Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Ίταλο Καλβίνο, “Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης” (απόσπασμα), μετφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδ. Αστάρτη


…«Ήδη στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου εντόπισες το εξώφυλλο με τον τίτλο που ζητούσες. Ακολουθώντας αυτό το οπτικό χνάρι, προχώρησες στο μαγαζί μέσα από το πυκνό δίχτυ των Βιβλίων Που Δεν Έχεις Διαβάσει και που σε κοιτάζουν συνοφρυωμένα από τους πάγκους και τα ράφια, προσπαθώντας να σε φοβίσουν. Εσύ, όμως, ξέρεις πως δεν πρέπει να εντυπωσιαστείς, πως ανάμεσά τους είναι παραταγμένα στη σειρά τα Βιβλία Που Δεν Είναι Ανάγκη Να Διαβάσεις, τα Βιβλία Που Φτιάχτηκαν Για Άλλες Χρήσεις Και Όχι Για Να Διαβαστούν, τα Βιβλία Που Ήδη Διάβασες Χωρίς Να Κάνεις Τον Κόπο Να Τα Ανοίξεις Γιατί Ανήκουν Στην Κατηγορία Των Ήδη Διαβασμένων Πριν Ακόμα Γραφούν. Κι έτσι ξεπερνάς το πρώτο τείχος των επάλξεων. Τώρα σου επιτίθεται η στρατιά των Βιβλίων Που Αν Μπορούσες Να Ζήσεις Περισσότερες Ζωές Θα Διάβαζες Ευχαρίστως Αλλά Δυστυχώς Οι Μέρες Που Σου Απομένουν Να Ζήσεις Είναι Αυτές Που Είναι. Με μια γρήγορη κίνηση τα προσπερνάς και φτάνεις στις φάλαγγες των Βιβλίων Που Έχεις Πρόθεση Να Διαβάσεις Αλλά Πρώτα Έχουν Σειρά Κάποια Άλλα, των Βιβλίων Που Είναι Πολύ Ακριβά Και Που Μπορείς Να Περιμένεις Να Αγοράσεις Μισοτιμής, των Βιβλίων Που Επίσης Περιμένεις Να Αγοράσεις Όταν Θα Επανεκδοθούν Στις Οικονομικές Σειρές, των Βιβλίων Που Μπορείς Να Ζητήσεις Από Κάποιον Να Σου Δανείσει, των Βιβλίων Που Όλοι Πια Έχουν Διαβάσει Και Άρα Είναι Σαν Να Τα Έχεις Διαβάσει Κι Εσύ. Αποκρούοντας όλες αυτές τις εφόδους, φτάνεις κάτω από τους πύργους του οχυρού, όπου αντιστέκονται

τα Βιβλία Που Εδώ Και Πολύ Καιρό Έχεις Στο Πρόγραμμα Να Διαβάσεις,

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Άντυ Δημοπούλου, Το 15ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ

The Greek Space

Ένας νέος χώρος έχει δημιουργηθεί, εδώ και μερικούς μήνες, στο ελληνικό σινεμά. Ο χώρος της ελπίδας μας. Πρόσωπα χαμογελαστά- μετά από πολλά χρόνια- που πεισμώνουν, παθιάζονται και συγκρούονται. Κινηματογραφιστές που αρνούνται να περιμένουν στους διαδρόμους για χρηματοδότηση και κάνουν τις ταινίες μόνοι τους. Άνθρωποι που ξέρουν να διεκδικούν και να κατακτούν μια μοντέρνα και ζωντανή κινηματογραφικότητα.

Οι ταινίες τους βρίσκονται σε συνεχή εγρήγορση διότι μας αφορούν και μας αγγίζουν κι είναι παρούσες σε ότι συμβαίνει γύρω μας.

Στα θέματά τους υπάρχουν όλα όσα κρύβονται κάτω από τον καθωσπρεπισμό μας: η καθημερινή ασχήμια, η μετανάστευση, η διαφορετικότητα, ο ερωτισμός, η φυγή από την επίπλαστη ηρεμία της κανονικότητάς μας. Τίποτα δεν είναι πια ταμπού γι αυτούς, ούτε καν το, υποτιθέμενα φαιδρό, είδος των ζόμπι.

Με ελάχιστα χρήματα, οι νέοι αυτοί δημιουργοί, ανοίγονται στα μεγάλα διεθνή φεστιβάλ και ξαναβάζουν την Ελλάδα στο παιχνίδι των βραβείων και των κινηματογραφικών συζητήσεων. Και το κυριότερο έχουν ήδη φτιάξει μια νέα κινηματογραφική ταυτότητα, χρησιμοποιώντας τη δική τους, ολοκαίνουργια και ξεκάθαρη, αισθητική.

Είναι το Νέο Ελληνικό Ρεύμα, ο δικός μας κινηματογραφικός χώρος, το διάστημα που κάλυψε τις αποστάσεις και τα στεγανά του παρελθόντος. Είναι το σινεμά που περιμέναμε.

