Η Ελένη
Μπεσαλής άνθρωπος και άντρας λεβέντης. Μισούσε το ψέμα και το αταξινόμητο πάθος των ταλαιπωρημένων γυναικών, εκείνων που, από λύπη δήθεν, κάνουν την εικασία κουτσομπολιό για να χωρέσουν σε έναν περίγυρο ως καλοπροαίρετα τίποτα.
Να άκουγες τον τρόπο που έλεγε “όχι”, θα τρόμαζες.
Συχνά τον πέρναγαν για εραστή παρότι ποτέ τους δεν έδινε δικαιώματα. Όταν κάποτε ένας ασήμαντος, με αρχαιόπληκτο ύφος, άσπρος σαν από λευκό στόκο, μισή μερίδα άντρας, τον αποκάλεσε playboy, μπερδεύοντας την κοινωνικότητα με την ανδροπρεπή του οικειότητα και την ομορφιά του, εκείνος έδωσε τόπο στην οργή, χωρίς ούτε καν να μπει στον κόπο μίας σφαλιάρας, αν και τη σκέφτηκε προς στιγμήν.
Κάνεις δεν ήξερε ότι σʼ όλη του τη ζωή είχε αγαπήσει μια Ελένη που ποτέ όμως δεν άγγιξε από σέβας και φόβο μη λερώσει το θαύμα.
Χρόνια τώρα στο καπηλειό της γειτονιάς, σε μια γωνιά γεμάτη απʼ την ακινησία της σκόνης, έγραφε ποιήματα γι αυτήν πάνω σε χαρτοπετσέτες που, αργά φεύγοντας, άφηνε πουρμπουάρ μαζί με όλα τα ρέστα. Ο ταβερνιάρης συγκινημένος από το σιωπηλό του έλεος και φιλότιμο κάρφωνε τις χαρτοπετσέτες με πινέζες, σε περίοπτο τοίχο του μαγαζιού.
Κάποτε πέρασε από εκεί μια Ελένη και το μάτι της στάθηκε στις χαρτοπετσέτες. Της έκανε εντύπωση που όλες τελείωναν με τη φράση: «που νάσαι τώρα Ελένη;»
– «Ποιος είναι αυτός που γράφει αυτά, ξέρετε;» ρώτησε ευγενικά τον ταβερνιάρη.
– «Δεν τον ξέρω κοπέλα μου, δεν μιλάει ποτέ σε κανέναν. Πρέπει όμως να αγαπάει πολύ αυτή την Ελένη.
– «Ελένη με λένε και μένα» απάντησε αυτή, «δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο πολύ θα ήθελα να ήμουν εκείνη».
– «Και ποια δεν θά ʽθελε» απάντησε αυτός. «Τί να κεράσω; γιατί εδώ που κάθεσαι κοπέλα μου πληρώνει μόνο αυτός, να ξέρεις».
Οι ύβρεις
Πηχτές οι λέξεις του σέρνονταν στο σάλιο της γλώσσας του αργώντας να ξεμυτίσουν. Εκείνος, ακάθεκτος έγερνε το κεφάλι μπροστά και με κλεφτές ματιές στο χαμηλό αχανές έδινε ευκαιρίες απολογίας στις ενοχές του.
– «Θα μιλήσεις Ρε φίλε;», ρώταγε και ξαναρώταγε χαμηλόφωνα καθώς η γλώσσα του ανέβαζε αργά γράδα τσαντίλας.
Μια μέρα που είχε πιει πολύ και ο λαιμός του έβηχε θάνατο, κάτι ξεχασμένα μελτέμια σήκωσαν ένα ποδοβολητό από γαμωσταυρίδια στη σκέψη του αφήνοντάς του μια γεύση καούρας στο στόμα. Γρήγορα οι σκέψεις του ξέπεφταν κλίμακα ήθους προδίδοντας ένα ύφος νταή: «κατέβα κάτω αν είσαι μάγκας Ρε, να μιλήσουμε σαν άντρας προς άντρα, μούρη με μούρη, εγώ κι Εσύ στα ίσια, ή, μάλλον Εσύ πρώτα και μετά εγώ αφού ποτέ δεν μού ʽδωσες χάρισμα στη σιωπή Σου ούτε καν ένα κεφαλαίο για δείγμα».
