Υπάρχει Θάνατος
Καθώς έλεγες;
Πέθαινες
Ζωή

Έκλαψα τότε με τις λέξεις

Από το ποίημά του Υλοτόμος.

Και πάλι στέκομαι στον καταληκτικό στίχο. Μου το είχε επισημάνει πολλές φορές κι ο ίδιος: στα ποιήματά του κολλούσα συχνά στους τελευταίους στίχους. Ίσως γιατί εκεί ένιωθα πως συμπυκνωνόταν κάτι από όσα είχαν προηγηθεί, κάτι που με έκανε να επιστρέφω και να ξαναδιαβάζω όλο το ποίημα.

Δεν περίμενα πως η είδηση του θανάτου του Χρήστου Μαρκίδη θα με άγγιζε τόσο βαθιά. Κι όμως, η απουσία του με βρήκε απροετοίμαστη· έκλαψα. Ίσως γιατί, μέσα από τις τρεις συνεντεύξεις που είχα τη χαρά να κάνω μαζί του, είχα γνωρίσει κάτι περισσότερο από έναν δημιουργό. Είχα γνωρίσει έναν άνθρωπο που μου εμπιστεύτηκε τις λέξεις του και θέλησε να υπάρχει πραγματική επικοινωνία.

Ο Χρήστος Μαρκίδης ήταν ζωγράφος, ποιητής και δοκιμιογράφος. Ένας δημιουργός που κινήθηκε ανάμεσα στην εικόνα, τη σκέψη και τον λόγο, αναζητώντας πάντα κάτι βαθύτερο από την επιφάνεια.

Θυμάμαι την πρώτη μας συνέντευξη στο Ποιείν. Είχα στείλει τις ερωτήσεις μου στον εκδοτικό του οίκο. Συνήθως στέλνω δεκατρείς ερωτήσεις — είναι ο αγαπημένος μου αριθμός. Λίγο αργότερα, εκείνος ανέβασε στο Facebook ένα κολακευτικό σχόλιο για τις δεκατρείς ερωτήσεις που μόλις είχε λάβει. Κατάλαβα ότι αναφερόταν σε μένα.

Τον είχα ρωτήσει πολλά, γιατί ήθελα να καταλάβω την ποίησή του. Και οι απαντήσεις του με ενθουσίασαν. Ήταν από εκείνες τις περιπτώσεις όπου μια συνέντευξη γίνεται πραγματικός διάλογος.

Με ενδιαφέρουν οι ανθρωποκεντρικές συνεντεύξεις. Δεν τα καταφέρνεις πάντα. Με τον Μαρκίδη, όμως, συνέβη. Μέσα από τις απαντήσεις του με πήγε πολύ πιο μακριά. Ο τρόπος του ήταν βαθύς, στοχαστικός, γενναιόδωρος. Κάτω από κάθε απάντησή του ένιωθες πως υπήρχε κι άλλη μια ερώτηση.

Αργότερα μιλήσαμε για τις επόμενες συλλογές του και με κάλεσε στο ατελιέ του, στα Εξάρχεια. Ήθελε να μου μιλήσει για τη δουλειά του και για το μεγάλο λεύκωμα που ετοίμαζε, στο οποίο συγκέντρωνε την εικαστική του διαδρομή από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και έπειτα, με 185 αντιπροσωπευτικά ζωγραφικά έργα και σχέδια.

Στο ατελιέ του είδα από κοντά τη ζωγραφική του. Την έχουν χαρακτηρίσει ανθρωποκεντρική και πράγματι ο άνθρωπος βρισκόταν στον πυρήνα της. Όχι μόνο ως πρόσωπο, αλλά ως μνήμη, ως μυστήριο, ως υπαρξιακό ερώτημα.

Είδα τα περίφημα πρόσωπά του, με εκείνα τα απόκοσμα, καθηλωτικά βλέμματα. Ήταν δύσκολο να μη σκεφτώ τα Φαγιούμ, που τόσο τον είχαν επηρεάσει. Πρόσωπα σχεδόν ανέκφραστα κι όμως ζωντανά με έναν παράξενο τρόπο, σαν να έρχονταν από έναν άλλο χρόνο για να σε κοιτάξουν.

