Κι αφού δεν μπόρεσα ποτέ μου να σε έχω, όπως εγώ πόθησα, ούτε καν στο όνειρο, το πανούργο μου μυαλό σκέφτηκε τη θέση σου να πάρει.

Τώρα εγώ είμαι εσύ κι εγώ μια άλλη. Όμορφη και δυνατή, όπως θα μ’ ήθελες. Κι εγώ μέσα από εσένα την αγάπησα, όσο μπορεί καρδιά ανθρώπου ν ‘αγαπήσει.

Τη χάζευα τις νύχτες να κοιμάται γυμνή, στο κρεβάτι της. Λίγο σεντόνι ίσα που σκέπαζε το φύλο της και σαν κλέφτης εγώ, στις μύτες να εισχωρώ στη κάμαρά της να την ξυπνήσω με χάδια και φιλιά όπως κι εσύ με ξύπναγες.

Άλλη φορά πάλι, ονειρεύτηκα πως ταξίδι την επήγα. Σ ‘ ένα μικρό ξενοδοχείο πάνω στην αμμουδιά. Ποια αμμουδιά δεν ξέρω να σου πω. Κι ήταν χαρούμενη σαν το παιδί και γέλαγαν τα μάτια και το σώμα της κι εγώ την λάτρευα ακόμα πιο πολύ.

Ξυπνάγαμε νωρίς να δούμε την Ανατολή. Εκείνη την έβλεπε στον ορίζοντα, εγώ μέσα από τα μάτια της, έτσι όπως έμοιαζε η ίδια με τον ήλιο. Πως θα μπορούσα εσύ, να μείνω ασυγκίνητος από μια τέτοια ύπαρξη; Που όλη φως έλαμπε και τα μάτια της πέταγαν σπίθες να ανάβω το τσιγάρο μου και να την γεύομαι.

Έγινα εσύ και την αγάπησα. Εκείνη που χωρίς εγώ να είμαι, μοιάζαμε. Και την αγάπησα πολύ, όσο μπορεί καρδιά ανθρώπου ν’ αγαπήσει. Χωρίς αρχή και τέλος. Μόνο μέση, μέση, μέση, μέση…

Στην αγκαλιά σου με κράτησα και με νανούρισα με λόγια ερωτικά από εκείνα που δεν συνήθιζες να μου λες. Γευόμουν από το στόμα σου, τα τηγανιτά αυγά που σου τηγάνιζα στο κουζινάκι με τον σκοταγωγό.

Τραγούδια από το στόμα σου, μου τραγούδησα. Αυτά που αρέσαν και στους δυο μας. Σου κράτησε σεκόντο και εγώ που ήμουν πλέον εσύ, χαμογέλαγα κι έλαμπα όπως κι εσύ.

Αυτά ονειρεύομαι κι αφού δεν μπόρεσες ποτέ να μ’αγαπήσεις όπως θέλησα, έγινα εσύ και με λάτρεψα!

Οι Οθόνες του

Μ’ ένα ολόγιομο χαμόγελο, τίγκα στην ευχαρίστηση, βυθίστηκε στον μαλακό καναπέ του. Αξιοθαύμαστο πως μια απλή φράση όπως “Το έχω”, μπορούσε να τον κάνει τόσο ευτυχισμένο. Κι αυτή η αναμονή, μέχρι να “το έχει” κι ο ίδιος ήταν όσο βασανιστική τόσο και γλυκειά.

Απέναντί του ο τεράστιος τηλεοπτικός του δέκτης. Πίσω, στο γραφείο, ένα laptop και δύο desktop και διάφορες οθόνες που έδιναν εικόνα από κάμερες από όλα τα σημεία εντός κι εκτός σπιτιού. Οι αγαπημένες του εικόνες ήταν εκείνες που έδινε η κάμερα που κοίταζε στον δρόμο. Χάζευε με τις ώρες τα μηχανοκίνητα που ανεβαικατέβαιναν την ανηφόρα.

