Κοίτα τι βγήκε
Σου λέω εγώ δεν είμαι για σονέτα
ψωμί δεν έχει αυτή η δουλειά.
Σε μένα αφήστε μια αγκαλιά
κι ένα αναμμένο τζάκι σε μια μεζονέτα.
Σου λέω εγώ δεν γλείφω εκεί που φτύνω
δεν παίρνω πίσω τα παλιά
και σε ατάλαντων φωλιά
σου λέω ούτε και τα σκατά μου δεν αφήνω.
Έλα μας περιμένει το αεράκι
κι είναι καλύτερη η σιωπή
αυτό που θέλεις ν’ ακουστεί
Έλα κι εγώ θα σε κρατάω απ’ το χεράκι.
Με ποιήματα δε γίνεσαι γνωστός ούτε λεφτάς
γι αυτό και τα καλύτερα σου χρόνια μην πετάς.
Xαρτί από ξύλο
Σαν είδε πως η ποίηση δεν πιάνει
το ‘ριξε στο πεζό κι ούτε που χάνει
στιγμή. Και μοναχά ένα τον μέλλει
Το όνομά του στη βιτρίνα τυπωμένο θέλει.
Σιγά μην τον εμπόδιζε το ήθος.
Παιδάκι μου όλα αυτά είναι μύθος
που έβγαλαν εκείνοι που δεν έχουν
και πίσω από τη φήμη αγκομαχώντας μόνο τρέχουν.
Τον βοήθησε λιγάκι κι η μαμά του
παλιά πουτάνα στο επάγγελμά του
Πρώτη βροντή σελίδες εξακόσες
κι ας παν να σκάσουνε αυτοί με τις κακές τις γλώσσες.
Τα δέντρα ποιος θα λυπηθεί που κόβουν
για να τα κάνουνε χαρτί τα ψώνια να προκόβουν.
Ιντερνέτ στόρι
Ας έρθουμε λοιπόν και στο προκείμενο:
Η γκόμενα ερωτεύτηκε ένα κείμενο.
Μετά γύρευε να του δώσει ένα σώμα
και θέμα θέμα το γυρεύει ακόμα.
Γίνεται κλώνος να τον εμποδίσει
μπας και καμιά άλλη της τον πηδήξει.
Με όσα από τη φαντασίωση του δίνει
αυξάνουν του φτωχού μυαλού τη δίνη
Κάνει όπως λεν τριανταένα στο κεφάλι
κι άντε να την μαζέψεις πάλι.
Κουτσαίνει η ρίμα δεν αντέχει να κρατήσει
τέτοια χουνέρια που μας κάνει η φύση.
Και φτάνουμε ένα εξάμηνο μετά
να τα ʽ χουμε κάνει όλα σκατά.
Το κόβω λέμε. Μα ξανά το βράδυ
πίσω από την οθόνη κυνηγάμε το σκοτάδι.
Το μέσα μας που έχει αφηνιάσει
και αγνοούμε το πράγμα που θα φτάσει.
Τόση φθορά και τόσα μίση
για ένα αμφίβολο γαμήσι.
Απορία
Εκείνος
Μετρώ τα γράμματά σου. Εικοσιένα.
Και τι να λέει για σένα αυτή η στατιστική.
Με είδες ποτέ σου; Τι έχεις φανταστεί;
Κορίτσι μου, πες καθαρά, τι θέλεις από μένα;
Εκείνη
Τώρα εγώ αυτουνού γιατί του γράφω;
Τι φτερουγίζει εντός μου και σε κάθε ποίημα
κάτι με σέρνει πιο βαθιά ένα βήμα;
Αλοιμονό μου, πάλι θα την πάθω.
Παλατινής άδηλον
Στο βίο της γνωστής Ανύτης
έχουνε μάχη ο Χρόνος και ο Έρωτας.
Στα νεαρά της χρόνια δίπλα στο γέρο Σοφοκλή
έφθειρε στη σκιά του μάταια το μύδι της.
Και στα γεράματα
το ξέρει κάθε νεαρός
η μεγαλύτερη είναι τεκνατζού της πόλης.
Αφροδίτη εσύ, προστάτιδα στα σκέλη του μελιού,
σ’ άλλο κορίτσι τέτοια μοίρα μη φυλάξεις.
