Κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες από τις εκδόσεις «Εν πλω – Δόμος», σε επιμέλεια Δημήτρη Μαυρόπουλου, η τέταρτη ποιητική συλλογή της Παναγιώτας Λάσκαρη με τίτλο: «Ορίγανος ο Έρωντας». Η συλλογή είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη και αποτελεί γόνιμη συνομιλία με το έργο του «Προς Εκκλησιασμό».
Πρόκειται για μια ποιητική σύνθεση στην οποία η ποιήτρια κατορθώνει να συγκεράσει όλες τις προηγούμενες κατακτήσεις της. Μέσα της συνυπάρχουν διαφορετικά ποιητικά είδη και ύφος σε ποικίλες αρμονικές, από το λυρικό μέχρι το σαρκαστικό. Όλα, η παράδοση, ο μοντερνισμός, ο ελεύθερος στίχος, η ρίμα, συνομιλούν μεταξύ τους. Όλα γίνονται γλώσσα, όλα γίνονται Λόγος.
Η σύνθεση αποτελείται, διόλου τυχαία, από εννέα μέρη, καθένα από τα οποία συντίθεται από τρία ποιήματα. Τα μέρη αυτά έχουν τους εξής εύγλωττους τίτλους:
Pancratium maritimum, Τριζόνι απονύχτερο, Ελαίη τανύφυλλος, Ορίγανος ο Έρωντας, Ταξίμι κυματόπλεγμα, Το άνθος ήταν ίασμος το σούρουπο, Παιχνίδι δώρο ανοξείδωτο, Έλα Φως, Πυθμένας Ουρανός.
Με τη συλλογή αυτή ανοίγει ο τρίτος κύκλος της ποιητικής δημιουργίας της Λάσκαρη. Ο πρώτος θα μπορούσε, σχηματικά, να φέρει τον τίτλο: «Η Ομορφιά και η ποιήτρια» και εκφράστηκε μέσα από τη συλλογή «Εν κρυπτώ» (Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2017), στην οποία η ποιήτρια αντικρίζει ενεή το θαύμα του κόσμου και το εξυμνεί με έναν διάχυτο λυρισμό. Ο δεύτερος κύκλος θα μπορούσε να ονομαστεί «Η πατρίδα και η ποιήτρια», όπου η πατρίδα νοείται όχι μόνο στην ιστορική της διάσταση, αλλά ολιστικά ως η νοσταλγία για τις απαρχές και την ουσία της ίδιας της ύπαρξής μας. Στον κύκλο αυτό θα μπορούσαμε να κατατάξουμε δύο συλλογές, τη «Μικρή σπουδή πάνω στο πρόσωπο ενός Τεύκρου» (Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2020) και τα «Επτά μικρά άλγη για μια Νοσταλγία» (Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2023).
Στην πρώτη από αυτές τις συλλογές έχουμε ποιήματα-αποκρίσεις στο «Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄» του Σεφέρη. Εξ ου και ο υπότιτλος: «Συνομιλώντας με τον Γιώργο Σεφέρη». Στην Κύπρο ο Σεφέρης, ζώντας δεκαετίες από κοντά τη σήψη και την καμαρίλα του αθηναϊκού κέντρου, διείδε, εκείνη την εποχή, την πιο αγνή, αμόλευτη κι αυθεντική γωνιά του Οικουμενικού Ελληνισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι σε τούτη τη συλλογή αναζήτησε για πρώτη φορά και η Λάσκαρη την αλήθεια της πατρίδας μας, αλλά και της δικής της ποιητικής πατρίδας, της Ομορφιάς, μέσα από το πρόσωπο-προσωπείο ενός Τεύκρου. Η ποιήτρια συνέχισε την αναζήτησή της αυτή στο έργο «Επτά μικρά άλγη για μια νοσταλγία». Το έργο αποτελεί στην ουσία μια ενιαία αφήγηση, μια σύνθεση από την οποία παρελαύνουν αγνές μορφές του νεότερου Ελληνισμού: ο Σολωμός, η Μαρτινέγκου, η Μαντώ Μαυρογένους, ο Κολοκοτρώνης, ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, όλοι τους μύστες του λόγου της δικαιοσύνης, του λόγου της Επιθυμίας με το έψιλον κεφαλαίο για την καταξίωση της ύπαρξης μέσα στην Ομορφιά και την Αλήθεια.
Με τη νέα της συλλογή, η Λάσκαρη αξιοποιώντας δημιουργικά τις προηγούμενες κατακτήσεις της, προσφέρει ένα έργο που θα προκαλέσει αίσθηση. Σε μια εποχή αλλόκοτη, με την ηχώ από τα τύμπανα του πολέμου να στοιχειώνει ολοένα και πυκνότερα τα όνειρά μας, αλλά και τις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις της καλπάζουσας Τεχνητής Νοημοσύνης, η Λάσκαρη καταδεικνύει οτιδήποτε ηχεί παράταιρα προς την Ομορφιά και μας πληγώνει. Μας βοηθά να ακούσουμε και να αποκρυπτογραφήσουμε τον μυστικό λόγο της Ποίησης. Άλλωστε, η ποίησή της είναι προϊόν ειλικρινούς μαθητείας και άσκησης σε ό,τι δύσκολα μπορεί κανείς να συλλάβει και να κατονομάσει, στην ουσία του κόσμου, στον πόνο του ανθρώπου και των πραμάτων, για να θυμηθούμε τον Καρυωτάκη, στη χαρμολύπη.
