Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της βιβλίου με τίτλο «Θε μου, η Γιούρα…» από τις εκδόσεις Μετρονόμος, η Γιάννα Κουκά μιλάει στο Ποιείν για μια μνήμη που δεν χωρά σε συρτάρια, για τη φωνή ενός πατέρα που επιστρέφει μέσα από τα χειρόγραφά του και για το χρέος να διασωθεί η αλήθεια εκείνων που εξορίστηκαν, βασανίστηκαν, μα δεν λύγισαν.

Το βιβλίο της —μια συνομιλία ανάμεσα στη φωνή της κόρης και τη μαρτυρία του πατέρα— δεν αποτελεί μόνο πράξη αγάπης, αλλά και μια ηχηρή υπενθύμιση της συλλογικής ευθύνης απέναντι στη μνήμη. Η Κουκά μιλά για τη σιωπή των εξορίστων, για τον θυμό που μετατρέπεται σε αγώνα, για τη δύναμη της απλής γραφής που χωρά όλους τους ανθρώπους και για το βλέμμα εκείνο που κουβαλά τη λύπη που δεν φεύγει.

Με τρυφερότητα και καθαρό λόγο, αναμετριέται με μια ιστορία που πονά αλλά πρέπει να ειπωθεί. Γιατί, όπως λέει η ίδια, η μνήμη —ειδικά αυτή η μνήμη— δεν είναι φορτίο, αλλά καθημερινή μάχη: «Ποτέ ξανά φασισμός. Όχι άλλοι βασανισμένοι».

 

 

-Όταν κρατήσατε για πρώτη φορά στα χέρια σας τις μαρτυρίες του πατέρα σας από τη Γυάρο, ποιο ήταν το συναίσθημα που κυριάρχησε; Αναγνώριση; Πόνος; Ευθύνη; Κάτι άλλο;

Συγκίνηση. Ένιωσα πως ο πατέρας τα κατάφερε. Τυπώθηκε, όπως ήθελε. Θυμάμαι στην αρχή της έκδοσης του βιβλίου μου μού έλεγαν γνωστοί μου πως μπορεί εγώ να μην το έχω καταλάβει, να μην το νιώθω, αλλά έκανα κάτι σημαντικό. Σάστιζα. Εκείνοι επέμεναν. Έλεγαν και μου λένε ακόμη πως σώζω με κάποιον τρόπο την ιστορική μνήμη. Χρέος κι ευθύνη μου λοιπόν. Το ήθελα πολλά χρόνια, από τη μέρα που πέθανε. Με έπνιγε, αισθανόμουν πως έπρεπε κάποτε να το τυπώσω, σαν να είχα μια εκκρεμότητα που γύριζε πάνω από τη ζωή μου. Δεν έχει να κάνει μόνο με εκείνον το βιβλίο. Κι ας είναι η δική του ζωή εκεί μέσα. Έχει να κάνει με όλους τους ανθρώπους που εξορίστηκαν και βασανίστηκαν. ‘Ηθελα να τους τιμήσω.

 

-Η Γυάρος υπήρξε τόπος εξορίας αλλά και τόπος διαμόρφωσης χαρακτήρων. Ποια εικόνα αυτού του νησιού, όπως την περιγράφει ο πατέρας σας, νιώθετε πως αποτυπώνει περισσότερο την ουσία της εμπειρίας του;

Όσο περνά ο καιρός έχω την εντύπωση πως οι χουντικοί δεν έπιασαν ανθρώπους τυχαίους. Νομίζω – και στη διαδρομή του βιβλίου που είχα καλύτερα την ευκαιρία να γνωρίσω συγκρατούμενους του πατέρα μου και αγωνιστές της εξέγερσης του Πολυτεχνείου – πως οι άνθρωποι που συνελήφθησαν, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν, είχαν αυτό το κάτι της προσωπικότητας. Ο πατέρας μου ήταν πάντα αγωνιστής. Αν όμως μπορούσα να απομονώσω ένα στοιχείο για να απαντήσω στην ερώτηση θα ήταν η περιγραφή του όταν τους φώναζαν “Εδώ θα πεθάνετε, σκουλήκια”. Οι βρισιές πάνω τους σε έναν τόπο έρημο, στο θανατονήσι, μόνοι τους, χωρίς κανέναν, μακριά από όλους, μόνοι τους, ολομόναχοι, έρημοι, ερημωμένοι με τους βασανιστές. Δεν τον νίκησαν. Δεν έγινε ποτέ σκουλήκι. Ακόμη και με όλη αυτή την εξουσιαστική συμπεριφορά πάνω του. Παρέμεινε ένας τρυφερός άνθρωπος. Ίσως το μόνο που έμεινε έντονο κι ως το τέλος, όχι απλά ως εμπειρία αλλά ως βίωμα που φωνάζει από μακριά, και το έχω δει και σε άλλους συναγωνιστές του, είναι το βλέμμα. Κάτι έχει. Κάτι σαν λύπη, σαν λύπη που δε φεύγει.

