Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Εμμανουήλ Λουκάς Σιφακάκης, «”Ουτοπίες Ελαχίστου Μέλλοντος”. Προσεγγίζοντας φιλοσοφικά την Ουτοπία στη σκέψη του Νίκου Φωτόπουλου»

Εισαγωγή

Η παρούσα αναφορά αποτελεί μια απόπειρα επικοινωνίας με τον ποιητή της εν λόγω συλλογής. Έχει μορφή ανακοίνωσης επιστημονικού συνεδρίου, με σύντομη έκταση καθώς τα επιχειρήματα που παρουσιάζονται είναι φιλοσοφικά. Η αρχική σκέψη αφορούσε μια φιλοσοφική προσέγγιση της ποίησης, ιδανικά έχοντας ως ερμηνευτικό εργαλείο τον Αριστοτέλη και λοιπούς φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας. Αντί αυτού, προτίμησα μιαν άλλη προσέγγιση. Το πιο σημαντικό είναι πως το αντικείμενο, το οποίο θα αναλυθεί δεν είναι το περιεχόμενο της ποιητικής συλλογής. Πιο πολύ από όλα, επιδιώκω να «μιλήσω» στον Φωτόπουλο για τον Φωτόπουλο, να ερμηνεύσω πιο αφηρημένα τις ιδέες του και να αναλύσω την ηθική ποιότητα του παρελθόντος και του μέλλοντος στη σκέψη του.

 

Η σχέση της σοσιαλιστικής νεωτερικότητας με τα αρχαία ερμηνευτικά εργαλεία

Η ποιητική συλλογή του Νίκου Φωτόπουλου με τίτλο «Ουτοπίες Ελαχίστου Μέλλοντος» δεν εκκινεί από την ποιητική κατάφαση του Αριστοτέλη, ούτε άρχεται από τον εμπειρισμό του Σταγιρίτη φιλοσόφου (Düring, 2015). Αντιθέτως, η πρώτη εντύπωση, προσπερνώντας το τρίπτυχο του εξωφύλλου, που μας δίνει ο ποιητής αφορά σε μια σύγχρονη εικονικότητα καθορισμού του χρόνου εις διπλούν. Στο εσώφυλλο, οι αναγνώστες απαντούν δύο ρολόγια τσέπης, χρονόμετρα, όπως αναγράφουν στα γαλλικά, το ένα να καλύπτει το άλλο εν μέρει, χωρίς να επιτρέπεται στον θεατή να διακρίνει καθαρά την ώρα. Μάλιστα δε, αν εξεταστούν προσεκτικά, μπορεί κανείς να αντιληφθεί ότι το πρώτο δείχνει πέντε και είκοσι τρία, ενώ το ρολόι-χρονόμετρο που βρίσκεται στο παρασκήνιο παρεμφαίνει μόνο τον δείκτη των λεπτών, ο οποίος μας αποκαλύπτει την ώρα «και πέντε», σε ένα μόνο μέρος της πληροφορίας. Γιατί όμως δίνεται τόση έμφαση στα παραπάνω, στην εικόνα απλώς δύο ρολογιών-χρονομέτρων, την οποία οι περισσότεροι αναγνώστες πιθανόν να αγνοήσουν;

Η αρχική υπόθεση ερμηνείας της ποιητικής συλλογής προσδοκούσε στην αριστοτελική περιγραφή ενός σύγχρονου έργου τέχνης και μάλιστα στην καθοδήγηση από ένα κατά την εκτίμησή μας ασύμβατο φιλοσοφικό και τεχνικό corpus. Το ερώτημα που προκαλεί ο Νίκος Φωτόπουλος με την εκλογή μιας νεωτερικής εικόνας ως νάρθηκα των ποιητικών του αιτημάτων, είναι πώς θεωρεί τον υλισμό, τον νέο-μαρξισμό και την αρνητική διαλεκτική στη σχέση τους με τον κοινοτισμό του ελληνικού παρελθόντος και την επιτάχυνση του σκοτεινού διαφωτισμού (Land, 2013).

Ποια είναι η χρήση της χρονικής αντίληψης στη νεωτερικότητα, εάν το χρονόμετρο πρεσβεύει την καπιταλιστική εφεύρεση του χρόνου και η τεχνολογική επιτάχυνση μας στερεί το παρελθόν, όπως υπαινίσσεται ο τίτλος της συλλογής;

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Panos Eliopoulos, “Τhe missing link”, εκδ. Κάπα Εκδοτική, 2024 (γράφει η Αντιγόνη Σαμίου)

Η ανά χείρας ποιητική συλλογή αποτελεί σπάνια περίπτωση ξενόγλωσσης δημιουργικής γραφής με τον κύριο όγκο των ποιημάτων να εκφέρονται στην αγγλική γλώσσα, ενώ ολοκληρώνεται με την παράθεση δέκα μικρών λογοτεχνικών κατασκευών σε ισπανικούς στίχους.