Κάθε τόσο, μόνος του και χωρίς αφορμή, κουνούσε τα χέρια του νευρικά, τόσο που τα δάκτυλά του άχνιζαν μπέσα μη αφήνοντας το παραμικρό για μια παρεξήγηση. Κι ύστερα, χτυπούσε την παλάμη του στο στήθος του σαν εκνευρισμένος ουρακοτάγκος, τόσο που ακούγονταν καθαρά ο ήχος της αδικημένης του ψυχής από μέσα.
«Εγώ Ρε δεν σε αντέχω άλλο» έλεγε και έδειχνε τον εαυτό του σαν νάταν το σώμα του ακροτελεύτια απόδειξη της ύπαρξής του. δεν θά ʽχεις ματαδεί τέτοια ταύτιση κίνησης και νοήματος. Και καταλάβαινες τότε ότι μιλούσε σε κάτι πολύ δικό του και ταυτόχρονα πολύ ξένο, σε κάτι πολύ απεχθές και συνάμα αγαπημένο.
Κάθε που ήταν έτοιμος να εκστομίσει κατάρες κοιτούσε ψηλά, κοιτούσε έντονα, κοιτούσε επίμονα, σαν περίμενε το πρώτο κτύπημα σʼ έναν απροσδόκητο τσαμπουκά. Κι ήταν γι αυτό που είχα πλήρως πειστεί ότι Τον έβλεπε, τόσο μάλιστα που έριχνα κλεφτές ματιές στον ουρανό, να δω τι κοιτά και τι βλέπει.
Ήταν όμως και στιγμές που ένιωθε ότι το παράκανε και τότε άλλαζε τροπάρι. Του απευθύνονταν γλυκά, Τον έπιανε με το καλό: «αφού είσαι ξηγημένος Ρε, και πανταχού παρών είσαι, και τα πάντα πληρών είσαι» έλεγε. «Κάνε λοιπόν κάτι να χαρείς εσύ, να γελάσει και μας το χειλάκι μας».
Έπειτα σταματούσε κάνοντας προς στιγμήν πως Του έδινε χρόνο να απαντήσει αλλά μέσα του φόρτωνε, σαν ένας διάολος να τού ʽβαζε λόγια χολή στο μυαλό. Το άκουγα στον εσωτερικό κοχλασμό της ανοχής του, τις ανήλιες διαστάσεις ενός τυφλού καταναγκασμού που υμνεί και ταυτόχρονα βρίζει τον επουράνιο φταίχτη. «Κάτι μέσα μου» έλεγε «με σπρώχνει να πατήσω την νάρκη, να γίνω μολύβι και σκάγια και όποιον πάρει ο Χάρος μετά, κι Αυτόν μαζί και μένα».
Ήταν τότε που η Άτη ξέσπαγε μέσα του χύνοντας την ύβρη σαν λάβα στο χώρο: «είδες που είσαι καριόλης Ρε, εγώ σου μιλάω ωραία αλλά Εσύ με γράφεις». Σταμάταγε για λίγο και συνέχιζε έπειτα, «δεν το βλέπεις Ρε το σκατό γαμώ τη Βενεζουέλα σου;», ρώταγε καθώς έσμιγαν μέσα του το καλόπιασμα με την οργή: «άλλαξε τους τα φώτα γαμώ το φιλότιμό Σου γαμώ», και απνευστί συνέχιζε, «κοιτάς; τί κοιτάς; σκατά (!) κοιτάς» μουρμούριζε εκβάλλοντας ένα παράπονο σαν πηχτή προσευχή. Ύστερα παύση, μάταιος κόπος και αμέσως μετά πάλι οργή – «δεν θα Σε πετύχω μια μέρα Ρε;… θα Σε πετύχω και τότε να δεις τι θα γίνει».
Μεγαλώνοντας δε και ενώ ο χρόνος στέγνωνε την οργή του αφήνοντας ραγάδες στο θυμικό του, παρηγοριόταν με μικρές εξομολογήσεις σε μια εκκλησιά, κρατώντας ένα κερί αναμμένο στο χέρι λέοντας: «εκ γενετής το καρτέρι με τη νέμεση και η ζωή μου στράφι Ρε, ακούς;.. στράφι!».
Φεύγοντας δε ψέλλιζε μια συγνώμη.
