ΤΟ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΩΣ ΕΞΩΤΙΚΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Οι Ενδιάμεσοι: κάτω από αυτόν τον τίτλο έχει στεγάσει η Κύπρια συγγραφέας, Μαρία Α. Ιωάννου, τα 37 μικρής έκτασης κείμενα του βιβλίου της (εκδόσεις Νεφέλη, 2022), που, από ειδολογικής άποψης, τα προσδιορίζει ως μικροδιηγήματα.
Πρόκειται για ένα είδος που τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει αξιοσημείωτη άνθηση και στην ελληνική γλώσσα πλέον, δίνοντας αξιόλογα δείγματα γραφής, εφάμιλλα σε ποιότητα με κορυφαία κείμενα που έχουν προκύψει από άλλες λογοτεχνίες ανά τον κόσμο. Σε κάποιες από αυτές μάλιστα όχι μόνο έχει οικοδομηθεί μια μεγάλη παράδοση δημιουργίας σημαντικών έργων, αλλά έχει αναπτυχθεί και μια ευρύτατη και θεωρητική πλαισίωση, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στην ισπανόγραφη λογοτεχνία.
Η συγγραφέας, σε μια διαδικτυακή της συνέντευξη [1], δηλώνει πως ο τίτλος της συλλογής αντανακλά την πίστη της στους ενδιάμεσους χώρους και χρόνους, καθώς είναι αυτοί που της κεντρίζουν κυρίως το ενδιαφέρον της και ελκύουν το βλέμμα της ως δημιουργού. Μακριά από το προφανές των έντονων άκρων και των εύκολων διαπιστώσεων, στη σκιά των μεγάλων εντάσεων που αποσπούν την προσοχή μας, εκεί δηλαδή όπου η συγγραφική επιμονή συχνά ανταμείβεται με ένα εύφορο λογοτεχνικό έδαφος, πρόσφορο για βαθιές αρόσεις και πλούσιες σοδειές.
Η πρώτη σκέψη που κάνει κάποιος διαβάζοντας τα κείμενα του συγκεκριμένου βιβλίου είναι πως διασχίζονται από τα ρεύματα του ποιητικού λόγου, άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο αισθητά, και ανοίγονται σε περιοχές που τους προσφέρουν επίπεδα ανάγνωσης τέτοια που κάνουν τον όρο «μικροδιηγήματα» να μοιάζει μάλλον με μια αναπόφευκτη σύμβαση. Κι αυτό επειδή το κυρίαρχο ζήτημα, εντέλει, δεν είναι η αυστηρή ειδολογική κατάταξη παρά τα ίδια τα κείμενα ως αισθητικά επιτεύγματα, πομποί συγκινήσεων και ανανοηματοδοτήσεων που βρίσκονται σε συνεχή διάδραση με τον αναγνώστη. Είναι γνωστό εξάλλου πως παρόμοια κείμενα έχουν λάβει κατά καιρούς άπειρες διαφορετικές ονομασίες/ορολογίες και ακόμη, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν υπάρχει κάποια σύγκλιση προς κάποια που να είναι κοινής αποδοχής.
Αν τα συγκεκριμένα κείμενα φέρουν εντός τους όλες τις αρετές του είδους, στην καλύτερη εκδοχή του, οφείλεται καταρχάς στο γεγονός πώς η Μαρία Α. Ιωάννου είναι μια χαρισματική αφηγήτρια. Μια αφηγήτρια που κατέχει πολυποίκιλους τρόπους να μας διηγηθεί τις ιστορίες της, καλώντας τον αναγνώστη σε μια ενεργή δραστηριοποίηση επανάγνωσης. Έτσι, ξεδιπλώνει μπροστά μας ένα μεγάλο ρεπερτόριο διαφορετικών ευφάνταστων πλοκών, με το στοιχείο της ανατροπής να κάνει συχνά την εμφάνισή του: ένας καταρχήν μηχανισμός επαναθεώρησης της εκάστοτε ιστορίας αλλά και μια αιχμή για περαιτέρω εμβάθυνση. Με τον τρόπο αυτό ο αναγνώστης, πιο υποψιασμένος πλέον μετά τον αιφνιδιασμό της πρώτης ανάγνωσης, (προ)καλείται να πάρει το νήμα και πάλι από την αρχή και να απολαύσει εκ νέου τη ροπή των ιστοριών, τον τρόπο σύνθεσης των κειμένων και φυσικά τη γλώσσα τους, συστατικά που το ένα εμπλουτίζει το άλλο δημιουργώντας ένα σφριγηλό αφηγηματικό σώμα. Ειδικά όσον αφορά τη γλώσσα, θα λέγαμε πως πρόκειται για μια γλώσσα επιμελώς σμιλεμένη, αποτέλεσμα της συνύπαρξης και της πλέξης λέξεων καλά ζυγισμένων, που καθώς τις διαπερνά ο ηλεκτρισμός του υπαινιγμού, βλέπουμε αυτές της μικρής έκτασης ιστορίες να μας μεταφέρουν από τα υποτιθέμενα ρηχά και κοινότυπα επεισόδια της καθημερινότητας, στη σφαίρα του πρωτόγνωρου, του αδιανόητου και ενίοτε του εντυπωσιακά εξωτικού.
