Ο Ηλίας Κατσούλης μπήκε στο χώρο του τραγουδιού ως μάχιμος φιλόλογος το 1984, σε ηλικία 40 χρονών, και δυστυχώς έφυγε από κοντά μας τον περασμένο Αύγουστο, ως ακόμα πιο μάχιμος στιχουργός. Μια μετάβαση, με το πέρασμα των χρόνων, από την τεχνική –οι στίχοι του διέθεταν πάντα εσωτερικό ρυθμό, σωστή μετρική και καλόηχες ρίμες- στην τέχνη, που τα τελευταία, ειδικά, χρόνια είχε ξεδιπλώσει κατά μήκος βαθύτερων αισθημάτων και σκέψεων.

Στα τραγούδια του δεν θα βρούμε τη ξεκάθαρη αμεσότητα των στίχων του Λευτέρη Παπαδόπουλου ούτε την έντονη αφαιρετικότητα της Λίνας Νικολακοπούλου ή την σκοτεινή ποιητική του Μάνου Ελευθερίου, για να αναφέρω τρεις χαρακτηριστικές σχολές. Το μεγάλο ταλέντο και σε μεγάλο βαθμό μοναδικότητα του Ηλία Κατσούλη –ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου μοιάζει να είναι ο συνεχιστής του ως προς αυτό- είναι ο λαϊκός, αφαιρετικός και συνάμα ποιητικός τρόπος που μετουσίωνε σε στίχους τις προσωπικές του εμπειρίες-σκέψεις κυρίως όμως τα προσωπικά του αναγνώσματα-ακούσματα καθώς ήταν βαθύς γνώστης τόσο του ελληνικού τραγουδιού και της ποίησης όσο και της ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αυτό σημαίνει πως μπορεί σε πολλά από τα στιχουργήματά του να μην εκφράζονται άμεσα πχ ο ακραίος ερωτισμός ή ο ατόφιος θυμός, αναδύονται όμως μια ευγενής αγάπη: Το στόμα σου μοσκοβολιά/ από μαστίχα και φιλιά, μια αξιοπρεπής θλίψη: Να μπορώ να λέω/ κοίτα με δεν κλαίω/ πως έμαθα να χάνω/ αλλά δεν θα χαθώ και μια τρυφερή ανάμνηση: Τους δρόμους που περπάταγε/ ασίκικα τους πάταγε/ κι ας ήταν ο πατέρας μου/ σκαρί συνηθισμένο, όλα απόρροια του «ανόθευτου» σύμπαντος της τέχνης που αδιάκοπα όπως είπαμε, μελετούσε, αλλά και της ρομαντικής και αγνής ιδιοσυγκρασίας του.

Έτσι από το θρυλικό πια: Οι τρελοί μείναμε λίγοι/ κι ο Σκαρίμπας έχει φύγει εν έτει 1991, μέχρι τις ολοκληρωμένες συνεργασίες του το 2006 με τον Νότη Μαυρουδή, στο δίσκο Carte Postale και με τον Παντελή Θαλασσινό, στο δίσκο Καλαντάρι, τα πρόσωπα και οι τόποι είναι παρόντες μέσα στα τραγούδια του σε πολύ μεγάλο βαθμό, όχι όμως εν είδει λόγιου εντυπωσιασμού αλλά μιας ανάγκης να μοιραστεί την έμπνευση και τη χαρά της προσωπικής του εμπειρίας, ανάγνωσης και ακρόασης με τους αόρατους μελλοντικούς ακροατές των τραγουδιών του. Έτσι συναντάμε πρόσωπα γνωστά αλλά και ξεχασμένα, τη Ρόζα Εσκενάζυ, τη Σωτηρία Μπέλλου, την Αμαλία Ροντρίγκεζ, την Αγγέλα Παπάζογλου, τη Σεχραζάτ, τον Κερέμ, τον Σαγιάτ Νοβά, τον Τζιμ Μόρισον κ.ά και τόπους αληθινούς αλλά και φανταστικούς, τη Σμύρνη και τη Χαλκίδα (βεβαίως), την Αλεξάνδρεια, το Βατούμ, την Πόλη, τη Βαβυλώνα, τη Χαλιμά κ.ά Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι στους στίχους του Ηλία Κατσούλη δεν βρήκαν καταφύγιο και μικρές χαρές της ζωής όπως ένα χωνάκι σοκολάτα, ένα κλαδί ροδακινιάς, οι καραμέλες απ’ του Χατζημπεκίρ, το μοσχοσάπουνο «Ερμής» κ.ά καταφέρνοντας να μας κάνει συμμέτοχους ακόμη και αν τα βιώματα μας μπορεί να ήταν διαφορετικά.

Σε αυτή τη μυσταγωγία προς τους ακροατές υπήρξε τυχερός γιατί στο δρόμο του συνάντησε ικανούς μελωδούς οι οποίοι αφουγκράστηκαν τα λόγια του και τα παρουσίασαν στον κόσμο κατά κύριο λόγο ως λαϊκά και μπαλάντες. Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε εκτός βεβαίως της στενής -δισκογραφικά και προσωπικά- σχέσης του Ηλία Κατσούλη με τον Παντελή Θαλασσινό και τις πολλές συνεργασίες του με αδικημένους ή λιγότερο προβεβλημένους Έλληνες συνθέτες, (π.χ Τάσος Γκρους, Νίκος Τάτσης, Γιώργος Αρσενίδης, Γιώργος Τζώρτζης κ.ά) γεγονός βεβαίως προς τιμή και των δυο πλευρών αλλά και προς παραδειγματισμό των νεοτέρων στιχουργών και παραγωγών (όταν μιλάνε για έλλειψη συνθετών).

Τα τελευταία χρόνια, όπως αναφέρθηκε και στην αρχή του κειμένου, ο Ηλίας Κατσούλης προχώρησε τη τέχνη του σε εσώτερα τοπία, ισορροπώντας αξιοθαύμαστα ανάμεσα στην εικόνα και στον υπαινιγμό της: Αυτούς που χαραμίστηκαν πονάω πιο πολύ/ που κάψανε τα χρόνια τους σε μια φωτιά σβησμένη ή το έξοχο: Με τρένο θα ξενιτευτώ/ με πλοίο θα σαλπάρω/ και σε γυαλί χρωματιστό/ την πόλη μου θα πάρω./ Τη θάλασσα του Μαρμαρά/ το κύμα του Βοσπόρου/ όταν θα τρέμουν τα νερά/ σαν φύλλα Φθινοπώρου.

Ένα τέτοιο Φθινόπωρο, το πρώτο, δεν θα τον βρει ανάμεσά μας. Αντίθετα του τραγουδιού η λεμονιά έχει φυλάξει πολλά κλαδάκια μνήμης για εκείνον. Για να αντέχουμε πιο εύκολα την άνοιξη…

(α’ δημοσίευση: Περιοδικό Δίφωνο, τευχ. 155)