 

-Στο βιβλίο συνομιλούν δύο φωνές: του πατέρα και της κόρης. Πώς βρήκατε τη δική σας θέση μέσα σε αυτή τη συνομιλία χωρίς να σκεπάσετε αλλά ούτε και να χαθείτε μέσα στη δική του μαρτυρία;

Η αλήθεια είναι πως δεν με ενδιέφερε να ακουστώ εγώ. Η φωνή ήταν η δική του(ς). Αυτή έπρεπε να ακουστεί. Αυτό προσπάθησα. Θεωρώ σημαντικό στη ζωή, κάποιες φορές, όταν χρειάζεται, να μένεις ένα βήμα πίσω, να αφήνεις τους άλλους να μπουν μπροστά να μιλήσουν, να ακουστούν. Κάτι προσπαθούν να σου πουν. Γι’ αυτό και ζήτησα και από τον εκδοτικό οίκο που συνεργάζομαι, τον Μετρονόμο, και κυκλοφορεί το βιβλίο, τα κείμενά του να μείνουν ως έχουν, ακόμη και με τα συντακτικά λάθη της πρώτης γραφής, της πρόχειρης γραφής, της δίχως επεξεργασία. Έτσι κι έγινε. Το βιβλίο άλλωστε είναι δικό του, ακόμη κι αν μου πήρε χρόνο να ξεδιαλύνω ποια κομμάτια θα μπουν από τα άπειρα μπερδεμένα χειρόγραφα.

 

-Τι θέλατε να φωτίσετε που ίσως δεν μπορούσε να ειπωθεί μέσα από την καθαρή μαρτυρία;

Να αγωνιστούμε να μην ξανασυμβεί σε κανέναν άνθρωπο. Να μην ξανασυμβεί.

 

-Ως κόρη ενός ανθρώπου που έζησε την εξορία, πώς διαχειριστήκατε το βάρος του προσωπικού πόνου ώστε να μετατραπεί σε δημόσια μνήμη;

Έγινε μέσα μου αυτό το “Θα το κάνω κι όπως βγει κι ό,τι γίνει”. Ήρθε βέβαια μετά από πολλά χρόνια προσωπικής δουλειάς και ενδυνάμωσής μου. Κάποιες φορές οι άνθρωποι κάνουμε τον πόνο δύναμη, για το σύνολο. Ας πούμε πως έβλεπα και βλέπω όλα αυτά τα χρόνια τη Μάγδα Φύσσα να αντέχει. Την έχω πάντα χάρτη μου ν’ αντέχω τα δικά μου, πυξίδα μου.

 

-Τι σημαίνει για εσάς η έννοια της “μαρτυρίας” σήμερα, σε μια εποχή όπου οι αφηγήσεις συχνά θολώνουν ή παραποιούνται; Πώς προστατεύουμε την αλήθεια ενός βιώματος;

Με νύχια και με δόντια να την προστατεύσουμε ο καθένας από το μετερίζι του. Η μαρτυρία συνήθως εμπεριέχει ανθρώπινο τραύμα. Από μόνο του κάτι ιερό, κάτι που δεν σου επιτρέπεται να αγγίξεις άγαρμπα, να τσαλακώσεις, να λερώσεις. Πρέπει να το προσέξεις, μην το επανατραυματίσεις. Σκέφτομαι πολλές φορές τον πόνο, τον κόπο και τη δύναμη που χρειάζεται κάποιος για να επικοινωνήσει αυτό που πόνεσε πιο πολύ απ’ όλα. Χρέος μας, καθήκον είναι να προστατεύουμε τις μαρτυρίες. Μας τις είπαν.

 

-Ο πατέρας σας ήταν δημοσιογράφος και αγωνιστής. Στις σημειώσεις του, πού νιώσατε πιο έντονα αυτή τη διπλή του ιδιότητα; Στον τρόπο που περιγράφει τον φόβο ή στον τρόπο που ανατέμνει την αξιοπρέπεια;