Η εκδίκηση
Η σκέψη μου, ειδικά μετά από το αμετάκλητο συμβάν της 17ης Μαΐου, ημερομηνία θανάτου του φίλτατου πατρός μου, αρνείται να συνεργαστεί και να δει τα γεγονότα στη φτηνή και μοιραία τους εκδοχή. Έπρεπε λοιπόν κάτι να κάνω για να τʼ αλλάξω αυτό.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά στη μνήμη μου, από την ημέρα της ταφής του και μετά, έχει καρφωθεί μόνο το κουστούμι και η γραβάτα που πήρε μαζί του ένα μέτρο κάτω από τη γη – δώρα που του είχα κάνει ο ίδιος, δέκα ή είκοσι μέρες πριν από την αναχώρησή του. Τί ειρωνεία σκέφτομαι να είμαι αυτός που του έκανε δώρο τη νεκροφορεσιά του, εγώ που, ως τότε ζούσα με τη βεβαιότητα της αθανασίας του, αφού αυτός και μόνο αυτός συμβόλιζε τη λέξη ασφάλεια στη ζωή μου.
Ακόμα και τώρα που έχω σταματήσει, δια της βίας θαρρώ, κάθε εσωτερικό διάλογο που σχετίζεται με την ξαφνική του φυγή, αντιλαμβάνομαι πως από την πρώτη βίαιη μελαγχολία με έσωσε η παγερή αδιαφορία της Αντωνίας, της αξιέραστου πρώην αγαπητικιάς του. Έβαλα λοιπόν σκοπό να την εκδικηθώ γι αυτό. Όχι γιατί πίστευα ότι του “μάσαγε” λεφτά, όπως διατυμπάνιζε υστερικά η αφελής του σύζυγος και μαμά μου, αγνοώντας ότι τα περισσότερα από αυτά που έδινε στην Αντωνία ήταν κερδισμένα στο χαρτί και εν τέλει μαγκιά του, αλλά γιατί με πείραξε η λύτρωση που ένιωσε μετά το θάνατο του και μαζί το γεγονός ότι γρήγορα τον αντικατέστησε με τον Θωμά, γνωστό ποδηλατά της οδού Παρνασσού και κολλητό του πατέρα μου.
– «Δεν έστειλα στεφάνι παιδί μου» μου είπε «γιατί τί θα ʽλεγε ο κόσμος;» κι ένα ψεύτικο δάκρυ κύλησε αργά στο μάγουλό της. «Τουλάχιστον έφυγε χαρούμενος. Ήταν κιμπάρης άντρας, δε λέω. Ακόμα διαβάζω τα γράμματά του και συγκινούμαι. Μη μου τα θυμίζεις, φτάνει», συμπλήρωσε.
– «Εγώ;» σκέφτηκα αλλά δεν ξεστόμισα πράμα. Με ενοχλούσε που με έλεγε «παιδί μου» αφού ήμασταν συνομήλικοι και, φυσικά, με εκνεύριζε η υποκρισία της πολύ περισσότερο από το γεγονός ότι δεν καταλάβαινε πως απλά την ανεχόμουν επειδή ξύπναγε στον πατέρα μου ψήγματα ανέλπιδης, για την ηλικία του, νιότης. Δεν μίλαγα αλλά μέσα μου κτίζονταν ανατροπές και βαριά επιτόκια εκδίκησης.
Είχαν περάσει δυο μήνες από την κηδεία του και η Αντωνία δεν είχε περάσει καν να αφήσει ένα λουλούδι στον τάφο του. «Τί θα πει ο κόσμος» ε; .. θα σε κάνω ρεμπέτισσα σκέφτηκα και δεν είπα κουβέντα.
Παρατήρησα ωστόσο, χωρίς να το δείξω, σε ποιο συρτάρι έκρυβε τα γράμματα του και το μικρό κόκκινο βελούδινο κουτί που μέσα του, από διαίσθηση μάλλον κατάλαβα ότι έκρυβε τα τιμαλφή που της είχε κάνει δώρο ο πατέρας μου. Η Αντωνία καμώνονταν για τα χρυσαφικά της και τα φόραγε όλα σχεδόν σε κάθε της έξοδο από το σπίτι, στα χέρια και το λαιμό, ακόμα κι όταν έβγαινε για να πάρει ψωμί απʼ το φούρνο.