Άριστος γνώστης των παραπάνω ευρωπαϊκών γλωσσών, ο Παναγιώτης Ι. Ηλιόπουλος, ο οποίος υπογράφει την εν λόγω συλλογή ως Panos Eliopoulos (το ακαδημαϊκό όνομα που χρησιμοποιεί στο εξωτερικό), επιτυχώς επιχείρησε να πειραματιστεί με διαφορετικές, από τη μητρική, γλωσσικές φόρμες προκειμένου να μοιραστεί γενναιόδωρα μύχιες σκέψεις και γνήσια συναισθήματα με τους αναγνώστες του.

Πρόκειται για μια τόσο εύγλωττη όσο και ηχηρή προσωπική κατάθεση ψυχής, η οποία εστιάζει σε μια πλούσια θεματική, αποκαλυπτική μιας σκεπτικιστικής ενατένισης της ανθρώπινης μοίρας, μιας συγκινησιακά φορτισμένης αναδρομής στο βαρύ φορτίο των προσωπικών αναμνήσεων και μιας προκλητικά ελκυστικής και ανοικτής σε κάθε δυνητικό συνομιλητή πρόσκλησης σε μια διαλογική συζήτηση, περιστρεφόμενη γύρω, αφενός, από την αφοπλιστική γοητεία του θεού έρωτα και την ακατάπαυστη εξύμνηση της γυναίκας και, αφετέρου, από τις αστείρευτες δυνάμεις, τις ανεκτίμητες αρετές και τα σκοτεινά πάθη του ανθρώπου. Το μοτίβο του έρωτα, αν και ομολογουμένως συχνά επαναλαμβανόμενο, δεν κουράζει το κοινό, καθώς οι ποικίλες ποιητικές φόρμες, άλλοτε στιβαρές και πειθαρχημένες, άλλοτε χαλαρές και παιχνιδιάρικες, φιλοξενούν με αισθαντικότητα και ευφράδεια αμφότερες τη σαρκική και την πνευματική ανθρώπινη ένωση.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Αθηνά-Στυλιανή Μίχου, «Υποδόρια Ωδή», εκδ. Σίγμα Πι Λάμδα, 2021 (γράφει ο Κωνσταντίνος Θανέλλας)

 

Αθηνά Στυλιανή Μίχου, «Υποδόρια ωδή», εκδ. Σ.Π.Λ., 2021

Διαβάζοντας τη συλλογή της ποιήτριας Αθηνάς – Στυλιανής Μίχου “Υποδόρια Ωδή” (Εκδόσεις Σίγμα Πι Λάμδα),  ως Θεωρητικός της Τέχνης, εντυπωσιάστηκα από τον τρόπο που χρησιμοποιεί τις λέξεις και τις ιδέες της. Μέσα από την αλληγορία και τον υπαρξισμό, το κείμενο συγκροτεί ένα πεδίο όπου η γλώσσα δεν λειτουργεί αναπαραστατικά. Δεν περιγράφει έναν ήδη υπάρχοντα κόσμο· τον παράγει μέσα από διαδικασίες διάχυσης, διαστρωμάτωσης και ρυθμοποίησης. Η ποιητική πράξη καθίσταται κατ’ ουσίαν εικαστική και αρχιτεκτονική: οργανώνει ύλη, χρόνο και σώμα σε ένα ενιαίο συμβάν.

Η «διάχυση στους κάμπους» εγκαθιδρύει μια χωρική οντολογία. Ο κάμπος, ως ανοιχτό και απεριόριστο πεδίο, λειτουργεί ως μεταφορά της συνείδησης αφού το υποκείμενο δεν στέκεται απέναντι στον χώρο· διαχέεται εντός του. Έτσι, η μέρα «συνοδοιπορεί» σε ένα «ξεδίπλωμα», όπου ο χρόνος δεν βιώνεται γραμμικά αλλά ως διαδικασία αποκάλυψης μορφής. Κομβικό σημείο αποτελεί η φράση «Η γραμμή συγγραφέας». Η γραμμή — βασικό μορφοπλαστικό στοιχείο τόσο της ζωγραφικής όσο και της γραφής — μετατρέπεται σε ενεργό υποκείμενο.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Από την Κερύνεια ως τα Διόδια – 100 τραγούδια σε στίχους Πόλυ Κυριάκου», εκδ. Ηλία Επιφανίου, 2025 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

