Ι
Έτσι, αλίμονο, όλα μέσ’ στη γαλήνη σιωπούν,
ο ουρανός κι η γη καμιά δε νιώθουν ταραχή·
τα ζώα, ο αέρας, τα πουλιά πάψαν να τραγουδούν,
τ’ άρμα της νύχτας από τ’ αστέρια θα σταλεί.
Ήρεμη η θάλασσα, τα κύματα όλο και λιγότερο ξεσπούν:
μα όχι και εγώ, που η αγάπη, αλίμονο, με τυραννεί,
εμπρός μου φέρνοντας τους πόθους μου, που δεν υποχωρούν,
μ’ αυξάνονται, καθώς η ψυχή μου μια τραγουδά και μια θρηνεί,
στη λύπη, μα και στη χαρά, σαν μια υπόθεση, που την αμφισβητούν.
Γιατί κάθε σκέψη μου γλυκιά, καμιά φορά μ’ ευχαριστεί:
μα τελικά, τα αίτια της αρρώστειας μου με πονούν
βαθιά και με πληγώνουν μέσα μου σαν το κεντρί,
όταν σκεφτώ τι θλίψη είναι πάλι αυτή να ζω,
και να μην έχω αυτό που θα μ’ έκανε να γιατρευτώ.
ΙΙ
Βάλε με, όπου ο ήλιος το χορτάρι το ξεραίνει,
ή όπου οι ακτίνες του δε λιώνουνε τον παγετό,
σ’ εύκρατο κλίμα, που είναι ορατός και σε ζεσταίνει,
σ’ ανθρώπους περήφανους, με βλέμμα θλιμμένο και σοφό.
Βάλε με στα χαμηλά ή και στην πιο ψηλή κορφή,
στην πιο σύντομη μέρα ή στη νύχτα που τραβά,
στον πιο ανοιχτό καιρό ή όπου η ομίχλη είναι πιο πυκνή,
στη χαμένη νιότη ή όταν γίνονται γκρίζα τα μαλλιά.
Σε λόφους, σε κοιλάδες ή στο νερό το αφρισμένο,
στον παράδεισο ή και στην κόλαση ακόμα, πάνω στη γη,
φυλακισμένος ή ελεύθερος, ζωντανός έτσι να μένω,
άρρωστος ή υγιής, με φήμη καλή ή και κακή:
Δικός σου πάλι θα’μαι, και παρηγοριά μου δίνει
αυτή η σκέψη μόνο, όταν η ελπίδα μου μ’ αφήνει.









