Αναγνώσεις

«Ο κερδοσκόπος αναγνώστης, οι άμυνες της λογοτεχνίας και “Η τριλογία της Νέας Υόρκης” του Paul Auster» (γράφει ο Μιχάλης Κατσιγιάννης)

Τι γίνεται με την προβληματική ανάγνωση; Τι γίνεται με τη λογοτεχνία-παιχνίδι; Τι γίνεται όταν η ανάγνωση δρα με κριτήρια αγοράς και πλήξης και εισβάλλει στο σώμα της λογοτεχνίας, ενοχλώντας το – και συχνά, βανδαλίζοντάς το; Τι γίνεται με τις αντιστάσεις και τις άμυνες της λογοτεχνίας σ’ αυτή την περίπτωση; Τέτοια ερωτήματα θα προσπαθήσω να απαντήσω στο πλαίσιο του παρόντος κειμένου, αναλύοντας και θεωρητικοποιώντας την εξουσιαστική σχέση που συνάπτει ο κερδοσκόπος αναγνώστης με τα λογοτεχνικά κείμενα καθώς και τις άμυνες των τελευταίων, μέσα απ’ το παράδειγμα της ‘Τριλογίας της Νέας Υόρκης’, του Paul Auster, έναντί του.

Η ιδιότητα του αναγνώστη αποτελεί ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό πρότυπο κανονικοποιημένης μορφής του πολιτισμού μας. Πρόκειται για μια ιδιότητα η δράση της οποίας – όπως και κάθε άλλης – ορίζεται, διαμορφώνεται κι επιτελείται – τηρουμένων των εκάστοτε αναλογιών – απ’ τις τεχνολογίες εξουσίας της κυριαρχίας, της πειθαρχίας, της βιοπολιτικής (βλ. Foucault, 1982̇ Φουκώ, 1989̇ Φουκό, 1991̇ Φουκώ, 2008) και – εσχάτως – της ψυχοπολιτικής (βλ. Χαν, 2023). Ο αναγνώστης αυτορυθμίζεται, αυτοελέγχεται και αυτοπροσαρμόζεται στις υποδείξεις των νορμών και των κανόνων της κοινωνικής οργάνωσης και του κυρίαρχου λόγου και υποκύπτει αυτοβούλως στις επιταγές της νεοφιλελεύθερης κοινωνίας και της πολιτισμικής βιομηχανίας (Χορκχάιμερ & Αντόρνο, 1996).

Όπως ειπώθηκε, κανέναν υποκείμενο δεν ξεφεύγει απ’ το άγγιγμα της εξουσίας, δεν δραπετεύει απ’ το κλίμα της. Όλοι και όλα συμμετέχουν σ’ αυτή και με αυτή, οι πάντες και τα πάντα διαδραματίζουν ρόλους. Δεν υπάρχει κάποιος χώρος/τόπος εκτός εξουσίας. Η τελευταία διαχέεται ολούθε, είναι ρευστή, είναι παντού. Η εξουσία λοιπόν καταλαβαίνει κανείς ότι δεν είναι ένας πυρήνας, ένα κέντρο, ένα πρωταρχικό σημείο, αλλά αντίθετα είναι αποκεντρωμένη και διασκορπισμένη. Μιλάμε επομένως για σχέσεις εξουσίας (Foucault, 1982̇ Φουκό, 1991̇ Φουκώ, 2008).

Αφού λοιπόν είναι έτσι τα πράγματα, τότε προς τι η προσήλωση στον αναγνώστη; Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ιδιότητα του αναγνώστη είναι ότι τείνει να μην παρουσιάζει μεγάλες – σε επίπεδο προθέσεων έστω – αποκλίσεις και παρεκκλίσεις απ’ τα επιβαλλόμενα πρότυπα: ακολουθεί τις οδηγίες και τις μορφοποιεί, θα λέγαμε, σχετικά πιστά. Θα ονομάσουμε αυτόν τον τύπο αναγνώστη ως κερδοσκόπο αναγνώστη. Η ανάγνωση που επιτελεί ο κερδοσκόπος αναγνώστης μπορεί να ειπωθεί ότι εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο της «αλλοτριωμένης ανάγνωσης» (Κατσιγιάννης, 2024):

τι είναι λοιπόν η αλλοτριωμένη ανάγνωση; Θα μπορούσαμε να πούμε, με τους όρους του Barthes (2019: 176), ότι είναι το «να διαβάζουμε υπό την έννοια του να καταναλώνουμε», δηλαδή «να μην παίζουμε με το κείμενο» και να μην απολαμβάνουμε τόσο την ίδια του την ύλη όσο και την αναγνωστική διαδικασία (Μπαρτ, 2022) […] πρόκειται για έναν οριακό τρόπο λογοτεχνικής συνομιλίας όπου η ανάγνωση είναι απλώς μία αγγαρεία, μία μηχανική λειτουργία, η οποία τίποτα απολύτως δεν προσθέτει στον κόσμο του αναγνώστη, εκτός από την περαιτέρω συνήθειά του σε αλλοτριωτικές διαδικασίες (Κατσιγιάννης, 2024).1

Διαβάστε περισσότερα