Παλατινής σκαλάθυρμα
Ας μην είχες τα δικαιώματα του Γέρου
και πόσα ακόμη ανέκδοτα χειρόγραφα
και θα σου έλεγα εγώ
για ποια ποιήτρια, ποιους άρχοντες,
και ποιος θα σ’ έπαιρνε στα σοβαρά
μέσα στην πόλη.
Ημέρα της Ποιήσεως
Γιορτάστε εσείς στις εκπομπές, στα τραμ, στα τρένα, στα λεωφορεία.
Φέρτε τους ποιητές γυμνούς να πάρει ο κώλος τους αέρα.
(Όπως πήρε και ο δικός μου μια φορά)
Αν κι εδώ που τα λέμε άσχημο δεν είναι έστω για μια μέρα
να είσαι μαζί με τις γυναίκες, τους ανιάτως πάσχοντες και τα παιδιά.
(Όλοι οι ηττημένοι αυτού του κόσμου έχουνε τη μέρα τους.)
Κάμποσα χρόνια που δεν έχω πια την απορία
γιατί συμβαίνουν όλα αυτά.
Άντε τώρα να εξηγείς πως ποίηση είναι να κατοικείς έξω απ’ τη μέρα
σε μυαλουδάκια μετασοσιαλιστικά…
Αντιμανιοκαταδιωκτικόν
Κοίτα το ποίημα να ‘ναι ολλράιτ
κι άσε μετά το κοπυράιτ.
Η Κριτική της Κρίσης
Αυτά που σου είπα απόψε στο τηλέφωνο
αύριο σαν δικά σου να τα γράψεις.
Μα να το κρύψεις πως είσαι φερέφωνο
και σχεδόν με συγκίνηση να κλάψεις.
Είμαι για λύπηση το ξέρω να πουλάω
παλιόπραμα για τελευταία τέχνη.
Μα δεν μπορώ χωρίς να ξεγελάω
με κάτι που βρωμάει και ζέχνει
δεύτερο χέρι έμπνευση κοινοτυπίας
αυτό το λίγο κι απ’ το λίγο που έχω.
Η εκμετάλλευση όπως λεν της συγκυρίας
είναι η μόνη τέχνη που κατέχω.
Το αεράκι των γνωμών δεν υποφέρω
όταν τις γνώμες να τις στήνω ξέρω.
Γνωμικό
Παρ΄όλες τις προσπάθειες
της υστερίας για διάρκεια
ο νόμος τελικά επέρχεται
(ενίοτε και δια ροπάλου)
Έχει το σχήμα του φαλλού
και κάνει να φθονούν όσοι τους λείπει
πριν τους πετάξει για καλά
μέσα στο σύμπαν σύμβολα.
Αυτό το ξέρουνε καλά τα κοριτσάκια
κι ας μην τʼ ομολογούν
πάντα σε έρωτα κρυφό
μ’ αυτόν που επιφανειακά
θα έλεγες πως είναι βιαστής τους.
Καμιά φορά το ξέρει και ο δήθεν βιαστής
τροφοδοτώντας γελαστός
το υλικό του αυνανισμού τους.
Γυναίκες φυλλοφόρες με το μίσος του φαλλού.
Σαν ερωτεύονται φιλάνε πόδια
κι έπειτα βρίζουν αυτό που φιλούσανε.
Μας έχει στείλει η ζωή αρκετές
κι εμείς που ξέρουμε στ’ αλήθεια τι τους λείπει
( τομάρια πελοποννησιακά, εκτελεστές)
τις παίρνουμε απλώς σαν αγοράκια.
Μαρία Αταλάντη
Το τάλαντο το τάλαντο
κι είναι κορίτσι ατάλαντο
Θέλει να γράψει ποιήματα
και γράφει αποποιήματα
Θέλει και να μας βάλει νου
η διαχειρίστρια του κενού
Βρε συ κορί, βρε συ κορί
βρε συ κορίτσι μου καλό
Για βρες κανένα δάσκαλο
Γιατί όπως πάς, γιατί όπως πας
μονάχη σου χώμα θα φας.
