Εισαγωγή

Η παρούσα αναφορά αποτελεί μια απόπειρα επικοινωνίας με τον ποιητή της εν λόγω συλλογής. Έχει μορφή ανακοίνωσης επιστημονικού συνεδρίου, με σύντομη έκταση καθώς τα επιχειρήματα που παρουσιάζονται είναι φιλοσοφικά. Η αρχική σκέψη αφορούσε μια φιλοσοφική προσέγγιση της ποίησης, ιδανικά έχοντας ως ερμηνευτικό εργαλείο τον Αριστοτέλη και λοιπούς φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας. Αντί αυτού, προτίμησα μιαν άλλη προσέγγιση. Το πιο σημαντικό είναι πως το αντικείμενο, το οποίο θα αναλυθεί δεν είναι το περιεχόμενο της ποιητικής συλλογής. Πιο πολύ από όλα, επιδιώκω να «μιλήσω» στον Φωτόπουλο για τον Φωτόπουλο, να ερμηνεύσω πιο αφηρημένα τις ιδέες του και να αναλύσω την ηθική ποιότητα του παρελθόντος και του μέλλοντος στη σκέψη του.

 

Η σχέση της σοσιαλιστικής νεωτερικότητας με τα αρχαία ερμηνευτικά εργαλεία

Η ποιητική συλλογή του Νίκου Φωτόπουλου με τίτλο «Ουτοπίες Ελαχίστου Μέλλοντος» δεν εκκινεί από την ποιητική κατάφαση του Αριστοτέλη, ούτε άρχεται από τον εμπειρισμό του Σταγιρίτη φιλοσόφου (Düring, 2015). Αντιθέτως, η πρώτη εντύπωση, προσπερνώντας το τρίπτυχο του εξωφύλλου, που μας δίνει ο ποιητής αφορά σε μια σύγχρονη εικονικότητα καθορισμού του χρόνου εις διπλούν. Στο εσώφυλλο, οι αναγνώστες απαντούν δύο ρολόγια τσέπης, χρονόμετρα, όπως αναγράφουν στα γαλλικά, το ένα να καλύπτει το άλλο εν μέρει, χωρίς να επιτρέπεται στον θεατή να διακρίνει καθαρά την ώρα. Μάλιστα δε, αν εξεταστούν προσεκτικά, μπορεί κανείς να αντιληφθεί ότι το πρώτο δείχνει πέντε και είκοσι τρία, ενώ το ρολόι-χρονόμετρο που βρίσκεται στο παρασκήνιο παρεμφαίνει μόνο τον δείκτη των λεπτών, ο οποίος μας αποκαλύπτει την ώρα «και πέντε», σε ένα μόνο μέρος της πληροφορίας. Γιατί όμως δίνεται τόση έμφαση στα παραπάνω, στην εικόνα απλώς δύο ρολογιών-χρονομέτρων, την οποία οι περισσότεροι αναγνώστες πιθανόν να αγνοήσουν;

Η αρχική υπόθεση ερμηνείας της ποιητικής συλλογής προσδοκούσε στην αριστοτελική περιγραφή ενός σύγχρονου έργου τέχνης και μάλιστα στην καθοδήγηση από ένα κατά την εκτίμησή μας ασύμβατο φιλοσοφικό και τεχνικό corpus. Το ερώτημα που προκαλεί ο Νίκος Φωτόπουλος με την εκλογή μιας νεωτερικής εικόνας ως νάρθηκα των ποιητικών του αιτημάτων, είναι πώς θεωρεί τον υλισμό, τον νέο-μαρξισμό και την αρνητική διαλεκτική στη σχέση τους με τον κοινοτισμό του ελληνικού παρελθόντος και την επιτάχυνση του σκοτεινού διαφωτισμού (Land, 2013).

Ποια είναι η χρήση της χρονικής αντίληψης στη νεωτερικότητα, εάν το χρονόμετρο πρεσβεύει την καπιταλιστική εφεύρεση του χρόνου και η τεχνολογική επιτάχυνση μας στερεί το παρελθόν, όπως υπαινίσσεται ο τίτλος της συλλογής;

Προκειμένου να διαβαστεί ο ποιητής όπως δίδασκε ο Αριστοτέλης (2008), προϋποτίθεται αφενός το ιδιάζον της ποίησης ως προοίμιο της πολιτικής αυτάρκειας, κάτι που ο Φωτόπουλος αρνείται σε πολλούς στίχους των ποιημάτων κι αφετέρου η τεχνική της μίμησης, ένα άλλο προαπαιτούμενο που πάλι αποσύρεται για χάρη της εικονικότητας. Επομένως, με βάση τα προηγούμενα, ο συγκεκριμένος ποιητής επωμίζεται άλλα δύο κατηγορήματα: από τη μια είναι προϊόν των νεωτερικών καιρών, ελαχίστως δε ερμηνευτής του ψηφιακού, ενώ από την άλλη αντιλαμβάνεται τη λήθη του Είναι (Schwaabe, 1997:47-55), σε συνδυασμό με τον κοσμικό πόνο (Schopenhauer, 2016·Land, 2013·Kidd, 2025), καθώς πάσχει από το ιδιάζον του παρελθόντος.

