Ποιητικό Καφενείο

Γιάννης Κιουρτσάκης: «Ζούμε στους καιρούς της λήθης και της αμνησίας που, δίχως καν να το καταλάβουμε, αποδυναμώνουν τη συνείδησή μας» [Συνέντευξη στη Γεωργία Χάρδα]

 

[Φωτογραφία: Νίκος Αλιάγας]

«Πιστεύω ότι όλη η μεγάλη λογοτεχνία είναι για τον άνθρωπο ένα μάθημα ταπεινότητας: προπάντων να μην υπερβούμε τα μέτρα που έχει χαράξει ένας κόσμος τον οποίο δεν δημιουργήσαμε εμείς, αλλά μας ξεπερνά»

Με αφορμή το νέο του βιβλίο «Κρυμμένη Πατρίδα» (Εκδόσεις Πατάκη), ο μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος Γιάννης Κιουρτσάκης μιλά στο Ποιείν και ξεδιπλώνει μια βαθιά στοχαστική συζήτηση γύρω από την έννοια της εξορίας όχι μόνο ως γεωγραφική απομάκρυνση, αλλά και ως υπαρξιακή κατάσταση. Μέσα από τη δύναμη της ξενιτιάς, αναζητά τις ρίζες της δημιουργίας και φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο η απώλεια μπορεί να μεταμορφωθεί σε πηγή έμπνευσης.

Παράλληλα, θέτει το ερώτημα αν η τέχνη μπορεί να γεννήσει έναν «θεό» ικανό να ενώσει τις καρδιές των ανθρώπων, γεφυρώνοντας γενιές και τόπους, ενώ διερευνά τα όρια ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, εκεί όπου η αφήγηση μιας ιστορίας αγγίζει το βαθύτερο νόημα της ζωής.

 

 

-Αγαπητέ κύριε Κιουρτσάκη τι σημαίνει ο τίτλος «Κρυμμένη Πατρίδα» και πώς η αναζήτησή της αποκαλύπτει την ψυχή και την ταυτότητα του ανθρώπου;

Θα σας θυμίσω πώς ξεκινάει το βιβλίο ως κράμα αυτοβιογραφικής αφήγησης και στοχαστικού δοκιμίου. Στο ξεκίνημα, ο 18χρονος ήρωας (η αφεντιά μου) που μόλις έχει τελειώσει το σχολείο, ποθεί ν’ αφήσει πίσω του την «επαρχιακή» Αθήνα και να σπουδάσει στο Παρίσι, ελπίζοντας να γνωρίσει εκεί τους ανοιχτούς ορίζοντες του κόσμου και μιαν ελεύθερη ζωή. Κι όμως, την τελευταία στιγμή, τον πιάνει μια παράξενη αγάπη για τον τόπο που εγκαταλείπει. Θες μια παράσταση των Χοηφόρων στο Ηρώδειο που του μεταδίδει ένα πρωτόγνωρο αίσθημα αιωνιότητας, θες η τελευταία βραδινή βόλτα του σε μια αθηναϊκή φτωχογειτονιά που μαντεύει πως δεν θα την ξαναβρεί ποτέ, αφήνουν στην ψυχή του μια βαθιά μελαγχολία. Όχι, δεν μετανιώνει που φεύγει. Απλώς ψυχανεμίζεται ότι οι λογαριασμοί του μ’ αυτόν τον τόπο μόλις τώρα ανοίγουν. Από τη μια, αρχίζει να μαντεύει ότι αυτή η αναχώρηση δεν θα είναι μήτε η πρώτη, μήτε η τελευταία – θα φεύγει και θα ξαναφεύγει συνεχώς. Από την άλλη, αναρωτιέται αν θα γυρίσει ποτέ οριστικά εδώ. Είναι το αίσθημα του αδύνατου νόστου που δεν θα πάψει να τον τυραννά. Για πρώτη φορά, διαισθάνεται ότι μέσα στην πατρίδα που χάνει, χωρίς αυτό να τον πολυσκοτίζει, φωλιάζει κάτι πολύ σημαντικό για κείνον που δεν το ξέρει. Άραγε θα το βρει ποτέ; Αυτή είναι η Κρυμμένη Πατρίδα του βιβλίου!

Διαβάστε περισσότερα