– «Τώρα που έφυγε αυτός θα ʽρχεσαι εσύ καμιά φορά να με βλέπεις;» με ρώτησε γλυκερά, με εκείνη την ξεδιάντροπη προστυχιά του θηλυκού που θεωρεί το καλλίγραμμο σώμα της επιχείρημα.
– «Αμέ», της απάντησα, «έχεις κάτι να με κεράσεις μήπως;», ρώτησα με ύφος δυνητικού εραστή. Το ʽπιασε το υπονοούμενο και τα μάτια της ζωγράφισαν με μια περιστροφή της κόρης στον αέρα το αναπάντεχο ενδεχόμενο.
– «Περίμενέ με να πεταχτώ να πάρω ένα μπουκάλι ουίσκι και ξηρούς καρπούς και έρχομαι» είπε.
Αυτό ήταν, μόλις βγήκε έξω πλησίασα βιαστικά το συρτάρι, άνοιξα το κουτί, πήρα όλα τα γράμματα και τα τιμαλφή και έφυγα. Το βράδυ της ίδιας μέρας τα πήγα στον τάφο του πατέρα μου και τα άφησα πάνω σε μια χαρτοπετσέτα που έγραφε: «τα δώρα σου δεν έχουν καμία αξία χωρίς εσένα – η Αντωνία σου».











Υπέροχα και τα τρία!!
Τα ανδροκρατικά – πουριτανικά, ηθικού μισογυνισμού – ανεράστου μηνύματα ( ΠΟΥ ΤΟΝ ΈΡΩΤΑ ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΟΎΝ, τις γυναίκες και τους άνδρες ευνουχίζοντας, τοποθετώντας την ηθική στον έρωτα ), κυριαρχούν τής όποιας ελκυστικής, χειμαρρώδους, βουτιγμένης στο συναίσθημα εκφοράς λόγου γλαφυρού, συμπαγώς, με τέχνη αρμοσμένου, ο οποίος αιφνιδιάζει τον αναγνώστη, κάθε φορά που πρόκειται, να δώσει δια εκφάνσεως λιτής διαφωτιστικές πληροφορίες που αφορούν την κάθε ιστορία του διηγήματος.
Σαφέστατα μηνύματα:
– Κάνεις δεν ήξερε ότι σʼ όλη του τη ζωή είχε αγαπήσει μια Ελένη που ποτέ όμως δεν άγγιξε από σέβας και φόβο μη λερώσει το θαύμα. –
— «Τώρα που έφυγε αυτός θα ʽρχεσαι εσύ καμιά φορά να με βλέπεις;» με ρώτησε γλυκερά, με εκείνη την ξεδιάντροπη προστυχιά του θηλυκού που θεωρεί το καλλίγραμμο σώμα της επιχείρημα.
– «Αμέ», της απάντησα, «έχεις κάτι να με κεράσεις μήπως;», ρώτησα με ύφος δυνητικού εραστή. Το ʽπιασε το υπονοούμενο και τα μάτια της ζωγράφισαν με μια περιστροφή της κόρης στον αέρα το αναπάντεχο ενδεχόμενο.