Σε έναν κόσμο που μετρά ναρκισσιστικά τα πάντα με αριθμούς και με επιδόσεις, η ποιήτρια φορώντας «το άδηλο σαν άδετο σανδάλι» ‒για να θυμηθούμε έναν στίχο από τη νέα της συλλογή‒ μοιράζεται μαζί μας ένα έργο εντός του οποίου τα πάντα συνείρονται αξεχώριστα σε επίπεδο περιεχομένου και μορφής και γίνονται μέρος μιας τελετουργίας. Ας σημειωθεί εδώ ότι προμετωπίδα της συλλογής αποτελεί το εξής απόσπασμα από το «Προς Εκκλησιασμό» του Πεντζίκη: «… το φυσικό τοπίο προσφέρεται στον άνθρωπο σαν παραίνεση προσευχής».

Η «προσευχή» της Λάσκαρη, με τη νέα της συλλογή, μάς υπενθυμίζει την αξία των τελετουργιών στη ζωή μας, που τόσο εύστοχα έχει επισημανθεί από τον Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν στο δοκίμιό του «Για την εξαφάνιση των τελετουργιών – Μια τοπολογία του παρόντος» (μτφρ. Βασίλης Τσάλης, Εκδ. Opera, Αθήνα 2024). Ο κύκλος του χρόνου, ο κύκλος της ζωής και της χαρμολύπης και οι τελετουργίες που τη συνοδεύουν δίνουν νόημα στην αναμονή και ελπίδα για Ανάσταση μετά το πάθος. Και έτσι ο χρόνος γίνεται φίλος, ολοκληρώνεται και μας ολοκληρώνει, και μετά πάλι από την αρχή. Ακριβώς όπως η ζωή.
Καταξιώνοντας –όπως, άλλωστε, και ο Πεντζίκης– τα υποτιθέμενα ασήμαντα, το δήθεν ταπεινό αγριολούλουδο, το κρινάκι της θάλασσας (pancratium maritimum), τη ρίγανη και το δίκταμο (αλλιώς, έρωντα – origanum dictamnus), η Λάσκαρη βοηθά τον χρόνο μας να γίνει περισσότερο βιώσιμος. Διαβάζουμε και οσφραινόμαστε, λοιπόν, στίχους όπως οι παρακάτω από το ποίημα ΙΙΙ του τέταρτου μέρους της συλλογής (σ. 40):
Στὸν ἄκρο τόπο τῶν φωνῶν
Ὀρίγανος ὁ Ἔρωντας
ποὺ τὰ ρουθούνια σπάει
κάθε αὐγὴ ἀναρριχᾶται ἀνάποδα
καὶ στὴ Σιωπὴ μαθαίνει νὰ κουνάει
τὸν Ὄνειρο
Ὑπερούσιο στὰ ὄρη.
Ακολουθεί, ως χαρακτηριστικό δείγμα γραφής, το πρώτο ποίημα της συλλογής (σσ. 11-12):
PANCRATIUM MARITIMUM
Μνήμη Ὀδυσσέα Ἐλύτη
Ι
Σκούντημα. Σκούντημα θέλω νὰ πάρω μπρὸς
ἀπὸ τὴν ἄκρη τοῦ ἀσήμαντου
νὰ κατεβῶ μαζί σου στ΄ἀκρογιάλι
ποὺ νὰ φορῶ τὸ ἄδηλο σὰν ἄδετο σανδάλι
ἀπ΄τὴν ἀρχὴ τὸν μῦθο παραμυθία
κόμπο τὸν κόμπο δένοντας
γιὰ κεῖνα ποὺ θαμίζουν
ἀθόρυβα
εὐτυχῶς
τὸ ἕνα μέσα στ΄ἄλλο.
Λοιπόν,
ἀσήμαντο ἀνάμεσα καὶ φαντασίας καλπασμὸ
γεννιέται πάντα ἡ Ποίηση
ἐλαιοπράσινη τῆς ὥρας προσευχὴ
ἴδια ἡ θάλασσα μὲ ἕνα ξέφωτο βαθὺ
μνημονικὸ
ὰπὸ τὰ μέλλει ὅσα νὰ συμβοῦν καὶ ἤδη ἁρμοσμένα
μὲς στὴ σιωπὴ
τῶν ἐρειπίων κοχυλιῶν
Μάζα μαγνητικὴ
ἡ σκέψη
ἐξαπολύει δάκρυα
μὲ ἀνεμιστὰ φωνήεντα: ιιιιι…εεεεε…ααααα…
ἀπὸ τοῦ κρότου τὴν ἀνάποδη νὰ κουρταλοῦν
μὲ κρινανθὸ κρουστὸ pancratium maritimum
τὴν πύλη τοῦ ἀνέκφραστου
Ἄ ναί, ἐσὺ στὸ χέρι τὸ φορᾶς
Λέω γιὰ κεῖνο τὸ κρινάκι
ποὺ μυστικὸ τὸ κράτησες μὰ
τὸ περπάτησες
στὰ κύματα
μετὰ τὸ παρὰ θῖν΄ἁλὸς
τοῦ ἀσήμαντου ἄσυλη πνοὴ
ἀλήθεια
βομβύκια κλίνη τοῦ ἀπροσμέτρητου
πές το κατάφαση ἀνεπίδεκτη φθορᾶς
φούγκα περιπατητικὴ τῶν ἀστεριῶν
Κοκκῶδες καὶ μισχῶδες καὶ ἀνθῶδες
πιάσε το ἀπὸ τὸ πιὸ ἀχνὸ φτερὸ
καὶ φέρε το
μὲ τὴν ἁρμύρα ὅλη
νὰ τοῦ τραβήξω μυρωδιὰ
ἐπιπολάζον μυστικὸ
μαφόρι τοῦ ἀσήμαντου ἑπτασφράγιστο
στὴν κεφαλὴ Μητέρας
Ἐκεῖ
σὲ συναντῶ κάθε πρωὶ τὴν πρώτη ὥρα
μετὰ θάνατον