Το πράγμα θέλει άλλη ψυχή
που να ʽχει μάθει μοναχή
Να μην κοιτάει το διπλανό
μα μοναχά τον ουρανό
Θέλει άσκηση στο δωρεάν
κι όχι στο ίσως και το αν.
Το σονέτο της μικροδιαφοράς.
Δεν έχει η γλώσσα οικόπεδο φραγμένο
που κατοικούνε οι ωραίες λέξεις.
Σε σένα πέφτει πόσα να διαλέξεις
για ότι πεις να ‘ν’ καλοειπωμένο.
Αυτό κι ο τελευταίος ποιητής το ξέρει
το αγνοούν μονάχα κάτι ψώνια
που έχουν σκοπό να περιφέρονται αιώνια
μπας κι από τύχη προς την ποίηση τους φέρει
το αεράκι που ανάλαφρο φυσάει
και δε γνωρίζει τι σημαίνουν διενέξεις
δεμένων με σχοινί πίσω από λέξεις
που δήθεν η ομορφιά τις αγαπάει.
Αν ήταν έτσι θα είχαμε για ποιητή
τον κάθε που μας κολακεύει πωλητή.
Κλειδί
Δεν ήρθε απόψε κι εγώ γράφω ποιήματα
για τα τσιγάρα που σωρεύω στο τασάκι
Λέξεις ασπρόμαυρες της νύχτας υπολείμματα
και κάπου κάπου κι ένα χρωματάκι
από ένα χτες η ένα αύριο συνάντηση
σε κάποια πόλη μυστική του χάρτη.
“Δυο κορμιά είναι πάντοτε η απάντηση
στην άνοιξη που φτάνει κάθε Μάρτη”.
Δεν ήρθε απόψε κι εγώ σβήνω ποιήματα
από τα γκρίζα που η νύχτα υπαγορεύει.
Ξεπλέκονται οι λέξεις σαν τα νήματα
που ξεγυμνώνουνε μια κόρη που χορεύει.
Και λέω του ύπνου πριν στη μέρα να σε δώσει
το στόμα σου με φι και λάμδα να κλειδώσει.
Πεσμένος στη στροφή. Ναι. Έτσι.
Και φωτισμένος κάθε φορά για μια στιγμή από τους προβολείς περαστικών αυτοκινήτων.
Καθώς θ’ ανθίζει το αίμα από φώτισμα σε φώτισμα, κι αργά θα μου εξαφανίζει τα χαρακτηριστικά μέσα στο κόκκινο.
Μετά το φωτεινό φρενάρισμα.
Σκληρό σαν το λεπίδι φως, το πρόσωπο υγρό και βλέπω κεφαλαία
γράμματα μες στο λευκό, μια διαγώνιο οδόστρωμα κι αυτή σκισμένη.
Ο κόσμος αποκάτω είναι όμορφος θάνατος είναι γλυκός. Όχι πια λέξεις. Πάμε…
Αυτό το ζώο, το όνομα
Στον Α. Σ.
Η απαλή τέχνη του να ζευγαρώνεις λέξεις
γίνεται ζώο στο συνωστισμό των ονομάτων.
Γι αυτό ο ποιητής, όπως δια ποίησιν σαλός,
οφείλει να κατέβει εκεί
όπου δεν αθροίζονται ομοιώματα ,
κι ορθοστασίες και χρηματιστήρια υπογραφών.
Στο πιο σκαλάκι χαμηλό, ετερώνυμος,
μόνο με της γραφής τη δύναμη να πάρει πάλι
από το χώμα της σελίδας του το ποίημα.
Γυρίζοντας απ΄ την αυγή της δύναμής του φωτισμένος.
Και θα ‘λεγα ν’ αφήσει στο Θεό, υπάρχει δεν υπάρχει,
να σώσει τ’ όνομά του απ’ τη σκουριά.
Γιατί το ζώο αυτό είναι σαρκοβόρο
γυρεύει αίμα τσακίζει σαν τα κόκαλα ψυχές
σε κάνει δολοφόνο του αρχικού σκοπού σου
δούλο της σκέψης που είναι πάντα δεύτερη
και σε τραβάει σιγά σιγά
στου αρχικού ονείρου σου το έρπειν.