Πιο συγκεκριμένα, το παρελθόν είναι κατά την εκτίμησή μας μεταφυσικά μη αυθαίρετη έννοια, αλλά πραγματολογικά έκνομη σύνδεση σημαίνοντος και σημαινομένου. Όπως είναι φανερό, παρελθόν δεν υφίσταται ποτέ σε χρόνο ενεστώτα και κατά συνέπεια κανείς δεν έχει εμπειρία του παρελθόντος για τον λόγο πως το παρελθόν υπήρξε παλιά, ενώ τώρα υπάρχει μόνο το παρόν. Ζητούμενο, μεταξύ άλλων, είναι η συμφιλίωση με το γεγονός πως η νοσταλγία δεν θα πήξει ποτέ (πρβλ.Cottingham, 2003), όπως ακριβώς οι επιφανειακές πληγές στο ανθρώπινο σώμα, ωστόσο δεν είναι αυτό το κύριο πρόβλημα του Νίκου Φωτόπουλου. Η λέξη πρόβλημα δεν χρησιμοποιείται εδώ για να διαγνώσουμε κάποια διαταραχή, αλλά συνοδεύεται από το φιλοσοφικό της νόημα.

Το βαθύτερο πρόβλημα, λοιπόν, αφορά στην εφαρμογή της Ουτοπίας ως περιγραφικού εργαλείου του παρελθόντος. Στην πολιτική φιλοσοφία, η Ουτοπία, όπως τέθηκε από τον Thomas More, διαβλέπει στο μέλλον και υπόσχεται το πραγματικό τεμαχισμένο και οργανωμένο με τρόπο που δεν αρμόζει στην ανθρώπινη πράξη, τουλάχιστον με τον τρόπο που τη γνωρίζουμε ιστορικά. Επιπλέον, η ουτοπία εκ των πραγμάτων κατευθύνει στην ομογενοποίηση κι όχι στην ανάμιξη, που χρειάζεται η ποίηση (Gürel, 2021:427-432).

Αρχικά, στον ατομικό μικρόκοσμο του «Ψυχές Χώματα», βλέπουμε μια πρώτη απόπειρα συμφιλίωσης με το ασταθές του χρόνου. Η κλεψύδρα του νερού και της άμμου αντικαθίσταται από το γρανάζι των μοντέρνων καιρών στο χρονόμετρο, του οποίου το γυαλί με τη σειρά του θρυμματίζεται ξανά και επιστρέφει στην παραλιακή άμμο και στον φλοίσβο. Υπόκωφος υπαρξιστής ο ποιητής εν προκειμένω, φαίνεται πως κάνει κοπιαστικά βήματα στην παραλία προς τον ορισμό της ελευθερίας κατά τον Sartre: ελευθερία είναι αυτό που κάνεις με ό,τι σου έχουν κάνει (1). Πάντως, παρά τις αδύνατες προοπτικές οικοδομής πάνω στον γιαλό, ο τελικός απολογισμός δεν συνιστά μομφή σε βάρος του παρελθόντος.

Οι φαντασιακές προσδοκίες και η θριαμβευτική παρέλαση του χρόνου μας επιστρέφουν αναγκαστικά στη μεσαιωνική εικονικότητα, χωρίς όμως να γνωρίζουμε εάν ο ποιητής ζητεί την αναβίωση ή τον εκσυγχρονισμό της (βλ. Αραμπατζής, 2017).

Το μόνο δεδομένο που μας αποκαλύπτεται είναι η κοινωνική θέση του ποιητή στην ουτοπία που συμβαίνει να συνθλίβει τον μεταφυσικό λειτουργισμό του έρωτα. Ειδικότερα, το ποίημα «Νυχθημερόν» εμφανίζει τις περισσότερες ομοιότητες με την Νέα Ουτοπία του Jerome I. Jerome (2022, μτφρ. Νίκου Παπαδιαμάντη):

Ο έρως εβλέπομεν ότι ήτο ο εχθρός μας εις πάσαν καμπήν της οδού. Ούτος κατέστησεν αδύνατον την ισότητα. Έφερε χαράν και λύπην, και ησυχίαν και βάσανα εις τον δρόμον του. Διετάραττε τας πεποιθήσεις των ανθρώπων, και διεκύβευε την τύχην της ανθρωπότητος· όθεν κατηργήσαμεν αυτόν και πάντα τα έργα αυτού.