Κάποιους από τους δημιουργούς αυτού του Ρεύματος τους φιλοξενούμε φέτος στο πρόγραμμά μας, κάποιους τους παρακολουθούμε και τους χειροκροτούμε εξ αποστάσεως και κάποιους άλλους τους περιμένουμε να ολοκληρώσουν τις ταινίες τους. Όπως και να έχει ζούμε και αναπνέουμε μαζί τους, υποστηρίζουμε, ανησυχούμε και ελπίζουμε.

Ορέστης Ανδρεαδάκης
Καλλιτεχνικός Διευθυντής

Διαβάστε περισσότερα

Αναγνώσεις

Γιάννης Γκούμας, “CÉSAR VALLEJO (ΣΕΖΑΡ ΒΑΓΙΕΧΟ)”, (1892-1938)


CÉSAR VALLEJO  ΣΕΖΑΡ ΒΑΓΙΕΧΟ
(1892-1938)

Η σημαντικότητα του ποιητικού λόγου του Περουβιανού ποιητή Σέζαρ Βαγιέχο είναι περιττό να τονιστεί. Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές του εικοστού αιώνα  πιο αινιγματικός και πιο πρωτοποριακός απʼ όλους τους άλλους της εποχής του. Δεν είναι ποιητής μερικής αυθεντικότητας, αλλά πλήρης και ολοκληρωτικά αυθεντικός, γνήσιος. Στην ποίησή του η εθνική και ταξική συνείδηση ολόκληρης της Νότιας Αμερικής υποβάλλεται σε δοκιμασία και εν μέρει απαλλάσεται από δεινά. Το ινδιάνικο στοιχείο του Βαγιέχο εμφανίζεται με λεπτότητα σκέψης, μια όχι άμεσα διατύπωση συναισθημάτων και καταστάσεων αλλά πλαγίως. Αυτό το μαγικό χάρισμα δεν χάνει παρά κερδίζει από αυτήν την «πλαγιότητα» που είχε επισημάνει ο Πάμπλο Νερούδα. Σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις, στην ποίησή του το κοινωνικό και πολιτικό άγχος της εποχής παρουσιάζεται πιο αληθινό, απαλλαγμένο από υποκρισία ή προσποίηση. Τα τελευταία του σπαρακτικά ποιήματα, που γράφτηκαν στο Παρίσι καθώς ο Φράνκο και οι Ναζιστές και Ιταλοί σύμμαχοί του κακοποιούσαν την Ισπανία, είναι πράγματι πολιτικό άγχος. ΄Ομως υπερβαίνουν κατά πολύ τα κλισέ οποιουδήποτε πολιτικού που γνώρισε ο εικοστός αιώνας, γιατί εκφράζουν μια εξ ολοκλήρου καινούρια και έντονη χρήση της γλώσσας. Εδώ βλέπουμε τα μοχθηρά, αφηρημένα στοιχεία του πολιτικού πάθους να μεταβάλλονται σε αίσθημα ανθρώπινο και συμπονετικό. Όσοι μελετούν τον Βαγιέχο εις βάθος καταλήγουν στο συμπέρασμα  ή τουλάχιστον αισθάνονται  ότι ίσως να είναι ο υπέρτατος ποιητής του περασμένου αιώνα: άνθρωπος που ζούσε την ποίηση, που επεδίωκε να ενσταλάξει στη γλώσσα την γνήσια, την ανθρώπινη, την αρχική της σημασία.
Το πρώτο βιβλίο του Βαγιέχο, που εκδόθηκε λίγο μετά που πήρε το πτυχίο Ισπανικής φιλολογίας (σπούδασε επίσης νομικά για τρία χρόνια), ήταν Los heraldos negros (Οι μελαμψοί αγγελιαφόροι, 1918). Πρόκειται για την πιο εκπληκτική πρωτοεμφανιζόμενη ποιητική συλλογή σʼ ολόκληρο τον κόσμο της λογοτεχνίας. Όλα τα θέματα της κατοπινής ποίησής του περιέχονται σε εμβρυώδη μορφή σʼ αυτό το πρώτο βιβλίο.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Dana Semitecolo, Τα χαμένα πορνογραφήματα της Δρ. Ποστ Πουρί

Κι αφού δεν μπόρεσα ποτέ μου να σε έχω, όπως εγώ πόθησα, ούτε καν στο όνειρο, το πανούργο μου μυαλό σκέφτηκε τη θέση σου να πάρει.

Τώρα εγώ είμαι εσύ κι εγώ μια άλλη. Όμορφη και δυνατή, όπως θα μ’ ήθελες. Κι εγώ μέσα από εσένα την αγάπησα, όσο μπορεί καρδιά ανθρώπου ν ‘αγαπήσει.

Τη χάζευα τις νύχτες να κοιμάται γυμνή, στο κρεβάτι της. Λίγο σεντόνι ίσα που σκέπαζε το φύλο της και σαν κλέφτης εγώ, στις μύτες να εισχωρώ στη κάμαρά της να την ξυπνήσω με χάδια και φιλιά όπως κι εσύ με ξύπναγες.