Στην κρεβατοκάμαρα κι άλλος τεράστιος τηλεοπτικός δέκτης, home cinema. To θυροτηλέφωνο με οθόνη. Στην κουζίνα, μια μικρή τηλεόραση. Στο μπάνιο μια πιο μεγάλη. Δεν υπήρχε δωμάτιο χωρίς οθόνη. Είχε εμμονή με αυτές. Είχε εμμονή με την εικόνα αλλά τον μάγευε κυρίως, το πως αυτή εμφανίζοταν στο γυαλί. Προτιμούσε το φιλτράρισμα που έκανε το υλικό αντί της γύμνιας που γέμιζε το κενό ανάμεσα στο μάτι του και το αντικείμενο, το πρόσωπο ή το τοπίο στο οποίο εστίαζε.

Το σπίτι του ήταν απλό, λιτό. Μόνο στις οθόνες το παραέκανε. Είχε και διάφορες παιχνιδομηχανές που τις συνέδεε με τις οθόνες του. Οι λιγοστοί του φίλοι έβλεπαν το σπίτι του σαν μικρό παράδεισο. Τους καλούσε για να παίξουν κάποιο παιχνίδι, να δουν έναν αγώνα, κάποια ταινία με τη συνοδεία αύθονης μπύρας και πίτσας, από την πιτσαρία παρακάτω.

Παρότι είχε καταφέρει να κάνει αυτό που ήθελε στη ζωή του, να εργάζεται δηλαδή στο σπίτι, στον υπολογιστή του και να έχει γύρω του πολλές όμορφες οθόνες, υψηλής ευκρίνιας, ένοιωθε τελευταία πως κάτι του έλειπε. Ήθελε να πειραματιστεί, να δοκιμάσει κι άλλα πράγματα πάντα όμως σε σχέση με αυτές.

Μια μέρα δοκίμασε να δει όλα τα επεισόδια του Prison Break σε DVD χωρίς να κοιμηθεί. Άντεξε 32 ώρες, χωρίς ύπνο μόνο με την εικόνα. Μετά κοιμήθηκε μια ολόκληρη μέρα κι είδε όνειρο πως ήταν πλέον κι αυτός ένας φυλακισμένος που προσπαθούσε με διάφορους τρόπους να δραπετεύσει.

Καλό ήταν αλλά ήθελε και κάτι παραπάνω. Να δοκιμάσει τις αντοχές του, τα όριά του. Να ξεντώσει το μπορώ του για να δει μέχρι που θα μπορούσε να φτάσει. Αν γινόταν κάπου πιο μακριά από ότι γνώριζε, να φτάσει.

Προμηθεύτηκε αλκοόλ. Σε διάφορες μορφές και ποιότητες. Κατανάλωσε πολύ. Γύριζε από δωμάτιο σε δωμάτιο και κοίταζε τις οθόνες. Η κάθε μια του έδινε άλλη εικόνα. Καμία δεν κατάφερε να δώσει στον εγκέφαλό του το κάτι παραπάνω που ζητούσε.

Δοκίμασε διάφορα πράγματα, με φίλους ή μόνος. Δοκίμασε και να καπνίσει κάνναβη. Δεν κατάφερε τίποτα παραπάνω από το να γελάσει με τους κακομοίρηδες των τηλεοπτικών παραθύρων και να κοιμηθεί με τα ρούχα στον καναπέ.

Οργάνωσε κι ένα σεξουαλικό όργιο, το τράβηξε με την κάμερα και μετά το πρόβαλε στην γιγαντοοθόνη του. Του άρεσε που συμμετείχε ωστόσο δεν του προξενούσε τίποτα το φοβερό, το ακραίο, όταν το έβλεπε ξανά. Δεν ήταν αυτό που ερέθιζε τον εγκέφαλό του, με έναν εντελώς νέο τρόπο που θα κατάφερνε να τον εντυπωσιάσει και να προσμετρηθεί ως μια εντελώς νέα, πρωτόγνωρη εμπειρία.

