CÉSAR VALLEJO  ΣΕΖΑΡ ΒΑΓΙΕΧΟ
(1892-1938)

Η σημαντικότητα του ποιητικού λόγου του Περουβιανού ποιητή Σέζαρ Βαγιέχο είναι περιττό να τονιστεί. Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές του εικοστού αιώνα  πιο αινιγματικός και πιο πρωτοποριακός απʼ όλους τους άλλους της εποχής του. Δεν είναι ποιητής μερικής αυθεντικότητας, αλλά πλήρης και ολοκληρωτικά αυθεντικός, γνήσιος. Στην ποίησή του η εθνική και ταξική συνείδηση ολόκληρης της Νότιας Αμερικής υποβάλλεται σε δοκιμασία και εν μέρει απαλλάσεται από δεινά. Το ινδιάνικο στοιχείο του Βαγιέχο εμφανίζεται με λεπτότητα σκέψης, μια όχι άμεσα διατύπωση συναισθημάτων και καταστάσεων αλλά πλαγίως. Αυτό το μαγικό χάρισμα δεν χάνει παρά κερδίζει από αυτήν την «πλαγιότητα» που είχε επισημάνει ο Πάμπλο Νερούδα. Σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις, στην ποίησή του το κοινωνικό και πολιτικό άγχος της εποχής παρουσιάζεται πιο αληθινό, απαλλαγμένο από υποκρισία ή προσποίηση. Τα τελευταία του σπαρακτικά ποιήματα, που γράφτηκαν στο Παρίσι καθώς ο Φράνκο και οι Ναζιστές και Ιταλοί σύμμαχοί του κακοποιούσαν την Ισπανία, είναι πράγματι πολιτικό άγχος. ΄Ομως υπερβαίνουν κατά πολύ τα κλισέ οποιουδήποτε πολιτικού που γνώρισε ο εικοστός αιώνας, γιατί εκφράζουν μια εξ ολοκλήρου καινούρια και έντονη χρήση της γλώσσας. Εδώ βλέπουμε τα μοχθηρά, αφηρημένα στοιχεία του πολιτικού πάθους να μεταβάλλονται σε αίσθημα ανθρώπινο και συμπονετικό. Όσοι μελετούν τον Βαγιέχο εις βάθος καταλήγουν στο συμπέρασμα  ή τουλάχιστον αισθάνονται  ότι ίσως να είναι ο υπέρτατος ποιητής του περασμένου αιώνα: άνθρωπος που ζούσε την ποίηση, που επεδίωκε να ενσταλάξει στη γλώσσα την γνήσια, την ανθρώπινη, την αρχική της σημασία.
Το πρώτο βιβλίο του Βαγιέχο, που εκδόθηκε λίγο μετά που πήρε το πτυχίο Ισπανικής φιλολογίας (σπούδασε επίσης νομικά για τρία χρόνια), ήταν Los heraldos negros (Οι μελαμψοί αγγελιαφόροι, 1918). Πρόκειται για την πιο εκπληκτική πρωτοεμφανιζόμενη ποιητική συλλογή σʼ ολόκληρο τον κόσμο της λογοτεχνίας. Όλα τα θέματα της κατοπινής ποίησής του περιέχονται σε εμβρυώδη μορφή σʼ αυτό το πρώτο βιβλίο.
Ο Βαγιέχο ήταν μέλος μιας αγαπημένης και ευλαβικής Καθολικής οικογένειας, μέρος μιας φτωχικής κοινότητας παγιδευμένη ανάμεσα στην πνιγηρή ανέχεια και την αδιάλλακτη απανθρωπία των χειριστών των ορυχείων που τους είχαν προσλάβει. Όλη αυτή η ατμόσφαιρα καθρεφτίζεται στη συλλογή Οι μελαμψοί αγγελιαφόροι με την χριστιανική της εικονογραφία και τις συγκινητικές παρεμβολές οικογενειακής αγάπης. Ο Βαγιέχο, αν και όχι πιστός οπαδός της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, διατηρούσε πάντα μια αγάπη για τον ρωμαιοκαθολικισμό της παιδικής του ηλικίας.
Λίγο μετά την έκδοση του Οι μελαμψοί αγγελειαφόροι ο Βαγιέχο καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών μηνών με την ψευδή κατηγορία για εμπρησμό και πολιτική αναταραχή. Αυτή η δοκιμασία σημάδεψε τη ζωή του. Τα ποιήματα της επόμενης συλλογής, Trilce (1922)  ο τίτλος είναι αποτέλεσμα παραδρομής της γλώσσας από μέρους του ποιητή, αλλά σαφώς συνδιάζει το dulce (γλυκό) με το triste (λύπη)  γράφτηκαν στη φυλακή. Θέτουν τέρμα στην συμβατικότητα, σπάζουν τα φράγματα μορφής: ό,τι χρειάζεται νʼ αποσπασθεί με αισθήματα αγάπης ή αγανάκτησης αποσπάται  σύνταξη, παραδοσιακή τυπογραφία, λογική. Αναμφιβόλως ο Βαγιέχο, που ήταν πολύ διαβασμένος και με παράφορο ενδιαφέρον για την Γαλλική λογοτεχνία, γνώριζε για τον ντανταϊσμό και τις εξελίξεις στη Γαλλική ποίηση. Πάντως τα ποιήματα του Trilce, αν και οφείλουν πολλά στις πρωτο-υπερρεαλιστικές δραστηριότητες Γάλλων ποιητών μεταξύ το 1916 και την περιόδο που γράφτηκαν, δεν είναι υπερρεαλιστικά. Έχουν στην καρδιά τους μια «πρωτόγονη» ινδιάνικη σοφία (η μητέρα του Βαγιέχο ήταν Ινδιάνα, όπως και του πατέρα του η μητέρα): αυτήν την «πλάγια» ειδικότητα που είχε αναφέρει ο Πάμπλο Νερούδα. Τα ποιήματα εκφράζουν τον φόβο για την απώλεια, όχι του εαυτού μα της ατομικής μοναδικότητας: πιστεύουν πως αυτό που είναι ένας άνθρωπος είναι πράγματι ωραίο και θα λειτουργίσει όμορφα.