 

 

 

Η ζωγραφική του, ωστόσο, δεν εντασσόταν εύκολα σε μια τάση ή σχολή. Κρατούσε κάτι από την αρχαϊκή ακινησία και το υπερκόσμιο βλέμμα των Φαγιούμ, χωρίς να χάνει ποτέ τη δική της, βαθιά προσωπική γλώσσα.

Μου είχε μιλήσει για τη σύγκρουση του φωτός με το σκοτάδι. Όχι για την εναλλαγή τους, αλλά για τη σύγκρουσή τους. Αυτή η πάλη, μου έλεγε, υπήρχε από την αρχή στη ζωγραφική του και αργότερα μεταφέρθηκε στο φορτίο των λέξεων, στις γλωσσικές εικόνες, στις σιωπές, στις εκρήξεις, στους υπερβατικούς στοχασμούς.

«Πρέπει να θυσιάσεις τον εαυτό σου εδώ», μου είχε πει. «Να αναμετρηθείς με τους γίγαντες, που τελικώς θα σε συντρίψουν». Και ύστερα: «Θα έχει μείνει όμως μια ζωγραφιά που ψηλάφησε τη μεταφυσική τους ουσία, μια στροφή, ένας στίχος».

Αυτή η φράση μου έχει μείνει.

Όπως μου έμεινε και μια προσωπογραφία του Καβάφη που μου χάρισε, ανάμεσα στα έργα του.

 

 

 

 

Δεν ήξερε τότε πως ο Καβάφης και ο Καρούζος ήταν και οι δύο τόσο σημαντικοί για μένα. Ο Καρούζος, μάλιστα, ήταν και δικός του αγαπημένος.  Και σήμερα, που έφυγε αποχαιρετώντας μας με ένα ποίημα του Καρούζου για την ύπαρξη, το σκέφτομαι και βουρκώνω. Κάποιες συμπτώσεις, βλέπεις, τις καταλαβαίνουμε μόνο εκ των υστέρων.

Ο Μαρκίδης νοιαζόταν. Τηλεφωνούσε. Ήθελε να υπάρχει επαφή. Δεν του αρκούσε η δημοσίευση μιας συνέντευξης. Ήθελε να συνεχίζεται η συνομιλία με τον άνθρωπο στον οποίο είχε εμπιστευτεί τις λέξεις του.

Στη συνέντευξή μας τον είχα ρωτήσει για το νόημα της ύπαρξης. Μου είχε μιλήσει για την «προσμονή», την «πληρωμή» και την «έξοδο». Για τα όρια του κόσμου και την τελική έξοδο. Για την ανάγκη του ανθρώπου «να σταματά και να βαθαίνει». Μιλούσε για μια εποχή όπου, όπως έλεγε, «η αναζήτηση του πνευματικού νοήματος έχει ολοκληρωτικά ατροφήσει».

Κι όταν τον ρώτησα αν η ποίηση είναι παρηγοριά, μου απάντησε: «Παρηγοριά και συνομιλία με τους νεκρούς».

Τότε ήταν μια φράση μέσα σε μια συνέντευξη.

Σήμερα την ακούω αλλιώς. Τώρα, μέσα στην απουσία του, οι λέξεις του μοιάζουν να επιστρέφουν από άλλο δρόμο. Να φωτίζουν από την ανάποδη όσα κάποτε συζητούσαμε.

Κι έτσι φτάνω πάλι στον Υλοτόμο. Είναι σαν να ακούω τη φωνή του μέσα από τους στίχους. Οι λέξεις για τον θάνατο και τη ζωή έχουν τώρα ένα βάρος που τότε δεν μπορούσα να γνωρίζω.

Στέκομαι και πάλι στον τελευταίο στίχο:

Έκλαψα τότε με τις λέξεις.

Τότε ήταν οι λέξεις του ποιήματος.

Σήμερα είναι και η απουσία του.

Αυτό είναι ίσως το παράδοξο των μεγάλων δημιουργών: φεύγουν, αλλά οι λέξεις, οι εικόνες και οι ιδέες τους μένουν. Μένουν τα έργα, μένουν τα βλέμματα των προσώπων του, μένει εκείνη η προσωπογραφία του Καβάφη που μου χάρισε χωρίς να ξέρει πόσο σημαντική θα γινόταν για μένα.

Και μένει η φωνή του.

Και ένα ατελείωτο «γιατί;»