Και στα δυο. Πανανθρώπινα και τα δυο. Κι οι αγωνιστές φοβούνται κάποτε. Γήινοι είναι, τρωτοί. Φυσικά από τις περιγραφές του έχω την εντύπωση, ίσως και να ήταν η άμυνά του για να το αντέξει, πως λειτουργούσε κάποιες στιγμές κι ως δημοσιογράφος. Η ανάγκη του μάλλον να κρατήσει ζωντανή, μπροστά στο τέρας του φασισμού, την ανθρώπινη του ιδιότητα. Φαίνεται στη μαρτυρία κατά τη μεταφορά τους με τζέημς, δεν ξέρω, ίσως απλά να ήταν το άγνωστο, ο φόβος του, και τα παρατηρούσε όλα με κάθε λεπτομέρεια. Ίσως η ελπίδα πως θα ζήσει, θα γυρίσει μια μέρα και θα τα πει. Θα πει τι τους έκαναν. Δεν τα είπε. Τα έγραψε όμως. Ό,τι αντέχει ο καθένας. Χαρακτηριστικό των εξορίστων να μη μιλάνε πολύ για αυτά. Πονάνε μάλλον πάντα.

 

-Πόσο συχνά νιώθατε ότι συνομιλείτε με τον πατέρα σας κατά τη διάρκεια της επιμέλειας και της σύνθεσης του βιβλίου; Υπήρχαν στιγμές που η φωνή του σας καθοδηγούσε σχεδόν σαν ζωντανή;

Με αιφνιδιάζει λίγο η ερώτηση αλλά είναι εντάξει αυτό. Επειδή σε όλη τη διάρκεια της συγγραφής υπήρξε μια περίεργη συνθήκη, κάτι που δεν έχω πει σε κανέναν. Όταν έγραφα τα δικά μου κομμάτια, τα έλεγα δυνατά, σαν να του τα διάβαζα, σαν να του μιλούσα, σαν να του έλεγα “Θα τα πω όλα όσα σου έκαναν”. Ναι, μαζί μου ήταν νοητά σε όλη τη διάρκεια της συγγραφικής διαδικασίας. Από τη δαχτυλογράφηση των δικών του ως τη σύνταξη των δικών μου. Ακόμη και τώρα που μιλάμε για το βιβλίο κάπου εδώ γύρω είναι.

 

-Η εξορία αφήνει σημάδια όχι μόνο σε εκείνον που την έζησε αλλά και στους ανθρώπους γύρω του. Πώς επηρέασε εσάς προσωπικά η συνειδητοποίηση αυτού του κομματιού της ζωής του πατέρα σας;

Μου δημιουργεί θυμό για όλα όσα έχουν να κάνουν με φασισμό. Αγάπη περισσότερη και θαυμασμό για εκείνον. Είναι ο ήρωας μου. Ίσως φαίνεται πως τον υμνώ. Ας είναι κι έτσι. Πάντα σκέφτομαι και πάντα το ίδιο απορώ κι απάντηση δε βρίσκω στην ερώτηση “Πώς του το έκαναν αυτό; Γιατί του φέρθηκαν έτσι;” Σε όλη τη ζωή του δεν έβλαψε κανέναν. Είναι η αξιοπρέπεια που λέγαμε παραπάνω. Νομίζω ο θυμός συνδυαστικά με τη λύπη είναι αυτό που θα κουβαλάω πάντα. Ίσως το βιβλίο να τα μαλακώσει λίγο. Το έχω συνηθίσει όμως. Δεν με τρομάζει.

 

-Υπάρχει μια βαθιά σιωπή που περιβάλλει τις ιστορίες εξορίας, μια σιωπή που δεν είναι μόνο του τόπου αλλά και των ανθρώπων που επέστρεψαν. Πώς προσεγγίζετε αυτή τη σιωπή στη γραφή και στην παρουσία σας ως δημιουργός;

Ακριβώς αυτό που λέτε. Η σιωπή. Η σιωπή των ανθρώπων που το έζησαν. Που επέζησαν. Τη βλέπεις τη σιωπή στα μάτια τους. Λες και κρέμονται όλα τα παράπονα κι όλες οι απορίες του κόσμου πάνω τους. Αυτή η σιωπή που δυσκολεύεται να γίνει φωνή, τα λεπτά, οι ώρες, οι μέρες, τα χρόνια της εξορίας που έχουν αποθηκευτεί στη μνήμη τους αλλά δεν μπορούν να βγουν έξω. Τόσο επώδυνη που κάτι τα κρατά. Ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο το 1993. Σκεφτείτε πόσα χρόνια του πήρε να το αντέξει, να το πει, να το περιγράψει. Γι’ αυτό το έγραψα το βιβλίο. Γιατί ήταν εκείνος πια έτοιμος. Ήρθαν μάλλον κοντά του οι στίχοι του Αζίζ Νεσίν, στο Σώπα, μη μιλάς: “ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου, γιατί νομίζω πως θα’ ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω και θα ξεσπάσω και δε θα φοβηθώ και θα ελπίζω και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο,με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λέει: ΜΙΛΑ!…” και μίλησε.