Ήταν σχεδόν πεπεισμένος πως τίποτα δεν θα μπορούσε να τον κάνει να ανακαλύψει τα όριά του, όταν σκέφτηκε να δοκιμάσει το LSD. Είχε διαβάσει ένα σχετικό άρθρο στο διαδίκτυο και ήξερε θεωρητικά, πως είναι παραισθισιογόνο. Είχε την περιέργεια να δει πως θα αντιδρούσε ένας εγκέφαλος επηρεασμένος από ουσία, μπροστά σε τόσες οθόνες.

Το οργάνωσε καλά. Βρήκε τον κατάλληλο άνθρωπο που θα του έβρισκε την ουσία. Αυτός που μόλις πριν λίγο τον είχε ενημερώσει πως ήταν έτοιμος για την παράδοση. Είχε καλέσει φίλους που ήξερε πως θα ήθελαν να το δοκιμάσουν μαζί του, μιας και φοβόταν να το επιχειρήσει μόνος του. Και είχε φτιάξει ένα DVD με αγαπημένα videoclip της παρέας. Η επιλογή των τραγουδιών είχε γίνει με μεγάλη προσοχή και ήταν όλα από συναυλίες.

Τη νύχτα που ήταν όλα έτοιμα για το ιδιότυπο αυτό πείραμα, όλες οι κάμερες κατέγραφαν τους εσωτερικούς χώρους του σπιτιού. Ακόμα και το μπάνιο. Δεν ήθελε να του ξεφύγει ούτε μια εικόνα! Το σπίτι πεντακάθαρο και εξοπλισμένο με ότι χρειαζόταν μια παρέα 30ρηδων για να περάσει καλά.

Ήρθαν οι φίλοι, έβαλαν ποτά και άραξαν στους άνετους καναπέδες. Έξι άτομα η παρέα. Τα “μαγικά χαρτάκια” τοποθετημένα πάνω στο τετράγωνο, γυάλινο τραπέζι τους περίμεναν. Τα μισά είχαν τυπωμένα επάνω έναν χοντρό γάτο με μαλλιαρή ουρά και τα έλεγαν Fat Freddy και τα άλλα μισά, έναν ποδηλάτη, τον κ. Hoffman, πατέρα του LSD.

Κανείς πριν δεν είχε δοκιμάσει κάτι τέτοιο. Οι πιο τολμηροί έβαλαν ολόκληρο το χαρτάκι στη γλώσσα τους και το έγλειφαν ανυπόμονα, ρωτώντας με αγωνία “πότε θα μου σκάσει;” ενώ οι λιγότερο τολμηροί, πήραν το μισό “και βλέπουμε”. Εκείνος φυσικά άνηκε στην πρώτη ομάδα. Ποτέ δεν του άρεσαν άλλωστε, οι μισές δουλειές!

Μετά από μισή ώρα περίπου, άρχισαν να σκάνε τα πρώτα βεγγαλικά μέσα στο κεφάλι του. Του άρεσε, ένοιωθε όμορφα. Ωστόσο, τίποτα το αξιοπερίεργο ακόμα, τίποτα το ιδιαίτερο από όσο φυσικά, ήταν σε θέση να καταλάβει. Βυθίστηκε στον καναπέ και πάλι, μόνο που τώρα νόμιζε πως ήταν το άνετο στόμα ενός τεράστιου θηλαστικού που απλά τον φιλοξενούσε. Τη μύτη του άρχισε να την γαργαλάει κάτι τριχωτό και μαλακό. Σε λίγο κατάλαβε πως ήταν η ουρά του Fat Freddy. Ο ίδιος ο γάτος δεν φαινόταν πουθενά αλλά καθόλου παράδοξο δεν του φάνηκε που τον γαργαλούσε η ουρά του.