– «Περίμενέ με να πεταχτώ να πάρω ένα μπουκάλι ουίσκι και ξηρούς καρπούς και έρχομαι» είπε. —
Δεν μπορώ, διαβάζοντας αυτές τις αράδες, να μην αναγνωρίσω την ετοιμόλογη, ετοιμοπόλεμη, τήν με δυνάμεως μεταλαμπαδεύσεως – επηρεασμού των ανθρώπων εκφραστική δεινότητα του φιλοσοφικού – ιδεολογικού – πολιτικού αντιπάλου – εχθρού μου! Αλλά ερωτώ, αποτελεί έλλειψη σεβασμού ( απέναντι ποίου; ), αποτελεί λέρωμα, το να αγγίζονται ερωτικά οι άνθρωποι μεταξύ των;
Αποτελεί ξεδιάντροπη προστυχιά, να ποθεί μία γυναίκα έναν άνδρα, θέλοντας, να τον θέλξει με την παρουσία της; Ε, ΚΑΙ; Επειδή εξάπλωσε με τον πατέρα ( ούσα, σας αρέσει δεν σας αρέσει, πολυγαμική, αμφιφιλόφυλη η ανθρώπινη φύση, όταν πρόκειται, ερωτικά να εκφρασθεί ), που ευρίσκεται το επιλήψιμο; Στα φιλιά, στα αγκαλιάσματα που μεταξύ των εμεσολάβησαν; Δηλαδή, όταν δύο άνθρωποι φιλιούνται, ενωνόμενοι σωματικώς, και, αναποδράστως, και, ψυχικώς – πνευματικώς, απειλείται του σύμπαντος η ηθική; Υφίσταται κανείς άνθρωπος ή ζωντανό καμία βλάβη; Το φυσικό περιβάλλον καταστρέφεται, μολινόμενο από τα φιλιά, καθώς, και, από τις ερωτικές σωματικές ροές ανθρώπων, ζώων; ή μήπως απειλούνται οι νόμοι τής κατανάλωσης – τής ελεύθερης αγοράς και του χρηματικού κέρδους, από τον κίνδυνο, να αποτοξινωθούν οι άνθρωποι από δαύτους, δίδοντας χρηστική σημασία στα υλικά αγαθά, ουχί εξιδανικεύοντάς τα ;
Αντί να ξαπλώσει ο υιός με την Αντωνία, κάτι, που στην θέση του ποθοπλαντάζοντας, θα έπραττα εγώ!!!! Την εκδικήθηκε και από πάνω!!!!! Το πατροπαράδοτο πατριαρχικό του εκμεταλλευτικού πολιτισμού διαστροφικό μίσος τών ανδρών στις γυναίκες που τολμούν, αφοσιωμένες στην ερωτική φύση τους, να την εκφράζουν!!!!!
Θα το ξαναπω, και, έως ότου μού παρθεί η αναπνοή, δεν θα πάψω, να το λέω!!!! Εξ ανδρών τα δεινά!!!!!!
Οι άνδρες ευθύνονται δια τον ευνουχισμό – διαφθορά των γυναικών – άρα πιο ευνούχοι, πιο διεφθαρμένοι από τις γυναίκες! Ντε φάκτο, ντε γιούρε, αναφανδόν, διαρρήδην – .
Οι άνδρες μαθαίνουν στις γυναίκες, νηπιόθεν, να εμπορεύονται το σώμα τους, εις το οποίον, οι άνδρες τοποθέτησαν αξία ανταλλακτική! Οι γυναίκες ευθύνονται, στο ότι, αποδέχονται ( πλανώμενες, ότι βολεύοντα騨 και, που, και, πως, να βρουν την νηφαλιότητα, για να μην πλανώνται, κάτω από τον οδοστρωτήρα της διαπαιδαγωγήσεως που υφίστανται; ), ΤΟΝ ΡΌΛΟ, ΑΠΟΔΈΧΟΝΤΑΙ ΑΥΤΉ ΤΗΝ ΕΠΏΔΥΝΗ – ΤΡΙΣΑΘΛΊΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΝΘΡΏΠΙΝΟ ΕΊΔΟΣ ΕΚΠΌΡΝΕΥΣΗ!!!!!!!!!!!!
Από το βιβλίο του Σαρλ Μπωντλαίρ:—— Λοιπόν, οτιδήποτε θα μοιάζει με την αρετή – τι λέω – οτιδήποτε δέ θα είναι φλογερό πάθος για τον Πλούτο, θα’ χει τή φήμη του απέραντα γελοίου. Η δικαιοσύνη, άν σ’ αυτή την τυχερή εποχή μπορεί ακόμα να υπάρξει μιά μορφή δικαιοσύνης, θα θέσει υπό απαγόρευση τους πολίτες πού δέ θά καταφέρουν να κάνουν περιουσία, – Η γυναίκα σου αστέ! το σεμνό έτερό σου ήμισυ πού η νομιμότητά της αποτελεί για σένα την ποίηση, βάζοντας από δώ καί μπρός τήν άψογη αισχρότητα μέσα στα πλαίσια του νόμου, φύλακας άγρυπνος και ερωμένη του χρηματοκιβωτίου σου, δέ θά’ ναι πιά παρά το τέλειο ιδανικό τής πόρνης. Η κόρη σου, πρόωρα μεγαλωμένη, θα ονειρευτεί στήν κούνια της ότι πουλιέται ένα εκατομμύριο.
