβο
* * *
Κακό ξέσπασε πρωτοείδωτο,
Δεν θα το απαλλαγείς,
Και μείς τριάδα σε τούτο το δωμάτιο,
Που απ’ όλα φαίνεται χειρότερο.
Με τη μια μπορώ και κουλαντρίζω
Αλλά ποιος μου ξεγλίστρησε την άλλη,
Και πως τώρα μ’ αυτό να ξεμπερδέψω.
Στη μία και συνείδηση και μνήμη,
Και το απόσταγμα των καλύτερων καιρών.
Στην άλλη – άσβεστη φλόγα.
Η άλλη – δυο μάτια φωτεινά
Κι ένα σύννεφο φτερό.
1963
******************************************************************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Η Άννα Αχμάτοβα, γεννημένη σαν Άννα Γκορένκο, είναι για όσους ασχολούνται με τη λογοτεχνία, είτε σαν δημιουργοί είτε σαν αναγνώστες, μια εμβληματική μορφή των Ρωσικών γραμμάτων του 20ου αιώνα, για την ακρίβεια, πιθανότατα η μεγαλύτερη Ρωσίδα ποιήτρια, πολύ γνωστή και μεταφρασμένη και στη Δύση εδώ και χρόνια.
Η ποίηση της, αν μπορεί κάποιος να τη χαρακτηρίσει επιγραμματικά, είναι μια πανσπερμία, μέσω της ιδιοσυγκρασιακής δωρικότητας της γραφής της, λεκτικών εικόνων συχνά με πρωτοποριακή φόρμα που αναφέρονται με τον ένα η τον άλλο τρόπο στους διαχρονικούς άξονες της Αχμάτοβα: το ερωτικό πάθος, την προσωπική και συλλογική ιστορική μνήμη, την οδύνη, την κάθαρση.
Είναι ταυτόχρονα μια ποίηση τέτοια πού να καθιστά αδύνατη την άρτια μετάφραση της αν δεν ληφθούν υπόψη, από τη μια, η ιστορικότητα με την οποία είναι συνυφασμένη η ποίηση της Αχμάτοβα και η οποία ακολουθεί την πορεία της Ρωσίας στον 20ο αιώνα από τον τσαρισμό στην επανάσταση των μπολσεβίκων και την στερέωση της Σοβιετικής Ένωσης, και από την άλλη, οι τραγικές καμπές στην προσωπική της ζωή οι οποίες ωστόσο βρίσκονται σε μια οσμωτική σχέση με το ιστορικό πλαίσιο πού προαναφέρθηκε.
Η γραφή και ο εσωτερικός λυρισμός της Σαπφούς της νεώτερης λογοτεχνίας ήταν για μένα μια πρόκληση στο κατά πόσο θα μπορούσε να αποδοθεί στα ελληνικά διατηρώντας τη λεπτή ισορροπία πού πρέπει να καθορίζει τέτοιου είδους μεταφράσεις. Δηλαδή τη σωστή απόδοση στα ελληνικά της ποιητικής γραφής ως γλωσσικής δομής έχοντας ωστόσο πάντα κατά νου την απόδοση του μέτρου, της εσωτερικής μουσικότητας αλλά και της φιλοσοφικότητας που περικλείει η ποίηση της.
Στην επιλογή ανθολόγησης που έκανα, περιλαμβάνονται ποιήματα του ευρύτερα γνωστού της έργου Ρέκβιεμ αλλά ταυτόχρονα και λιγότερα γνωστά ή ανέκδοτα στην Ελλάδα ποιήματα, ανάμεσα τους και ποίημα υμνητικό για τον Στάλιν της αντιφασιστικής νίκης, μεταγενέστερο φυσικά του Ρέκβιεμ, με το τελευταίο να θεωρείται κραυγή της Αχμάτοβα κατά της δυστοπίας των εκκαθαρίσεων και των καταδικών την τριετία 1936-1939.
Η ανθολόγηση (μικρὀ μέρος της οποίας είναι αυτή η επιλογή) αντλήθηκε κύρια από την δίτομη συλλογή Анна Ахматова, сочинения в двух томах. Москва, Издательство правда, 1990.
Οι σημειώσεις στο κάτω μέρος της σελίδας, πλην εκείνων πού αναφέρονται σαφώς ότι είναι της ίδιας της Αχμάτοβα, ανήκουν στον επιμελητή αυτής της ανθολόγησης.
Στάθης Λειβαδάς
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] «Γι αυτό τα δάχτυλα μου σαν στο αίμα
Και το κρασί, σαν φαρμάκι, καίει.» (Πρωτοχρονιάτικη μπαλάντα) – Σημειώσεις της Α. Αχμάτοβα.
[2] Η Αχμάτοβα αναφέρεται έμμεσα στον Πρώσο ρομαντικό λογοτέχνη και μουσικό Ερνστ Αμαντέους Χόφμαν σε σχέση με την ατμόσφαιρα μυστηρίου και γοτθικού τρόμου που αναδύουν έργα του.
[3] Πρβλ. Γιουβενάλια, Σάτυρα VI. Σημειώσεις Α. Αχμάτοβα.
[4] Η αρχαία βελανιδιά κοντά στη Χεβρώνα του Ισραήλ πού σύμφωνα με την παράδοση έστησε την σκηνή του και μίλησε με τους τρείς αγγέλους ο Αβραάμ.