Στην οθόνη οι Massive Attack, από τη συναυλία τους στο Βερολίνο το 1992. Η μουσική άρχισε σιγά σιγά να εισχωρεί μέσα του. Έμπαινε από παντού. Από τα αυτιά, τα μάτια, το στόμα και τη μύτη. Έμπαινε ακόμα και από τους ορθάνοιχτους πόρους του δέρματός του. Ούτε πως κατάλαβε πως έφυγε από το στόμα που καθόταν κι έγινε πλήκτρο κάτω από τα δάχτυλα του μουσικού. Πολύ γρήγορα έγινε χορδή βιολιού κι αμέσως μετά ένα ψηλό Λα που βγήκε άνετα από το λάρυγγα της Shara Nelson που εκείνη τη στιγμή τραγουδούσε το Unfinished Sympathy, για να μπει κατευθείαν στο μικρόφωνο και να βγει από τα δεκάδες ηχεία του συναυλιακού χώρου, σπασμένος σε χιλιάδες μικρά κομμάτια. Το καθένα από μόνο του ήταν αυτός και όλα μαζί πάλι αυτός. Μπορούσαν όμως να υπάρχουν ανεξάρτητα.

Σ’ εκείνο το σημείο κάτι μέσα στον τεμαχισμένο του εγκέφαλο του έδωσε να καταλάβει πως αυτό ακριβώς ήταν ό, τι γύρευε τόσο καιρό κι ένοιωθε την απόλυτη ευτυχία καθώς επιτέλους είχε καταφέρει να το βρει! Με την υπόλοιπη παρέα, είχε χάσει κάθε επαφή εδώ και ώρα. Κάποια στιγμή του φάνηκε πως τους είδες μες στο πλήθος, εκστασιασμένους να χορεύουν. Δεν ήταν και πολύ σίγουρος αλλά δεν τον ενδιέφερε να μάθει.

Πέρασαν ώρες, μέρες. Ζούσε πλέον μέσα στις οθόνες του. Άρχισε να βλέπει την εικόνα ανάποδα. Από μέσα προς τα έξω. Έβλεπε τον καναπέ του, απέναντι άδειο. Το άνετο κρεβάτι του, στρωμένο. Την οβάλ μπανιέρα που είχε λίγο επιθυμήσει μέσα της να βυθιστεί και να γεμίσει σαπουνάδες. Μάταια. Δεν μπορούσε να βρει τρόπο να βγει μέσα από την οθόνη. Ήταν αδύνατον να βρει τον δρόμο του γυρισμού. Έπρεπε να το πάρει απόφαση πως πάντα εκεί μέσα θα ζούσε κι ας είχε αρχίσει να κουράζεται πλέον, ταξιδεύοντας σε χίλια κομμάτια από συναυλία σε συναυλία και από ήχο σε ήχο.

Κανείς δεν ξέρει αν τα κατάφερε, έστω για μια στιγμή, να βγει από την παραίσθησή του. Οι φίλοι του, τυχεροί, το άλλο πρωί τον άφησαν κι έφυγαν, είχαν πλέον επιστρέψει στη φυσιολογική κατάσταση. Βέβαια, διαφορετικοί μετά από αυτή την εμπειρία. Πίστεψαν πως θα συνέλθει. Πέρασαν μετά από μέρες και δεν τους άνοιξε. Κάποιος είχε κλειδί. Τον βρήκαν στην ίδια θέση που τον είχαν αφήσει, στον καναπέ, με μάτια καρφωμένα στην οθόνη που έπαιζε ξανά και ξανά το dvd με τις συναυλίες. Δεν αντιδρούσε σε ό,τι κι αν του έλεγαν ή του έκαναν.