Καί σύ ο ίδιος αστέ, λιγότερο ποιητής ακόμα κι από ό,τι είσαι σήμερα, δέ θά βρείς τίποτα γιά νά φέρεις αντίρρηση¨ δέν θα νοσταλγήσεις τίποτα.
Γιατί υπάρχουν πράγματα στόν άνθρωπο, που δυναμώνουν και ανθίζουν, όσο άλλα εκφυλλίζονται και λιγοστεύουν¨ καί, χάρη στην πρόοδο αυτών των καιρών, δέν θά σου μείνουν από τόν εσωτερικό σου κόσμο παρά μόνο τα εντόσθια.
Σαρλ Μπωντλαίρ
Αυτή η ηθική, η ηθική στον έρωτα, η εξ ανδρών επιβληθείσα¨ δια της προκληθείσης στερήσεως που δημιουργεί, ευνουχίζοντας το =αισθάνεσθαι= καταργώντας την αναγκαία παροχή και λήψη τρυφερών συναισθημάτων μεταξύ των ανθρώπων, καταργώντας την λειτουργία φορτίσεως εκφορτίσεως ενεργείας δια τής ενστικτικής συσκευής των ανθρώπων, που, εντολοδόχο έχει το σώμα τους¨ αυτή η ηθική είναι υπεύθυνη δια την εμφάνιση, εξάπλωση – εξακτίνωση διαστροφικών παραερωτικών εγκληματικών εκφράσεων – εκφάνσεων του αρρωστημένου – αρρωστημένα λειτουργόντος πια ερωτικού ενστίκτου των ευνουχισμένων – στερημένων ανάσας αισθημάτων, στερημέων προσηνείας ανθρώπων!!!!
Γι’ αυτό η ανθρώπινη κοινωνία έβριθε, βρίθει, και, δυστυχώς ( εάν δεν θεραπευθούν οι άνθρωποι από την συγκινησιακή πανούκλα που, τους κατατρώγει χιλιάδες χρόνια εκμεταλλευτικού πολιτισμού, η θεραπεία τής οποίας θα είναι ΟΔΥΝΗΡΉ, ΌΠΩς Ο ΒΊΛΧΕΛΜ ΡΆΪΧ διατείνεται ), θα βρίθει από βιαστές, παιδεραστές, κτηνοβάτες, και, φυσικά, και, επόμενα, δεν δύναται και δεν θα δύναται να υπάρξει για τις γυναίκες, μέσα σε μία τέτοια κοινωνία, άλλος ρόλος, άλλη θέση, άλλη συμπεριφορά από εκείνης – παρά εκείνης, τής, πάντοτε, εθελουσίως, βιαζομένης ιεροδούλου.
Προς αποφυγή παρερμηνειών:
Ο ορισμός τής ιερουδουλείας είτε πρόκειται για άνδρα ιερόδουλο είτε για γυναίκα, κατά την γνώμη μου, είναι ο εθελούσιος σεξουαλικός βιασμός, ο οποίος προϋποθέτει την αισθητική – πνευματική νέκρωση της επιλογής των εκδιδομένων αντί χαρτονομίσματος ανθρώπων. Αυτό όμως δεν αποκλείει τον πάρα πολύ διαδεδομένο, και στις μέρες μας, ορθόδοξο διά ωμής βίας βιασμό ( ας μου επιτραπεί το αδύναμο – παράταιρο ταίριαγμα του επιθέτου στο ουσιαστικό ), που υφίστανται – παρά την θέληση τους φυσικά – από τους άνδρες οι γυναίκες, τα παιδιά, και σπανιότερα οι άνδρες πάλι από τους άνδρες.
Θα ήθελα, να καταθέσω, ως δείγματα γραφής τής ελληνικής αρσενικής διαστροφικής αγριότητος, κάποια περιστατικά που τυγχάνει, να γνωρίζω. Τα περιστατικά αυτά έλαβαν χώρα στην ελληνική επαρχία ( όχι, βέβαια, πως τα μεγαλα αστικά κέντρα τής χώρας υπολείπονται αγριότητος ).
Σε ένα χωριό κοντά σε μεγάλο αστικό κέντρο γύρω στο 1994 95 ζούσε ένα ζευγάρι παντρεμένο. Η κοπέλα ήταν από το μεγάλο αστικό κέντρο κοντά στο χωριό, και, ο νέος από το εν λόγω χωριό.