Έχει υπηρέτες εργαλεία της σιωπής
γλώσσες ανθρώπων που αλέθουν λόγια ανάλαφρα
κι έρχεται η ώρα που αργά αργά
ωραία σε χωνεύει εντός του
αυτό το ζώο: το όνομα.
Το ευλύγιστο ήθος συγχρόνων ποιητών
Το Χάρη ο Γεώργιος υποτιμούσε χρόνια
τι φωτοτύπης μεταφράσεων και τι ατάλαντος
και μύρια όσα το οινόπνευμα αυξάνει.
Μα πριν στεγνώσει το μελάνι του μιας και
τον πέταξε η κυρά του έξω από την πόρτα
ως ανεπρόκοπο, μάζεψε τα βρεγμένα του κι ευθύς
εκεί που έφτυνε αφήνει τα χειλάκια του
με ύφος που το οινόπνευμα αυξάνει
λέγοντας: τα παραδείγματα σωρό, αφήστε τον ποιητή
στη μαλακή ηθική των παλινωδιών να διαπρέψει.
Μούσα, να είσαι επιεικής μʼ αυτούς τους άθλιους
-είμαστε βλέπεις σε καιρούς μικρόψυχους
με αξιοπρέπεια πληρώνεις τη δημόσια παρουσία-
και φύλαγέ μας το όχι το σωστό.
Τα ρούχα του Ιβύκου
Όσα οι ποιητές σας λεν
στα καθημερινά σας έργα δεν τα βρίσκω.
Μόνο αυτή την πεινασμένη πείνα μες στο βλέμμα σας
που όσο τρώει τόσο αποθρασύνεται.
Πίνετε τον ιδρώτα μας τρώτε τη σάρκα μας.
Και στα κρυφά βυζαίνετε
το εξαγριωμένο σπέρμα μας.
Τα δόντια σας
στάζουνε πάνω στα κεφάλια των παιδιών σας αίμα.
Ο χρόνος για της πληρωμής τη μέρα
στάζει κι αυτός τους αριθμούς του αντίστροφα.
Το λέω εγώ
Αλβανός ποιητής βραδιάζοντας
στο μαλακό λιμάνι της Κορίνθου
έχοντας μόλις δει τους Έλληνες
χωρίς ντροπή
να παζαρεύουν ατιμώρητοι
τα ρούχα παρά θιν αλός του Ιβύκου.
Η Μνηστή της Κορίνθου
1
Το βουλιαγμένο το βαρκάκι στο λιμάνι
ξέρει μονάχα για τα μυστικά φιλιά μας.
Κι ότι απ’ το χρόνο κλείνει η αγκαλιά μας
μια κόλαση μικρή ο χωρισμός τον κάνει.
Από του κόσμου αυτού δεν μοιάζει ότι ζούμε.
Θέλεις ευγένεια γιασεμιών για να το γράψεις
και μια σκληρότητα παιδιού για να το πράξεις.
Τα ξοδεμένα μας κορμιά να τα σιωπούμε.
Ο δρόμος ίδιος που μας φέρνει και μας παίρνει
κι έχει η γεύση της αρχής κάτι από τέλος
ενός χεριού που ζωγραφίζει ένα βέλος
σε μια καρδιά από τσίγκο χρόνια σκουριασμένη.
Πάντα ο έρωτας και πάντοτε αθωώνει.
Παίρνει πηλό και στα φτερά του τον σηκώνει.
2
Κι εσύ Θεά κορμιών των εμπολέμων
και του Άγριου που πάντα θα τα πάρει
φυλάκισε τα λόγια των ανέμων
και δος μου λέξεις από κεχριμπάρι
Τρυφερές να ‘ ναι σαν τα δυο της χείλη
στα δόντια μου ανάμεσα πιασμένα
και διάφανες απ’ των ματιών την ύλη
που σ’ άλλα μάτια είναι βυθισμένα.
Και δος μου τέλος ένα ρολογάκι
που ν’ ανταλλάσει έρωτα με χρόνο
κι ένα, μπορείς, θαλασσινό αλογάκι
να της κρεμάσω στο λαιμό. Και μόνο
μιά πείρα να ‘ χω στα ατομικά μου είδη
από τη φτέρνα που πατάει το φίδι.
