Μεταφραστικό Εργαστήρι

Dean Young (1955–2022), Ποιήματα (εισαγωγή- μετάφραση: Νίκος Κωσταγιόλας)

Ο Dean Young (1955–2022) υπήρξε μία από τις πιο ιδιοσυγκρασιακές φωνές της σύγχρονης αμερικανικής ποίησης. Μαθητής του Τζον Άσμπερυ και συχνά συνδεδεμένος με την παράδοση του αμερικανικού σουρεαλισμού, ανέπτυξε ένα ύφος άμεσα αναγνωρίσιμο στο οποίο αδιάκοπες αλυσίδες εικόνων, απρόσμενων μεταφορών και συνειρμών υπηρετούν μια λογική κατά βάση ονειρική και, συνεπώς, ερχόμενη σε ευθεία ρήξη με την αφηγηματική τάση που διαμόρφωσε επί δεκαετίες την αμερικανική ποιητική κοινή.

Απέχοντας από προγενέστερες εκφάνσεις του αμερικανικού σουρεαλισμού, η ποίηση του Ντην Γιανγκ δεν αναλώνεται ποτέ στο παιχνίδι για το παιχνίδι: ακόμα και ο πιο επιπόλαια εισελθείς στο σύμπαν του ανακαλύπτει πως, κάτω από τη φαινομενική εκκεντρικότητα των εικόνων του, κυλά διαρκώς ένα βαθύ υπαρξιακό ρεύμα. Ο θάνατος, η αγάπη, η απώλεια, η ασθένεια, η μνήμη, η ομορφιά και η ίδια η πράξη της δημιουργίας επιστρέφουν ξανά και ξανά, κρησαρισμένα μέσα από τα πιο καθημερινά αντικείμενα: ένα λουλούδι, ένα έντομο, μια ντομάτα στο περβάζι, μια καρέκλα νοσοκομείου, ένα σάντουιτς με τόνο – στοιχεία που υποδεικνύουν όλα τους προς μια σχέση σπάνιας αγαπητικότητας με το απτά υπαρκτό. Διόλου τυχαία: διαγνωσθείς στην ηλικία των σαράντα τεσσάρων ετών με βαριά καρδιακή ανεπάρκεια ο Ντην Γιανγκ θα αναμείνει επί χρόνια για μεταμόσχευση καρδιάς, στην οποία τελικά υποβάλλεται μόλις το 2011. Αρνούμενος να υποκύψει, ωστόσο, στη ρητορική της απόγνωσης ο ποιητής θα μεταβολίσει αυτήν τηνμακροχρόνια ύπαρξη υπό το άκρως ρεαλιστικό ενδεχόμενο του θανάτου σε μια ποίηση βαθιά καταφατική, στηριγμένη στο χιούμορ, το παράλογο, την αναπάντεχη πρωτεϊκότητα μέσα στο φαινομενικά συμπαγές, τη μουσική των αναπάντεχων λεκτικών συγκρούσεων που ζητά να αντιμετωπιστεί αυστηρά μέσα απ’ τις αντίστοιχες προσλαμβάνουσες.

Τα ποιήματα που ακολουθούν προέρχονται κυρίως από την ώριμη περίοδο του έργου του. Επιλέχθηκαν γιατί αποτυπώνουν αυτή τη σπάνια ισορροπία ανάμεσα στο παιγνιώδες και το τραγικό, στο παράλογο και το συγκινητικά οικείο – κοιτώντας κατάματα τη φθορά μα και, συνάμα, ομολογώντας τα ανεξάντλητα αποθέματα του θαύματος.

**********************************************************************************************

ΛΕΥΚΟΣ ΓΕΡΑΝΟΣ

Δεν χρειάζεται να μάθω τίποτ’ άλλο για τον θάνατο
από τα γιαπωνέζικα σκαθάρια
που κατακλύζουν ρόδα και δαμάσκηνα
ό,τι κι αν ψεκάζει ο γείτονας
με πορτοκαλί λαστιχένια γάντια.
Σχεδόν μπορείς να τα δεις να συστρέφονται και να μαραζώνουν,
να χλομιάζουν και να πέφτουν σαν χαρτοπετσέτες πάρτι
που τις πήρε ο αέρας από ένα τραπέζι όταν ξεθύμαινε το φως,
κι οι φίλοι
–όπως συχνά συμβαίνει όταν ξεθυμαίνει το φως–
μιλούν για κάτι οδυνηρό, παγετώδες, περικαρδιακό,
κι οι χαρτοπετσέτες ανεμίζουνε μες στο ψηλό χορτάρι.
Όταν ο Μπασό γράφει για ψηλό χορτάρι,
δεν χρειάζεται να ξέρω πως έχει να κάνει με τον θάνατο –
κοκκινωποί-καφέ οι χαρακτήρες και θαμποί,
ίσκιοι ενός ξίφους σκουριασμένου, ενός ωροδείκτη.
Φαντάσου να διασχίζεις βουνά με χιόνι θερινό
σαν τον Μπασό, μ’ όλο το βιος στην πλάτη: πινέλα, ρόμπα,
τα μικρά δώρα του αποχωρισμού που είναι
γρουσουζιά ν’ αφήσεις πίσω. Δεν θέλω να ξέρω πώς είναι
να πεθαίνεις πάνω σ’ ένα τριαντάφυλλο, βυθισμένος
σ’ αρώματα και αναθυμιάσεις,
γραπωμένος μ’ όλο το έχει σου,
να πεθαίνεις καλοκαίρι με τα πάντα επί ποδός –
μαργαρίτες σκορπισμένες σαν την όραση πλάι στον φράχτη,
γλαδιόλες ανοιχτές και πεσμένες στη λάσπη,
φορτωμένες το βάρος του ανοίγματος και τ’ αεράκι.
Αναρωτιέμαι ποιες ήταν οι σκέψεις σου, Πατέρα,
αφού σου πήραν τα γυαλιά και τα δόντια –
όλοι μας μαζεμένοι γύρω σου σαν σύννεφα
ξαμολυμένα από τις δέστρες τους
το λευκό πουλί ξαπλωμένο επάνω σου,
το ράμφος του μες στον λαιμό σου.
Βροχή, χτυποκάρδια βροχής.

Διαβάστε περισσότερα