Γιώργος Βέης, ΜΑΝΧΑΤΑΝ: η ποιητική του χρόνου
27Ιου
«Είχα συνάψει ειρήνη με τις προσδοκίες μου. Αλλά, όταν έφτασα στη Νέα Υόρκη, μέσα σε λίγες μόνο ώρες, η Νέα Υόρκη μού έκανε ό, τι κάνει σε όλους τους ανθρώπους – ξύπνησε τις πιθανότητες. Η ελπίδα ξεσπάει σαν επιδημία.»
Φίλιπ Ροθ, Φεύγει το φάντασμα
Εισαγωγή στο τοπίο.
Ο Πωλ, κρατώντας στο χέρι το δόντι που του έπεσε λίγο πριν, καθώς ανέβαινε τα σκαλιά του υπόγειου σταθμού του τραίνου, στο Γκραντ Σέντραλ, μπήκε, δέκα η ώρα το πρωί, στα γραφεία Κοινωνικών Υπηρεσιών της Δέκατης Λεωφόρου, κοντά στους 45 δρόμους του Μανχάταν. Περιμένοντας τη σειρά του στην αίθουσα αναμονής, βγάζει την τραγιάσκα που του κρύβει το μισό πρόσωπο και ρίχνει μια ματιά στο μικρό καθρέφτη που κρέμεται δίπλα του. Τα μάτια εξακολουθούν να είναι κομμένα, αν και τελευταία κοιμάται καλά, τα χείλη του έχουν πάρει ένα βαθύ χαλκοπράσινο χρώμα, το μέτωπο γεμάτο ζάρες. Ανοίγει το στόμα και μετράει εφτά, μερικά κουνιούνται κιόλας. Κοιτάζει απʼ τη τζαμαρία έξω στο δρόμο, βρέχει συνέχεια, απʼ το περασμένο βράδυ. Πρώτη φορά, στα δεκαοχτώ του, νιώθει τρόμο.
Ο Πωλ γεννήθηκε στο Νότιο Μπρονξ της Νέας Υόρκης, σε μια γειτονιά γεμάτη Πορτορικάνους. Μεγάλωσε κοντά σε συγγενείς. Όταν ήταν γύρω στα τέσσερα με πέντε τον βίασε κάποιος θείος. Τον πατέρα του, συστηματικό ναρκομανή, τον επισκέφθηκε κάποτε στη φυλακή, ενώ ποτέ δεν μπόρεσε να μάθει αρκετά πράγματα για τη γυναίκα που τον γέννησε. Στα δεκατρία του κατέβηκε στις κακόφημες γειτονιές των 42 δρόμων, στο Μανχάταν, κι έμεινε από τότε εκεί. Άρχισε πολύ γρήγορα να μπαινοβγαίνει ελεύθερα στα χαμηλοτάβανα μαγαζιά με τις φανταχτερές βιτρίνες και τα πολύχρωμα φώτα, που δεν κλείνουν ποτέ, εκεί που με ελάχιστα σέντς μπορεί να δει κανείς, από μια τρύπα, το φτηνότερο και χειρότερο ζωντανό γυμνό θέαμα της Αμερικής. Τα παιδιά σαν τον Πωλ, που περιφέρονται εδώ μακριά απʼ τα σπίτια τους, έχουν τρεις επιλογές για να επιζήσουν: την κλοπή, το εμπόριο ναρκωτικών και το εμπόριο του κορμιού τους, για πέντε δολάρια τη φορά. Ο Πωλ αναγκάστηκε να καταφύγει συχνά και στις τρεις μεθόδους. Μέσα σε πέντε χρόνια έχασε τριάντα κιλά κι όλα σχεδόν τα μαλλιά του. Δεν τον θέλει κανείς. Ούτε οι δικοί του στο Μπρονξ, ούτε κι οι τρόφιμοι στο Κόβεναντ Χάουζ, το άσυλο του κεντρικού Μανχάταν, όπου φυτοζωούν εκατοντάδες άστεγοι, πρώην κατάδικοι κι άλλοι περιθωριακοί. Έτσι όπως τον βλέπουν, ωχρό και σκελετωμένο, είναι σίγουροι ότι έχει AIDS.
Διαβάστε περισσότερα