Η μικρή έκταση δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση ευκολία, απαιτεί ιδιαίτερες δεξιότητες για να έλξει και να μεγαλουργήσει, αλλά και καμία ιστορία δεν μπορεί να καταταγεί στο πεδίο μιας λογοτεχνίας υψηλών αξιώσεων με μόνο κριτήριο την έκταση. Φυσικά και δεν είναι ο μικρός αριθμός των λέξεων ο κρίσιμος παράγοντας που καθορίζει τη δυναμική, αλλά το φορτίο τους που γίνεται πιο έντονο καθώς το κείμενο δεν διεκδικεί μεγάλες εκτάσεις. Είναι για τον λόγο αυτό ακριβώς που η ερευνήτρια και θεωρητικός της Βενεζουέλας, Βιολέτα Ρόχο (1959-2024) σε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία ποιητικής σχετικά με το είδος, το Breve manual para reconocer microcuentos (Σύντομο εγχειρίδιο αναγνώρισης μικροδιηγημάτων), το 1996, παρομοιάζει το (καλοδουλεμένο και ποιοτικό) μικροδιήγημα σαν μπάλα του μπέιζμπολ, ενώ το παραδοσιακό (εκτενές) διήγημα σαν μπάλα του ποδοσφαίρου. Τονίζοντας, έτσι, πως η σφοδρότητα της πρόσκρουσης της πρώτης πάνω στον αναγνώστη, είναι πολύ πιο έντονη, άρα και περισσότερο εντυπωτική.
Οπότε χρειάζεται, καταρχάς, ικανότητα στην πύκνωση, που επιτυγχάνεται μέσα από διάφορες στρατηγικές κατά τη διαδικασία της συγγραφής. Παράλληλα, η πύκνωση απαιτεί βλέμμα, διαρκείς εσωτερικές διεργασίες κατά τις στιγμές της παρατήρησης γύρω μας. Καθώς επίσης και τριβή με τους μεγάλους δάσκαλους του είδους, όπως ο Κορτάσαρ, από τον οποίο η συγγραφέας δανείζεται μια φράση για να «κεντήσει» την προμετωπίδα του βιβλίου. Στο στοιχείο του υπαινιγμού έρχονται να προστεθούν κι άλλα στοιχεία που μπορούμε να τα δούμε και ως επιμέρους στρατηγικές επίτευξης της πύκνωσης και της αναγκαίας ελλειπτικότητας, όπως το παρωδιακό στοιχείο, η ειρωνεία, το χιούμορ, το παράδοξο. Στοιχεία τα οποία, πέρα από το γεγονός ότι δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα κατά την εκδίπλωση των ιστοριών, προσφέρουν μια καλειδοσκοπική θέαση της πραγματικότητας και, κατ’ επέκταση, περισσότερες από μία αναγνώσεις κάθε φορά. Οι ιστορίες καταλήγουν να μοιάζουν, έτσι, με μικρούς εκρηκτικούς μηχανισμούς που ενεργοποιούνται στο μυαλό το αναγνώστη, άλλοτε άμεσα και άλλοτε με μια κάποια χρονοκαθυστέρηση, αλλά σε κάθε περίπτωση αφήνοντας ένα έντονο αποτύπωμα. Ενδεχομένως κι ένα έγκαυμα, κυρίως εκεί που είναι εντονότερη η αίσθηση της ταύτισης με τους ήρωες του βιβλίου και τα πάθη τους.
Διαβάστε περισσότερα