Ένας άξιος μαθητης του Νίκου Γκάτσου

 

Το βιβλίο που τιτλοφορείται ΄΄Απο την Κερύνεια ως τα Διόδια΄΄, που κυκλοφόρησε προς το τέλος του 2025, απο τις εκδόσεις Ηλία Επιφανίου, μεταφέρει στις σελίδες-του τους στίχους 100 τραγουδιων του γνωστου Ελληνοκύπριου στιχουργου Πόλυ Κυριάκου. Πρόκειται για τους στίχους που μελοποιήθηκαν ή, όπως αλλιως λέγεται, επενδύθηκαν με μουσικη απο σημαντικους μουσικοσυνθέτες και έγιναν στη συνέχεια τραγούδια τα οποία ερμήνευσαν με τις υπέροχες φωνες-τους καταξιωμένοι τραγουδιστες με αποτέλεσμα, σήμερα, σχεδον όλα, να είναι γνωστα στο ευρύτερο ελληνικο φιλόμουσο κοινο.

Μέσα απο μία βαθια και διεξοδικη μελέτη των στίχων αυτων των 100 τραγουδιων, έτσι όπως προσφέρονται τώρα συγκεντρωμένα σε αυτο το καλαίσθητο βιβλίο, είναι εύκολο να διαπιστώσει κάποιος πως ο Πόλυς Κυριάκου μαθήτευσε για αρκετο καιρο στη σχολη στιχουργικης που συνέστησε ο χαρισματικος, ο αξέχαστος Νίκος Γκάτσος, απο την αποία, όπως διαφαίνεται, αποφοίτησε με πολυ καλες επιδόσεις όπως, φυσικα, και μία πλειάδα άλλων σύγχρονων διακεκριμένων στιχουργων, αναμέσα-τους ο Άλκης Αλκαίου, ο Μάνος Ελευθερίου, ο Κώστας Τριπολίτης, ο Οδυσσέας Ιωάννου κ.ά., που κατόρθωσαν και αυτοι με το αυτόφωτο έργο-τους να κρατήσουν ακμαία αυτη τη στιχουργικη σχολη μέχρι της μέρες-μας, που είναι και κληροδότημα ακριβο, πιστεύω, για τις μελλοντικες γενιες!

Και δεν πιστεύω πως υπάρχει σήμερα Έλληνας, αλλα και ξένος μυημένος στη μαγεία του ελληνικου τραγουδιου, που να μην παραδέχεται πως ο Νίκος Γκάτσος είναι εκείνος ο πολυτάλαντος και ευφυέστατος δημιουργος που με τον δωρικα σμιλευμένο στίχο-του και, φυσικα, με την υποδειγματικη συνεργασία-του με εμπνευσμένους συνθέτες, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Δήμος Μούτσης κ.ά., καλλιέργησαν, εξευγένισαν και ανέβασαν πολυ ψηλα, δηλαδη στη θέση που του αξίζει, το ελληνικο τραγούδι και μαζι, βέβαια, και το πνευματικο ανάστημα των Ελλήνων.

Η προσφορα, όμως, του Ν. Γκάτσου στο ελληνικο τραγούδι δεν σταματα εδω. Αξίζει να σημειωθει πως με τον πεντακάθαρο, διαμαντένιο στίχο-του και, κυρίως, με το άψογο ήθος, ενέπνευσε, όπως είπα, (και αυτο κατ’ εμένα είναι το σπουδαιότερο), μία σειρα απο νεότερούς-του στιχουργους, επίγονοι πιστοι της γενιας και της τέχνης-του, οι οποίοι αποδείχθηκαν άξιοι συνεχιστες-του. Ανάμεσα σε αυτους τους στιχουργους συγκαταλέγεται, βέβαια, και ο Πόλυς Κυριάκου ο οποίος, κάποιες στιγμες, τον νιώθουμε, εκτος απο τον Ν. Γκάτσο, να συνδιαλέγεται και με άλλους, νεότερους, συναδέλφους-του, εννοω του καιρου-του, όπως, λόγου χάρη, τον Μάνο Ελευθερίου που συνομιλει μαζι-του μέσα απο του τραγούδι-του που τιτλοφορείται «Το τρένο των οχτω». Δίνω την πρώτη στροφη-του:

 

Τα λόγια δεν θα πω τα παραπονεμένα

Κι ας είναι το τραγούδι που αγαπω.