Δεν ήξεραν τι να κάνουν. Υπήρχε και ο φόβος για τίποτα μπλεξίματα με την αστυνομία, αν έλεγαν την αλήθεια. Σκέφτηκαν να τον πάνε στο νοσοκομείο, να τον αφήσουν απέξω και να φύγουν μα εκεί που το κουβέντιαζαν, τον είδαν στην οθόνη, χίλια κομμάτια να τους χαμογελά κι έτσι, αποφάσισαν να τον αφήσουν στην ησυχία του. Σίγουροι πως ο φίλος τους, ήταν καλά και ασφαλής, μέσα στην γιγαντοοθόνη του.

Τα χαμένα πορνογραφήματα της Δρ. Ποστ Πουρί: “Η Όμορφη Ελένη”

Είμαι η Δόκτωρ Ποστ Πουρί. Δόκτωρ Παραφιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ανέμων και Υδάτων, του Βασιλείου της Μαρμαρυγής.

Δεν γνωρίζω ακριβώς πόσων ετών μπορεί να είμαι. Σίγουρα έχω ζήσει σε διάφορους αιώνες, τόπους, με διάφορους τρόπους. Σε κάθε περίπτωση, ως Δόκτωρ, είχα επιτυχία στις κοινωνικές συναναστροφές. Κάτι έκανε τους ανθρώπους να με εμπιστεύονται και να μου εκμυστηρεύονται τα πάντα ή όσα εγώ επιθυμούσα πραγματικά να μάθω.

Τις ερωτικές ιστορίες των «ασθενών» μου, συνήθιζα να τις καταγράφω σε ένα τετράδιο το οποίο κάποια στιγμή έχασα. Διατηρώ την αμφιβολία αν το άφησα σε κάποιο άλλο Βασίλειο ή το χάρισα σε κάποιον εραστή.

Ωστόσο, καταφέρνω να διατηρώ στη μνήμη μου κάποιες ιστορίες… σαν κι αυτή:

“Η Όμορφη Ελένη”

Η Όμορφη Ελένη, ήταν αστή και φορές αστεία. Το εξοχικό των θείων της που τη φιλοξενούσε, όταν κατάφερνε να αποδράσει από την ασφυκτική αγκαλιά των γονιών της, ήταν μόλις πέντε λεπτά από το δικό μας. Έτσι, κάποια καλοκαιρινά απογεύματα συνηθίζαμε να πίνουμε τσάι μαζί, στην ανατολική βεράντα που είχε θέα στη λίμνη.

Μικρή και χαριτωμένη Όμορφη Ελένη, μόλις που είχε βγει από την εφηβεία. Θυμάμαι με τι εντυπωσιακή αφέλεια της άρεσε να μου εξιστορεί τις ερωτικές τις περιπέτειες, πότε με τον Ξάδερφο Αριστείδη και πότε με τον Δάσκαλο Πιάνου και την αδυναμία που έδειχνε στο πορσελάνινο σερβίτσιο τσαγιού. Στιγμές, μου έδινε την εντύπωση πως ήταν απλά μια ταλαντούχα ηθοποιός με πλούσια φαντασία, που σκαρφιζόταν υπέροχους διαλόγους για να διασκεδάζει την πλήξη του μετα-εφηβικού σταδίου της ζωής της. Με τον καιρό, πείσθηκα πως κάθε της λέξη ήταν αλήθεια.

Δεν ξέρω αν ένοιωθα ζήλια για αυτήν. Ήμουν και παραμένω επιτυχημένη, όμορφη, καλλιεργημένη, πλούσια και κάτοχος –κυρίως αυτό- ενός τίτλου που μπροστά του οι πάντες “κτύπαγαν προσοχές”, όπως με διαβεβαιώνει συχνά – πυκνά και ο Αρχηγός Στρατού. Δόκτωρ. Κανονική Δόκτωρ. Με έδρα και τα σχετικά. Δόκτωρ Παραφιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ανέμων και Υδάτων, του Βασιλείου της Μαρμαρυγής. Όμως το θέμα μας εδώ είναι η Όμορφη Ελένη και όχι εγώ, η δρ. Ποστ Πουρί.