Άλλη φορά πάλι, ονειρεύτηκα πως ταξίδι την επήγα. Σ ‘ ένα μικρό ξενοδοχείο πάνω στην αμμουδιά. Ποια αμμουδιά δεν ξέρω να σου πω. Κι ήταν χαρούμενη σαν το παιδί και γέλαγαν τα μάτια και το σώμα της κι εγώ την λάτρευα ακόμα πιο πολύ.

Ξυπνάγαμε νωρίς να δούμε την Ανατολή. Εκείνη την έβλεπε στον ορίζοντα, εγώ μέσα από τα μάτια της, έτσι όπως έμοιαζε η ίδια με τον ήλιο. Πως θα μπορούσα εσύ, να μείνω ασυγκίνητος από μια τέτοια ύπαρξη; Που όλη φως έλαμπε και τα μάτια της πέταγαν σπίθες να ανάβω το τσιγάρο μου και να την γεύομαι.

Έγινα εσύ και την αγάπησα. Εκείνη που χωρίς εγώ να είμαι, μοιάζαμε. Και την αγάπησα πολύ, όσο μπορεί καρδιά ανθρώπου ν’ αγαπήσει. Χωρίς αρχή και τέλος. Μόνο μέση, μέση, μέση, μέση…

Στην αγκαλιά σου με κράτησα και με νανούρισα με λόγια ερωτικά από εκείνα που δεν συνήθιζες να μου λες. Γευόμουν από το στόμα σου, τα τηγανιτά αυγά που σου τηγάνιζα στο κουζινάκι με τον σκοταγωγό.

Τραγούδια από το στόμα σου, μου τραγούδησα. Αυτά που αρέσαν και στους δυο μας. Σου κράτησε σεκόντο και εγώ που ήμουν πλέον εσύ, χαμογέλαγα κι έλαμπα όπως κι εσύ.

Αυτά ονειρεύομαι κι αφού δεν μπόρεσες ποτέ να μ’αγαπήσεις όπως θέλησα, έγινα εσύ και με λάτρεψα!

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Σπύρος Αραβανής, Η στιχουργική του Ηλία Κατσούλη (Ένας χρόνος απουσίας)

 

Ο Ηλίας Κατσούλης μπήκε στο χώρο του τραγουδιού ως μάχιμος φιλόλογος το 1984, σε ηλικία 40 χρονών, και δυστυχώς έφυγε από κοντά μας τον περασμένο Αύγουστο, ως ακόμα πιο μάχιμος στιχουργός. Μια μετάβαση, με το πέρασμα των χρόνων, από την τεχνική –οι στίχοι του διέθεταν πάντα εσωτερικό ρυθμό, σωστή μετρική και καλόηχες ρίμες- στην τέχνη, που τα τελευταία, ειδικά, χρόνια είχε ξεδιπλώσει κατά μήκος βαθύτερων αισθημάτων και σκέψεων.

Στα τραγούδια του δεν θα βρούμε τη ξεκάθαρη αμεσότητα των στίχων του Λευτέρη Παπαδόπουλου ούτε την έντονη αφαιρετικότητα της Λίνας Νικολακοπούλου ή την σκοτεινή ποιητική του Μάνου Ελευθερίου, για να αναφέρω τρεις χαρακτηριστικές σχολές. Το μεγάλο ταλέντο και σε μεγάλο βαθμό μοναδικότητα του Ηλία Κατσούλη –ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου μοιάζει να είναι ο συνεχιστής του ως προς αυτό- είναι ο λαϊκός, αφαιρετικός και συνάμα ποιητικός τρόπος που μετουσίωνε σε στίχους τις προσωπικές του εμπειρίες-σκέψεις κυρίως όμως τα προσωπικά του αναγνώσματα-ακούσματα καθώς ήταν βαθύς γνώστης τόσο του ελληνικού τραγουδιού και της ποίησης όσο και της ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αυτό σημαίνει πως μπορεί σε πολλά από τα στιχουργήματά του να μην εκφράζονται άμεσα πχ ο ακραίος ερωτισμός ή ο ατόφιος θυμός, αναδύονται όμως μια ευγενής αγάπη: Το στόμα σου μοσκοβολιά/ από μαστίχα και φιλιά, μια αξιοπρεπής θλίψη: Να μπορώ να λέω/ κοίτα με δεν κλαίω/ πως έμαθα να χάνω/ αλλά δεν θα χαθώ και μια τρυφερή ανάμνηση: Τους δρόμους που περπάταγε/ ασίκικα τους πάταγε/ κι ας ήταν ο πατέρας μου/ σκαρί συνηθισμένο, όλα απόρροια του «ανόθευτου» σύμπαντος της τέχνης που αδιάκοπα όπως είπαμε, μελετούσε, αλλά και της ρομαντικής και αγνής ιδιοσυγκρασίας του.

Διαβάστε περισσότερα