Ποιητικό Καφενείο

Γιάννα Κουκά: «Την ιστορική μνήμη δεν την κουβαλάς· την υπηρετείς» [Συνέντευξη στη Γεωργία Χάρδα]

Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της βιβλίου με τίτλο «Θε μου, η Γιούρα…» από τις εκδόσεις Μετρονόμος, η Γιάννα Κουκά μιλάει στο Ποιείν για μια μνήμη που δεν χωρά σε συρτάρια, για τη φωνή ενός πατέρα που επιστρέφει μέσα από τα χειρόγραφά του και για το χρέος να διασωθεί η αλήθεια εκείνων που εξορίστηκαν, βασανίστηκαν, μα δεν λύγισαν.

Το βιβλίο της —μια συνομιλία ανάμεσα στη φωνή της κόρης και τη μαρτυρία του πατέρα— δεν αποτελεί μόνο πράξη αγάπης, αλλά και μια ηχηρή υπενθύμιση της συλλογικής ευθύνης απέναντι στη μνήμη. Η Κουκά μιλά για τη σιωπή των εξορίστων, για τον θυμό που μετατρέπεται σε αγώνα, για τη δύναμη της απλής γραφής που χωρά όλους τους ανθρώπους και για το βλέμμα εκείνο που κουβαλά τη λύπη που δεν φεύγει.

Με τρυφερότητα και καθαρό λόγο, αναμετριέται με μια ιστορία που πονά αλλά πρέπει να ειπωθεί. Γιατί, όπως λέει η ίδια, η μνήμη —ειδικά αυτή η μνήμη— δεν είναι φορτίο, αλλά καθημερινή μάχη: «Ποτέ ξανά φασισμός. Όχι άλλοι βασανισμένοι».

 

 

-Όταν κρατήσατε για πρώτη φορά στα χέρια σας τις μαρτυρίες του πατέρα σας από τη Γυάρο, ποιο ήταν το συναίσθημα που κυριάρχησε; Αναγνώριση; Πόνος; Ευθύνη; Κάτι άλλο;

Συγκίνηση. Ένιωσα πως ο πατέρας τα κατάφερε. Τυπώθηκε, όπως ήθελε. Θυμάμαι στην αρχή της έκδοσης του βιβλίου μου μού έλεγαν γνωστοί μου πως μπορεί εγώ να μην το έχω καταλάβει, να μην το νιώθω, αλλά έκανα κάτι σημαντικό. Σάστιζα. Εκείνοι επέμεναν. Έλεγαν και μου λένε ακόμη πως σώζω με κάποιον τρόπο την ιστορική μνήμη. Χρέος κι ευθύνη μου λοιπόν. Το ήθελα πολλά χρόνια, από τη μέρα που πέθανε. Με έπνιγε, αισθανόμουν πως έπρεπε κάποτε να το τυπώσω, σαν να είχα μια εκκρεμότητα που γύριζε πάνω από τη ζωή μου. Δεν έχει να κάνει μόνο με εκείνον το βιβλίο. Κι ας είναι η δική του ζωή εκεί μέσα. Έχει να κάνει με όλους τους ανθρώπους που εξορίστηκαν και βασανίστηκαν. ‘Ηθελα να τους τιμήσω.

 

-Η Γυάρος υπήρξε τόπος εξορίας αλλά και τόπος διαμόρφωσης χαρακτήρων. Ποια εικόνα αυτού του νησιού, όπως την περιγράφει ο πατέρας σας, νιώθετε πως αποτυπώνει περισσότερο την ουσία της εμπειρίας του;

Όσο περνά ο καιρός έχω την εντύπωση πως οι χουντικοί δεν έπιασαν ανθρώπους τυχαίους. Νομίζω – και στη διαδρομή του βιβλίου που είχα καλύτερα την ευκαιρία να γνωρίσω συγκρατούμενους του πατέρα μου και αγωνιστές της εξέγερσης του Πολυτεχνείου – πως οι άνθρωποι που συνελήφθησαν, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν, είχαν αυτό το κάτι της προσωπικότητας. Ο πατέρας μου ήταν πάντα αγωνιστής. Αν όμως μπορούσα να απομονώσω ένα στοιχείο για να απαντήσω στην ερώτηση θα ήταν η περιγραφή του όταν τους φώναζαν “Εδώ θα πεθάνετε, σκουλήκια”. Οι βρισιές πάνω τους σε έναν τόπο έρημο, στο θανατονήσι, μόνοι τους, χωρίς κανέναν, μακριά από όλους, μόνοι τους, ολομόναχοι, έρημοι, ερημωμένοι με τους βασανιστές. Δεν τον νίκησαν. Δεν έγινε ποτέ σκουλήκι. Ακόμη και με όλη αυτή την εξουσιαστική συμπεριφορά πάνω του. Παρέμεινε ένας τρυφερός άνθρωπος. Ίσως το μόνο που έμεινε έντονο κι ως το τέλος, όχι απλά ως εμπειρία αλλά ως βίωμα που φωνάζει από μακριά, και το έχω δει και σε άλλους συναγωνιστές του, είναι το βλέμμα. Κάτι έχει. Κάτι σαν λύπη, σαν λύπη που δε φεύγει.

 

Διαβάστε περισσότερα