Αχ, η Όμορφη ήταν σπάνιο πλάσμα. Είχε μια υπέροχη, αψεγάδιαστη, λευκή σάρκα και μακριά μαύρα μαλλιά. Τα μάτια της ανάλογα με το ρούχο που την έντυνε, ήταν άλλοτε γκρίζα και άλλοτε πράσινα. Πιστεύω πως τα έχω δει να γίνονται και μελιά… έχουν περάσει χρόνια. Πάντα μύριζε γιασεμί. Δεν ξέρω πως τα κατάφερνε! Τείνω να πιστεύω πως κάποιος εραστής της τής είχε προμηθεύσει κάποιο άρωμα εξ ανατολών το οποίο δεν αποχωριζόταν ποτέ το δέρμα της.

Οι διηγήσεις της ήταν τόσο γλαφυρές, τόσο ζωντανές, που ακόμα κι εγώ η δόκτωρ, δεν μπορούσα να προβάλω καμία αντίσταση στη δύναμη της ηδονής που με καθήλωνε στην βιενέζικη καρέκλα μου. Στην ηδονή που άνοιγε διάπλατα τους πόρους του δέρματός μου και μου χάριζε γλυκά ρίγη χαμηλά στη μέση και στους βουβώνες. Μετά το πέρας κάθε επίσκεψής της, όταν πια αποχωρούσε η Όμορφη Ελένη διαπίστωνα πως το περίτεχνο πλεχτό καναντίδι του καθίσματός μου, ήταν υγρό.

Απολάμβανε τον έρωτα αυτό το κορίτσι και δεν ένοιωθε καμία ενοχή. Ίσως αυτή η απόλυτη απενοχοποίησή της να ήταν αυτό που με τραβούσε περισσότερο από όλα, σε αυτήν. Μια ελευθεριότητα τόσο δύσκολα να υποστηριχτεί σε εκείνες τις Εποχές. Ήταν πράγματι αξιοθαύμαστο το θάρρος της. Είχε αποφασίσει με ιδιαίτερη ωριμότητα πως θα ζούσε για τις σαρκικές απολαύσεις.

Αν καμιά φορά αργούσε να έρθει για το τσάι, ταραζόμουν στην ιδέα πως δεν θα έπαιρνα τη δόση ηδονής στην οποία με είχε εθίσει η νεαρή. Είμαι σχεδόν βέβαιη πως το είχε καταλάβει και σκοπίμως αργούσε, για να ανεβάσει τον πόθο μου, ίσως με σκοπό να ζητήσει κάτι από εμένα. Ίσως πάλι γιατί ήταν τόσο εγωίστρια που ήθελε οι πάντες γύρω της να εθίζονται στα συστατικά της δικής της ηδονής. Από την άλλη, μπορεί να ήταν τόσο έξυπνη που να είχε καταλάβει πως ήταν το μοναδικό πλάσμα στον κόσμο, εκείνη τη περίοδο, που μου χάριζε ηδονή. Μπορεί και τίποτα από όλα αυτά ή και όλα μαζί.

Μου έλεγε για τον Δάσκαλο Πιάνου, πως από την πρώτη φορά που συναντήθηκαν, έπεσα στα δίχτυα της αλλά φοβόταν να κάνει την οποιαδήποτε κίνηση αφού την συναντούσε στο σπίτι των γονιών της. Δεν ήταν καν της τάξεώς της, πως θα μπορούσε να την διεκδικήσει; Κι εκείνη φαινόταν τόσο μα τόσο απροκάλυπτα διαθέσιμη. Έτσι, ένα πρωινό εκεί που της μάθαινε ένα νέο σονέτο στο πιάνο εκείνη έσκυψε και του ψιθύρισε: “Ξέρω πως με ποθείτε και σας ποθώ κι εγώ… Νομίζω πως θα πρέπει να κάνουμε κάτι γι’ αυτό”. Εκείνος τράπηκε σε τακτική φυγή, φοβούμενος πως αν άφηνε τον εαυτό του ελεύθερο θα έμπλεκε σε μια ιστορία με καταστροφικές συνέπειες για τον ίδιο μα και για την Όμορφη Ελένη.