 

-Ως δημιουργός, ως γραφιάς τη σιωπή μου την έκανα τίτλο. Θε μου, η Γιούρα…Τι πιστεύετε ότι θα ένιωθε ο πατέρας σας βλέποντας ότι οι μαρτυρίες του δεν έμειναν σε ένα συρτάρι αλλά έγιναν βιβλίο που διασώζει τη φωνή μιας ολόκληρης γενιάς;

Πάντα ήταν περήφανος για μένα έτσι κι αλλιώς. Και τώρα θα ήταν, αν έβλεπε πως συνέχισα το έργο του, θα ήταν διπλά περήφανος. Θα μου έβαζε Ξυλούρη ν’ ακούσουμε ξανά μαζί και Μίκη Θεοδωράκη να γιορτάσουμε να κάνω πως είμαι ο μαέστρος όπως του έκανα όταν ήμουν παιδί κι ίσως μου ‘λεγε τον στίχο του Αναγνωστάκη: “Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια”.

 

-Ποιο στοιχείο της γραφής του πατέρα σας σάς συγκλόνισε περισσότερο: η απλότητα της αφήγησης, η ωμή περιγραφή της βίας ή η δύναμη της ανθρώπινης αντοχής που ξεπροβάλλει μέσα από τις λέξεις;

Όλα. Για διαφορετικό λόγο το καθένα. Περισσότερο όμως η απλότητα της αφήγησης. Μου αρέσει η απλή γραφή, έτσι κι αλλιώς, νομίζω εκεί προσπαθώ κι εγώ να εστιάσω στα δικά μου γραπτά. Δείχνει συμπερίληψη η απλότητα. Τους βάζει όλους μέσα. Μιλά σε όλους. Στον ψαρά και στον επιστήμονα την ίδια ώρα. Και την καταλαβαίνουν. Κι οι δυό. Δεν έχει έπαρση. Δεν την έχει ανάγκη. Δίνει στους ανθρώπους το ελεύθερο, δίνει το δικαίωμα να τη νιώσουν, δεν είναι ξύλινη, δεν είναι ξένη. Δεν είναι κάποιων, δεν είναι μόνο των άλλων. Είναι όλων των ανθρώπων. Έτσι έγραφε ο πατέρας μου, απλά, έτσι το έγραφε κι αυτό, ένας άνθρωπος εξαιρετικά καλλιεργημένος και διαβασμένος, αυτό που λέμε μορφωμένος, τυπικά και κοινωνικά, ειδικά στα κομμάτια της ιστορίας, ένας άνθρωπος που έγραφε γιατί απλά του άρεσε να γράφει και δεν ένιωθε την ανάγκη να αποδείξει κάτι, δεν ήταν κάποια φιλοδοξία. Τη λατρεύω την απλότητα της αφήγησής του ακόμα και σε εκείνα τα κομμάτια που ήταν ωμή. Έγινε αυτό κι αυτό κι αυτό. Έτσι έγινε.

 

-Τελικά, τι είναι για εσάς η μνήμη; Ένα φορτίο που πρέπει να κουβαλήσουμε , ένα φως που πρέπει να μεταδώσουμε ή κάτι άλλο;

Η μνήμη, ειδικά αυτή η μνήμη για μένα, είναι ο καθημερινός αγώνας, ο αγώνας στο σήμερα για το “Ποτέ ξανά φασισμός. Όχι άλλοι βασανισμένοι”.

 

 

 

*************************************************************************************

Η Γιάννα Κουκά γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Εργάζεται στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού. Κατά το παρελθόν εργάστηκε στο Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρου / Ψυχιατρείο (11ο Περίπτερο), την περίοδο της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, στο πρόγραμμα αποασυλοποίησης και επανένταξης των ασθενών στην κοινωνία. Μιλάει δυο ξένες γλώσσες και έχει παρακολουθήσει τριετές πρόγραμμα ψυχολογίας. Από τις εκδόσεις Ενύπνιο τυπώθηκε η πρώτη της ποιητική συλλογή Τραύμα εξοφλήθηκε. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό Οδός Πανός, Culture Book κ.ά. Έχει αρθρογραφήσει σε διάφορα ειδησεογραφικά έντυπα. Είναι υπερασπίστρια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μητέρα δυο παιδιών. Ο εκλιπών πατέρας της, που μοιράζεται τώρα άτυπα μαζί του τη γραφή του βιβλίου Θε μου, η Γιούρα, υπήρξε εξόριστος κατά την περίοδο της δικτατορίας στη Γυάρο και τη Λέρο, κάτι που η ίδια θεωρεί ιερή κληρονομιά.