3
Σου το ʽχα πει πως θα σε κάνω ποίημα.
Τώρα ωριμάζουν μέσα μου οι λέξεις
τόσο που να μπορείς να τις αντέξεις
μην είσαι θύτης τους ούτε και θύμα.
Λέξη τα χείλη, λέξη και τα μάτια
λέξη κι η γεύση του φιλιού που δίνεις
λέξη και η μικρή κραυγή που αφήνεις
λέξη το κλάμα σπάζοντας κομμάτια.
Λέξη η φωνή την πράξη που αναγκάζει
λέξη το τώρα θέλω και το φθάνω
λέξη τα δόντια στο κορμί σου επάνω
λέξη το χέρι που σε αγκαλιάζει.
Το ποίημα και ο έρωτάς μου ίδια
γνωρίζουνε της νύχτας τα παιχνίδια.
Γεώργιος Μίχος του Μηνά και της Φωτεινής το γένος Ηλιοπούλου.
Γεννηθείς εις Ρίο Πατρών. 8 Φεβρουαρίου 1958. Επάγγελμα, καθηγητής αρχαίων ελληνικών σε μειονοτικά σχολεία, Αιγάλεω Αττικής. Παντρεμένος με μια Μαρία, παιδιά δύο, μικρά. Χόμπι, το κολλάζ και η ανάγνωση δοκιμίων. Κλαίει εύκολα, σκληρός με τις ιδέες, μαλακός με τα πρόσωπα. Τέρας από μακριά προσηνής από κοντά (έτσι γλιτώνει από τα ψώνια). Πιστεύει πως είμαστε λαός απερχόμενος από την ιστορία παρά τη γενναία ένεση Αλβανικού αίματος. Και απολαμβάνει σαν καινούριο ξεκίνημα αυτό το τέλος. Δηλώνει Αλβανός της δεκαετίας του ’70, και ζει ως πολιτικός κρατούμενος, της ήπιας δικτατορίας των Μέσων και της Διαφήμισης στα βόρεια προάστια της Αθήνας. Είχε την ατυχία να δει ζωντανούς τους ποιητές και πήρε τοις μετρητοίς αυτά που έγραφαν. Ξέρει πως ήταν λάθος του αλλά δεν μπορεί ν αλλάξει. Διανύοντας το δεύτερο σχεδόν μισό του βίου του ξέρει πως είναι πιο σημαντικό να γράφει από το να δημοσιεύει. Και επειδή κανείς εκδότης και κανένα συγκρότημα δεν μπορεί να του παρέχει αυτό που του λείπει, δηλαδή χρόνο, τους έχει γραμμένους. Ανοίγει το χρόνο του με κόπο και ελπίζει σε ευνοϊκούς θύλακες, διότι όταν ήταν είκοσι χρονών διάβασε ένα δοκίμιο του Λορεντζάτου που έλεγε: Όσοι ξεκινούν να ξέρουν πως η ομορφιά συμπληρώθηκε στον κόσμο και δεν περιμένει αυτούς που θα την συμπληρώσουν, πράγμα που δεν κατάλαβαν πολλοί συνομήλικοι του. Από τους οποίους τον χωρίζει το γεγονός ότι αυτός ξέρει ότι στιχορροεί, άρα έχει μια ελπίδα να συνέλθει σωπαίνοντας, ενώ εκείνοι δεν το ξέρουν και αφοσιώνονται στο να στιχορροούν μετ΄ ευτελείας.










Αγαπητέ Σωτήρη Παστάκα ξανασυναντιόμαστε δικτυακά. Σας θυμίζω ότι είχαμε επικοινωνήσει με αφορμή τον Θεατρίνο της ζωής του Φιλύρα που είχα εκδόσει. Αυτή τη φορά προσπαθώ να εντοπίσω τον Γιώργο Μίχο. Γράφει για μένα και για ένα τραγούδι μου, αρκετά συγκινητικά πράγματα σ’ έναν άλλο δικτυακό τοπο και θυμάται τα χρόνια μας στην Νομική. Αν υπάρχει ένα e- mail του θα ήμουν ευγνώμων αν μου το στέλνατε. Ευχαριστώ Αντώνης Παπαιωάννου