Στο επόμενο μάθημα εκείνη άρχισε να του μιλάει, για όλα όσα επιθυμούσε να κάνει αυτός στο κορμί της κι αυτή στο δικό του. Δεν αντιστάθηκε παραπάνω ο Δάσκαλος Πιάνου, άφησε τις συγχορδίες και καταπιάστηκε με τις χορδές του κορσάζ της. Το άρωμα γιασεμιού που ανάβλυζε, τον είχε ήδη μετατρέψει σε υποχείριό της, χωρίς αυτός να καταλαβαίνει τι του συμβαίνει.

“Μικρή μου Όμορφη, θα έδινα τα πάντα για εσένα!”, της έλεγε γεμάτος απελπισία κι εκείνη η σκληρή, του απαντούσε με αυθάδεια:
“Το μόνο που θέλω από εσάς, είναι η ανταλλαγή σωματικών υγρών. Ξέρετε… είμαι συλλέκτης.”

Αυτό τον πλήγωνε γιατί του άφηνε υποψίες πως είχε ερωτικές συναναστροφές και με άλλους άνδρες αλλά το δεχόταν προκειμένου να τη χάσει. Μετά από έναν μήνα, ήταν πλέον τέλειος δούλος του πολλαπλού της οργασμού και δεν υπολόγιζε ούτε τις συνέπειες των πράξεών του αν τυχόν και ανακάλυπτε κάποιος τον κρυφό δεσμό τους.

Μετά από δύο μήνες ερωτικής ανάτασης, η Όμορφη Ελένη όπως μπρούμυτα απλωνόταν πάνω στο μαύρο πιάνο, του ομολόγησε:
“Ξέρετε, δεν με ευχαριστείτε πλέον όπως παλιά. Μόλις και μετά βίας καταφέρνω να ολοκληρώσω μια, δυο φορές σε κάθε μας συνεύρεση. Ουφ… είναι τόσο βαρετό!”

Εκείνος τότε, σηκώθηκε βιαστικά από πάνω της κι έκρυψε γρήγορα το φύλο του μέσα στα ρούχα. Ήταν απίστευτο πως με μια της πρόταση, είχε καταφέρει να καταβαραθρώσει τον ανδρισμό, τον εγωισμό και οπωσδήποτε την μέχρι πρότινος, τέλεια στύση του. Τράπηκε ξανά σε φυγή κι αυτή τη φορά ήταν δεόντως άτακτη. Δεν της είπε κουβέντα. Έφυγε… ο δειλός! Όπως μου το χαρακτήρισε η ίδια η Όμορφη Ελένη, όταν μου περιέγραφε τη σκηνή και γελούσε εις βάρος του.

Ωστόσο, ο Δάσκαλος Πιάνου επέστρεψε μετά από δυο μέρες, την καθορισμένη ώρα του μαθήματος. Έδειχνε σοβαρός και αποφασισμένος να διατηρήσει τη σχέση τους αυστηρώς διδακτική κι εκείνη φάνηκε να το αποδέχεται μόνο που είχε μια πρόταση για τον ίδιο:
“Τόσο καιρό με διδάσκετε πιάνο κι όντως έχω γίνει καλή. Εγώ σας διδάσκω ηδονή αλλά για να γίνεται πραγματικά καλός, θα πρέπει να κάνετε ένα ακόμα μάθημα με αντάλλαγμα έναν σπουδαίο ολόδικό μου οργασμό. Τι λέτε;”