Ο νέος συχνά διανυκτέρευε για λόγους επαγγελματικούς εκτός έδρας, και, έτσι, εδόθη η ευκαιρία στον πατέρα, στον θείο, στον εξάδελφο, στον γείτονα του συζύγου, του εκτός έδρας διανυκτερεύοντος, να ριχτούν με διαθέσεις σεξουαλικές στην σύζυγό του, προφανώς, εναλλάξ, ένας ένας, και, σε διαφορετικά διαστήματα υποθέτω. Η κοπέλα έφυγε νύχτα, καταφεύγοντας στο σπίτι μίας φίλης της στην πόλη από την οποία καταγόταν, μη λέγοντας τίποτα, όταν της εζητήθη, προφανώς, από το έκπληκτο σύζυγό της που επικοινωνούσε με την μητέρα της, διότι η κοπέλα κρυβόταν, ο λόγος τής εξαφανίσεώς της.
Σε μία επαρχιακή πόλη πριν από μερικά χρόνια, κάποιες γυναίκες, παντρεμένες, γύρω στα σαράντα, γευόντουσαν τής νίοτης ρώμη ερωτική κάποιων νεαρών ανδρών. Οι πιτσιρικάδες, που, αναμφισβήτητα, καλοπερνούσαν, επενόησαν την εξής διαστροφική φαλλοκρατική – αρσενική αθλιότητα!!!! Κατάφεραν, δεν ξέρω πως, να αφήσουν τις γυναίκες ολόγυμνες στον δρόμο ξημερώματα,
βρίσκοντας αυτές οι δημοτικοί υπάλληλοι ή η αστυνομία. Καταλαβαίνετε τα περαιτέρω.
Επίσης, σε μία άλλη πολιτεία μία γυναίκα ήθελε να χωρίσει από τον άνδρα της, εγκαταλείποντας και την πόλη εις την οποίαν ζούσε μαζί του, και, δεν την άφηναν να φύγει από την πόλη, μη ξέροντας η δύστυχη φοβισμένη τι να κάνει.
Κατά τα άλλα, μίσος εκδίκησης για τις ελάχιστες στον αριθμό Αντωνίες, που, έχουν την μαγκιά, στην φύση τους επιμένοντας, να γουστάρουν, ξαπλώνοντας με πατέρα, υιό και άγιο πνεύμα, αφού,
ΡΊΓΗ ΈΡΩΤΟΣ ΒΟΛΙΔΟΣΚΟΠΟΎΝ ΤΟ ΘΕΊΟ
Αναγνωρίζοντας ακόμη το θάρρος σας ( λόγω κοινωνίας συντηρητικότατης ), να δημοσιοποιείτε οικογενειακές καταστάσεις σας, και, μάλιστα αυτήν τής μοιχείας ( δεν γνωρίζω, βέβαια, εάν θα αποτολμούσατε κάτι τέτοιο, τόσο εσείς, όσο και ο οιοσδήποτε, εάν επρόκειτο διά την μητέρα σας ), ακολουθώντας σας, θα εκφράσω ένα παράπονό μου που χρόνια το κουβαλώ:
Εάν η μητέρα μου είχε εραστάς, τόσο, πριν, όσο και μετά τον έγγαμο βίο της, θα γλύτωνα, κατά την παιδική ηλικία μου, από την αυταρχική συμπεριφορά, η οποία συμπεριελάμβανε και ξύλο.
Παρακαλώ, όπως αποσύρετε το προηγούμενο σχόλιό μου
Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής πρώτα με τον εαυτό μου, και, έπειτα, απέναντι των άλλων, εάν η μητέρα μου είχε εραστάς, παρ’ ότι θα υπερθεμάτιζα την στάση της – επιλογή της, δεν θα το δημοσίευα ποτέ, θέλοντας, να την προστατεύσω από τον ηθικό διασυρμό τής στοχοποιήσεως διά δυσμενοτάτων εντυπώσεων!! Ενώ τώρα ( εκ του ασφαλούς ), θα εισπράξει, και, συγχαρητήρια από την μουσουλμανοχριστιανική κοινωνία, που, πρώτα, και, πάνω από όλα την γυναίκα εξόντωνε και εξοντώνει, συνθλίβοντάς την! ΚΑΛΉ ΕΠΑΝΆΣΤΑΣΗ!!!!!!