Στα 77 ποιήματα της συλλογής Trilce υπάρχει τεχνική πολλαπλότητα και τονική ποικιλία χωρίς προηγούμενο στην Νότιο- Αμερικάνικη λογοτεχνία. Οι ποιητικές εκφράσεις, οι νεολογισμοί, οι βιολογισμοί, οι αρχαϊσμοί και η καθομιλουμένη εκρήγνυνται σε εκφραστικές ομάδες συσχέτισης. Οι γλώσσα απογυμνώνεται από γραμματική και συμβατική λογική, η σύνταξη μπερδεύεται, και καινούρια ρήματα γεννιούνται από ουσιαστικά, επίθετα και προθέσεις.
Στην πιο ριζοσπαστική της άποψη χρησιμοποιεί έναν εξαιρετικά απλοϊκό λόγο και λαρυγγικούς ρυθμούς και βυθίζεται σε ακατανόητα αποσπάσματα απελπισίας.
Trilce είναι ένα σκληρό βιβλίο, δυσαρμονικό και αντιφατικό. Ο Βαγιέχο βγάζει ποιητικό νόημα με το να μετατρέπει τον κόσμο σε παράλογο. Αποφεύγει σαν το διάολο την μοντερνιστική άποψη ομορφιάς. Μπροστά σʼ ένα πρόσωπο τέλειας κλασσικής ομορφιάς, πάντα θα βρεί κάποιο ελάττωμα: ένα μάτι που λίγο αλληθωρίζει ή ένα στόμα κάπως δυσανάλογο. Σε γενικές γραμμές η ποίησή του είναι δυσάρεστη, αλλά σπαραξικάρδια δυσάρεστη, συσσωρευμένη δυσαρέσκεια σε αντίφαση με την προσωπική του καλωσύνη που είναι άκρως τρωτή. Ο Βαγιέχο επιμένει να ξινίζει την γλυκύτητά του, την οποία χύνει σαν μητρικό γάλα μπροστά στον ανθρώπινο πόνο.
Αρχικά ο Βαγιέχο ήταν αντι-Μαρξιστής, αντίθετος με την εισαγωγή αυστηρών ή αφηρημένων συστημάτων για την θεραπεία των κοινωνικών κακών της Νότιας Αμερικής. Αλλά μετά που τον απέλυσαν από την θέση διευθυντή στο Εθνικό Ινστιτούτο, ένα ιδιωτικό σχολείο (για πολιτικούς λόγους) κι έφυγε για το Παρίσι (για να μην επιστρέψει ποτέ), μέσα στο άγχος του είχε κρίνει τον κομμουνισμό απαραίτητο. Στη Ρωσία πήγε δυο φορές, και το 1931 έγινε μέλος του Κόμματος. Έγραψε μερικά πάνω-κάτω σοσιαλιστικά ρεαλιστικά μυθιστορήματα και θεατρικά έργα αυτού του είδους. Όλο και περισσότερο είχε πειστεί για την ανάγκη του συγγραφέα να υποστηρίξει τον αγώνα των εργατών, και διαρκώς εξέφραζε την αντίθεσή του σʼ αυτό που θεωρούσε ως τον ψεύτικο ρόλο της λογικής  σε αντίθεση με την διαίσθηση και το ένστικτο. Πάντως η ποίηση που έγραψε την δεκαετία του Τριάντα, μια έκφραση του πραγματικού του εαυτού, δεν έχει καμιά σχέση με τον Μαρξισμό: υπερβαίνει την γλωσσική δολερότητα (ή την πράγματι φονική προστυχιά) των πολιτικών, όπως και τις φανταχτερές αφηρημένες έννοιες απλών συστημάτων. Τα ποιήματα του Βαγιέχο σχετικά με τις αγωνίες της δεκαετίας του Τριάντα και ειδικά της Ισπανίας απεικονίζουν μέσα τους πράξεις οίκτου. Ο Βαγιέχο μπορεί να χρησιμοποιεί λέξεις και φράσεις κλισέ, που στη δουλειά οποιουδήποτε άλλου ποιητή θα ήταν ολέθριο. Από τα συμφραζόμενα αντιλαμβανόμαστε ότι τα εννοεί, ότι είναι λόγια, εκφράσεις, που έχουν ξεριζωθεί από μέσα του. Όταν μιλούσε για την ταύτισή του με «κοινούς» ανθρώπους, με το προλεταριάτο, δεν ήταν σαν άλλους διανοούμενους κομμουνιστές: εννοούσε ακριβώς αυτό. Η ποίησή του, αν και δύσκολη, τελικά φθάνει σε λυρική ένταση. Ένα από τα τελευταία ποιήματά του, Μάζες, που περιέχεται στην τελευταία του συλλογή, είναι από τα πιο απλά που έγραψε ποτέ:

Στο τέλος της μάχης,
ο στρατιώτης νεκρός, τον πλησίασε ένας
και τον ικέτευσε «Αχ, μην πεθάνεις σʼ αγαπώ τόσο!»
Αλλά, φευ, το πτώμα παρέμεινε νεκρό.

Άλλοι δυο τον πλησίασαν και πάλι τον ικέτευσαν:
«Μη μας εγκαταλείπεις! Θάρρος! Γύρισε στην ζωή!
Αλλά, φευ, το πτώμα παρέμεινε νεκρό.

Τότε τον πλησίασαν είκοσι, εκατό, χίλιοι, πεντακόσιες χιλιάδες,
όλοι μαζί να φωνάζουν: «Τόση αγάπη, και να μην έχεις εξουσία πάνω στον θάνατο!»
Αλλά, φευ, το πτώμα παρέμεινε νεκρό.

Μετά εκατομμύρια μαζεύτηκαν γύρω του,
όλοι μαζί να φωνάζουν: «Αδελφέ, σε παρακαλούμε, μείνε!»
Αλλά, φευ, το πτώμα παρέμεινε νεκρό.

Τότε όλοι οι άνθρωποι στη γη
τον πλησίασαν και τʼ ανοιχτά του μάτια γέμισαν δάκρυα:
σηκώθηκε αργά-αργά,
φίλησε τον πρώτο, και περπάτησε…

Δεν γνωρίζω, αλλά θα είναι εξοργιστικό αν όλα αυτά τα χρόνια, για όποια αιτία ή δικαιολογία, η πρόζα, κριτική, δημοσιογραφία και θεατρικά έργα αυτού του υπέρτατα σημαντικού συγγραφέα δεν έχουν συγκεντρωθεί. Ο Βαγιέχο έζησε σχεδόν μια ολόκληρη ζωή στη φτώχεια. Είναι πάνω απʼ όλα ο ποιητής της φτώχειας, της δυστυχίας, των καταπιεσμένων. Δεν ήταν πετυχημένο κάθε ποίημα που έγραψε, αλλά όλα είναι αναπόσπαστο μέρος της ίδιας θαυμαστής προσπάθειας. Έχεις την αίσθηση πως είναι ο ποιητής του μέλλοντος: ο ποιητής για την ευφυή, συμπονετική και διαφωτισμένη νεολαία. Έδειξε ότι οι ποιητικές λέξεις μπορούν, παρʼ όλα αυτά, να έχουν κοινωνική και πολιτική λειτουργικότητα.