Σκέφτηκε για κάποια μόλις λεπτά και της απάντησε δειλά, όπως του άρμοζε:

“Έναν οργασμό. Και πως θα τον ήθελες τώρα;”
“Σε κάθε περίπτωση… πολλαπλό. Αφού το ξέρετε! Και γιατί μου μιλάτε στον ενικό παρακαλώ;”, του απάντησε.
Ενοχλημένος ο Δάσκαλος Πιάνου προσπάθησε να επιτεθεί: “Έτσι θα σου μιλάω πια! Μα πέσμου… Δεν φοβάσαι μην πάθεις κανένα έμφραγμα με τόσους πολλαπλούς οργασμούς;”
Γέλασε δυνατά η Όμορφη Ελένη: “Μα τι κουτός που είστε! Διόλου δεν ανησυχώ! Αν τέτοιο θάνατο μου φύλαξε η μοίρα μου… Ας είναι! Όμως σας παρακαλώ, να μου μιλάτε στον πληθυντικό. Πρέπει να κρατάμε τους τύπους”.

Δεν πρόλαβε να της απαντήσει, αιφνιδιαστικά βρέθηκε στο χώρο ο Ξάδερφος Αριστείδης και τον αφόπλισε με τη γύμνια του.

“Κι αφού μόνος σας δεν έχετε και μεγάλη επιτυχία, είπα να ζητήσω οικογενειακή βοήθεια κι αυτό, σας το υπόσχομαι, θα είναι το τελευταίο σας μάθημα.” Του δήλωσε η Όμορφη χωρίς να περιμένει καν απάντηση.

Για άλλη μια φορά όμως, εκείνος έφυγε και μόνο από το διάδρομο τον άκουσε να λέει: “Όχι δεν δέχομαι να γίνω Μαγιακόφσκι, δεν μπορώ!” και δεν γύρισε άλλο ποτέ. Ούτε εκείνη τον αναζήτησε φυσικά. Της ήταν εντελώς άχρηστος. Κι όταν κάποτε συναντήθηκαν σε κάποιο δείπνο που διοργάνωσα και σκοπίμως τους προσκάλεσα αμφότερους, δεν αντάλλαξαν τίποτα παραπάνω από έναν τυπικό χαιρετισμό. Εξάλλου, εκείνο το διάστημα η Όμορφη Ελένη, έδινε κι έπαιρνε μαθήματα -μεταξύ άλλων- και στο δική μου κρεβατοκάμαρα.

DANA SEMITECOLO

Η Dana Semitecolo, γεννήθηκε πριν τρία χρόνια περίπου, στο μαιευτήριο του διαδικτύου, όπου ζει και εργάζεται όταν δραπετεύει από τις καθημερινές υποχρεώσεις του Έξω Κόσμου.
Της αρέσει να παραφιλοσοφεί με το κατρουγιάλι της στο http://katrougiali.blogspot.com , όση ώρα περιμένει να ψηθεί το παστίτσιο. Για να γράψει αυτή το ένα και μοναδικό της βιβλίο «Είμαι ο Τάκης και είμαι ποδήλατο», χρειάστηκε να ψήσει 20 ταψιά.
Ακόμα, της αρέσει να μαζεύει μανουσάκια στους αγρούς του τόπου της, τη Ζάκυνθο, καθώς και να κυλιέται στις καυτές αμμουδιές του, παρέα με τον γιο της.
«Ο Τάκης», αυτό το πόνημα είναι το πρώτο της μεγάλο -από κάθε άποψη- που δημοσιεύεται και μάλλον το τελευταίο, αφού η οικολογική της συνείδηση δεν της επιτρέπει την σπατάλη χαρτιού. Ιστορίες του νησιού της, κυρίως, έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά και σε διάφορους διαδικτυακούς τόπους.
Τα παράπονά σας, στη διεύθυνση: katrougiali@gmail.com