Το τρένο των οχτω ας πάει χωρις εμένα

Κι ας μείνω όλη νύχτα στον σταθμο.

σ. 74

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Χρήστος Μιχάλαρος, «Ανεπίδοτα», εκδ. Μετρονόμος, 2025 (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

Τα ανεπίδοτα ποιήματα του Μιχάλαρου -ποιητής και ποιητικό υποκείμενο- φαίνεται να έχουν ένα σκοτεινό πρόσημο. Τείνουν προς τη ματαίωση όχι όμως και τη ματαιότητα. Έχουν μέσα τους μελαγχολία και θλίψη, αλλά και μοναξιά. Το ποιητικό υποκείμενο του βιβλίου ονόμασε «ανεπίδοτα» αυτά τα ποιήματα προς το άλλο πρόσωπο,  όταν συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε εγκαίρως να τα παραδώσει σε αυτόν τον παραλήπτη τους μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι παραλήπτης τους είναι και ο ίδιος ο ποιητής. Και τότε όλα λύθηκαν. Όπως η τέχνη ξέρει να κάνει.

Για αυτό και γράφει: «Ξέχασα πώς μπορούσα να σου γράψω / κι έτσι έγραψα όσα έπρεπε στον εαυτό μου ξανά και ξανά μέχρι να κουραστώ / ή να βρεθεί μια ανάσα να με αποπλανήσει για ένα βράδυ ή μισό ή και πιο λίγο μακριά απ’ όσα είχα σκεφτεί και γράψει δήθεν στο πλαίσιο μιας παρελθούσας διαστροφής δήθεν πως έπρεπε να καθαρίσω μέσα μου πριν επιστρέψω δήθεν πως υπερβάλλω σαν ένας άνθρωπος κι εγώ πίσω απ’ το τζάμι της βροχής στο αίμα μίας πόλης που ξέρει να κοιμάται να σωπαίνει και ν’ αποτιμά /ούσα αλάνθαστη».

Η μελαγχολία, η θλίψη και η μοναξιά δεν είναι όμως ποιητικές φαντασιώσεις αλλά ζωντανές διαπιστώσεις που ανοίγουν και κλείνουν τον διάλογο με τον/τους παραλήπτες τους. Μακριά από συναισθηματισμούς βολικούς. Γράφει στο τελευταίο ποίημα: «Η μοναξιά δεν ήταν επιλογή άσ’ τους να λένε· η μοναξιά ήταν πάντα το τίμημα για τις λευκές επιταγές που καταφέραμε να εξαργυρώσουμε ψυχή τε και σώματι αγάπη μου.». Ένα σχήμα κύκλου με δυο φαινομενικά αντίθετες λέξεις: ξεκινά το ποίημα με τα λέξη «Η μοναξιά» και το κλείνει με τη λέξη «αγάπη μου». Τις κάνει ταυτόσημες. Αυτό είναι το μήνυμα στο άλλο πρόσωπο. Που το αφήνει να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Και με αυτή τη λέξη «αγάπη μου» κλείνει όλη τη συλλογή.

Ο Χρήστος Μιχάλαρος  γνωρίζει πολύ καλά το δημοσιογραφικό παιχνίδι, τα κόλπα του επικοινωνιακού μάρκετινγκ, την ψυχολογία του τηλεθεατή, τις δημόσιες σχέσεις. Στα ανεπίδοτα, όμως, αυτά ποιήματά του δεν προσφέρει τις σάρκες του προς βρώσιν και πόσιν, αλλά τις αγωνίες, τις διαπιστώσεις, τα συναισθήματα και τις εμπειρίες του προς σκέψη. Τα όσα έζησε του υπαγορεύουν το παιχνίδι, δεν είναι αυτός ο κυρίαρχος.  Για αυτό και αφήνεται να απολαύσει τη μαγεία της ήττας. Και βγαίνει αναβαπτισμένος μέσα από την οδύνη. Βγαίνει με τη σκέψη που του δίδαξε το συναίσθηματα μπαίνοντας. Και βγαίνει καθολικός και όχι μόνο προσωπικός. Για αυτό και όταν γράφει για παράδειγμα: «Θυμάμαι τα λαθραία λόγια: βροχή πολλή και πώς θ’ αντέξεις», ο αναγνώστης διαβάζει έναν στίχο που έχει μια ποιητική προέκταση, ένα σημαινόμενο που ξεφεύγει από ένα βίωμα και αποκτά τη δική του οντότητα. Για τον ποιητή όμως αυτός ο στίχος κατάγεται από την ζωή του. Την αληθινή του ζωή. Όχι από τις δημόσιες σχέσεις του αλλά από τη Σχέση του. Εξού και ο αποφθεγματικός τόνος -που πάντοτε είχε αυξημένο- ως τεχνοτροπία,  αλλά τώρα αυτός αποκτά μια πιο ιδία ταυτότητα γιατί έρχεται από διαπιστώσεις που έζησε με το ίδιο του το σώμα. Γράφει:

 

Μια μέρα

η πόρτα θα χτυπήσει

θα έρθουν όλα τα υπόλοιπα

εκτός από εσένα.

 

Τότε

θα έχεις ήδη καταλάβει καλά

ότι η προδοσία έχει να κάνει με το αίμα

το αίμα με την πίστη

και η πίστη με την πρώτη φορά

που καμιά φορά

όντως

πονάει για πάντα.

 

Ο Έρωτας, λοιπόν,  με ονοματεπώνυμο στα ποιήματα γίνεται ταυτόχρονα και πιο αφηρημένη έννοια.  Γράφει: Έρωτας δεν σήμαινε ποτέ/  το πάντα / τι είναι πάντα θα μου πεις / σε μια ζωή απόλυτη χωρίς αντισταθμίσεις / ή με αντισταθμίσεις μόνο – απόλυτη ξανά / κι ένα φως που οπωσδήποτε το θέλησες σβηστό. Τι κάνει λοιπόν εδώ: Μέσα σε έξι στίχους το προσωπικό γίνεται συλλογικό και το αντίστροφο. Μιλά στον έρωτά του και ταυτόχρονα γίνεται αφοριστικός, καθολικός. Ακολουθεί μια παραγωγική πορεία από το γενικό στο ειδικό. Από τις διαπιστώσεις που του έμαθε ο έρωτας πηγαίνει στο ίδιο το υποκείμενο του έρωτά του. Άλλες φορές ακολουθεί την αντίστροφή πορεία, την επαγωγική. Αυτό το παιχνίδι του συγκεκριμένου με το γενικό χαρακτηρίζει όλη τη συλλογή. Είναι το παιχνίδι που κάνει η ζωή με την τέχνη και η τέχνη με τη ζωή.

Ο Χρήστος Μιχάλαρος που γνώρισα πριν χρόνια είχε από νέος ένα μεγάλο προτέρημα -που όμως στην τέχνη μπορεί εύκολα να εξελιχθεί σε μειονέκτημα: έμπαινε γεμάτος θαυμασμό στον κόσμο των αγαπημένων του «ηρώων» που είτε γνώρισε από κοντά είτε μέσα από τα βιβλία και τα τραγούδια και ευφυώς έκανε τα βήματα του πάνω στα βήματά τους. Όπως δηλαδή κάθε νέος δημιουργός οφείλει να κάνει. Να ζήσει με τις ζωές των άλλων μέχρι να βρει τη ζωή του. Αλλά και να αυτολογοκριθεί υπηρετώντας κανόνες που του έμαθαν.

 

Άλλαξες τόπους και ίσως τρόπους

μήπως μπορέσεις να σταθείς

είτε στα πόδια σου είτε σε άλλων

κι έτσι

χρειάστηκε να μαρτυρήσεις με ακρίβεια

κάθε ταυτότητα που σου γινόταν αίμα.

 

Ο υπαινιγμός της τέχνης άχρηστος

κάθε που σε ρωτούσαν πού πηγαίνεις.

 

Μα πού πηγαίνεις;

Είναι αυτή η αναγνώριση της ταυτότητας που αυτομάτως οδηγεί στο επόμενο βήμα. Της κατάκτησης της νέας ταυτότητας. Έτσι, σε άλλο σημείο γράφει:

 

Κάτω από κάθε ουρανό

οι αθώοι παίρνουνε το βήμα που τους πρέπει

μόνο το βήμα

μόνο το πρέπει

και μια γραφή που τους θυμίζει τα λογάκια των σοφών

μην τρίξεις μην κλάψεις μη λυγίσεις

μη φέρεις τη ζωή εκτός του μέτρου

μόνο ουαί κι αλίμονο και δέσου

στα σχοινιά τους

εσύ και η πέτρα σου η γυμνή

η γυαλισμένη

για όσα κατάφερε το ένστικτο να διασώσει.

 

 

Αυτό το ένστικτο είναι και τα ανεπίδοτα ποιήματά του που τέλεσαν το στόχο τους τόσο για τον παραλήπτη τους όσο και για τον αποστολέα.

 

 

Διαβάστε περισσότερα