Σαφώς, ο Νίκος Φωτόπουλος δεν λαμβάνει το ρόλο του σοσιαλιστή ιδρυτή της Νέας Ουτοπίας, ούτε στασιάζει σαν τον πρωταγωνιστή του Josef Conrad στον Κρυφό Πράκτορα, αλλά αφήνει πίσω του, στο θαλάσσιο ρεύμα εκείνο το καθήκον που προτάσσει ο εξισωτισμός. Το προβαλλόμενο παράδειγμα ανταποκρίνεται περισσότερο στον Bernard Marx του Huxley και στον Αστακό του Γιώργου Λάνθιμου:

Αι αρχαί της ισότητος διεφιλονικούντο φανερά. Οι άνδρες, όταν ηγάπων γυναίκά τινα,ενόμιζον αυτήν πάσης άλλης γυναικός υπερτέραν, και ούδ’ ελάμβανον τον κόπον ν’ αποκρύψωσι την γνώμην των. Aι φίλανδροι σύζυγοι επίστευον τους άνδρας των ως φρονιμωτέρους και γενναιοτέρους και χρηστοτέρους πάντων των άλλων άνδρών.

Ένα ακόμη ερώτημα είναι η θέση του ατόμου στη συμβολική τάξη, η αναφορά στον εαυτό του και η κοινωνική πραγμάτωση της εσωτερικής του βούλησης ως αιτήματος. Διαρρέει άραγε το ατομικό φαντασιακό του ποιητή προς τα έξω ή περιορίζεται στη σαδιστική «λογοθεσία»;

Πώς διαφυλάσσεται η δίκαιη ηγεμονία του κράτους και αν αυτό δεν συμβαίνει, μήπως ο ποιητής προσχωρεί σε ένα στάδιο πιο μακριά από τον φιλελευθερισμό; Ποιο είναι εν τέλει το κοινό σημείο μεταξύ της ουτοπίας και της αναρχίας; Οι μορφές της ουτοπίας μετά την έλευση των αστικών νεωτερικών μεταβολών.

Οντολογικά, θεωρούμε ότι η ουτοπία σημαίνει το μέλλον, δεν υπάρχει, αλλά μόνο εξαντλείται ως μελλοντικά υποσχόμενη και επί του παρόντος αναβαλλόμενη πραγμάτωση. Έχοντας ήδη μιλήσει για τη νεωτερική προσέγγιση του φιλελευθερισμού, υπάρχουν άλλες τρεις θεωρίες για την ουτοπία που επιτρέπεται να συζητηθούν: η σαδιστική, η ελευθεριστική και ο απανθρωπισμός του μέλλοντος.

Ό,τι ακολουθήσει έχει απολύτως θεωρητικό χαρακτήρα και θεμελιώδης προϋπόθεση είναι η αφηρημένη απομάκρυνση από ένα ανθρωποκεντρικό framework θεσμών. Η μετανεωτερική ποίηση εξαίρει τη σχέση της μεταφοράς, της αλληγορίας και του ταμπού μεταξύ τους. Ακόμη και εδώ, αυτό το χαρακτηριστικό φαίνεται παρόν και στη συγκεκριμένη ποιητική συλλογή. Αν πρέπει να μιλήσουμε για σαδισμό στην οραματιζόμενη από τον Φωτόπουλο ουτοπία, πρέπει κατά συνέπεια να θίξουμε όχι μόνο την επιθυμία, η οποία αποτελεί κοινό τόπο σε πολλά από τα ποιήματά του, αλλά πρέπει επίσης να αναδειχτεί και η μεταφορική διάθεση με την οποία ασκεί κριτική σε όλες εκείνες τις υποσχέσεις που πλήττουν το ενικό άτομο, ενώ λαθραία αξιώνουν την καθολική εξυγίανση της κοινωνίας. Εναργέστερα, η μεταφορά και το ταμπού συλλειτουργούν για την εκφραστική εξήγηση ή απόκρυψη του συμβολικού σημαινομένου και δρουν καταλυτικά στην εκφώνηση αυτού του Πράγματος που το άτομο αντέχει ή όχι να παραδεχτεί (Harrison, 2014).

Επομένως, η θέση του λόγου, η έκφραση της τελικής έκπτωσης των υποσχέσεων και η σημασία του να είναι κανείς απόλυτο άτομο διατηρώντας προσδοκίες για το μέλλον, είναι οι μόνες παράμετροι για να ιδωθεί όχι πλέον η συμβολική τάξη, αλλά η τάξη του παιγνίου, αυτό που στον Marquis de Sade ερμηνεύεται σαν ο μόνος έλεγχος για το αρχαίο λογοτεχνικό «πνεύμα των καιρών» (Irodotou, 2015). Είναι προφανής, θεωρούμε, η ανάδειξη όλων των θεωρητικών εργαλείων που ενέπνευσαν στη συγγραφή της συλλογής, δηλαδή του Seinsvergessenheit, της Σχολής της Φρανκφούρτης και όλων όσων αναφέραμε στην αρχή, ωστόσο αν καλούμασταν να προσάψουμε ένα κατηγόρημα στον ποιητή, θα επιλέγαμε την προσφώνηση του σαδιστή, ο οποίος δεν έχει απορρίψει ακόμα τη συγκράτηση των θεσμών, διότι ακόμη τους αναστοχάζεται και τους βασανίζει, χωρίς να λησμονεί την ηγεμονική διάσταση της ιδεολογίας που αντιφατικά αξιώνεται από τον Fidel και τους συν αυτώ.

Ένα άλλο μοντέλο ουτοπίας που μας ενδιαφέρει είναι αυτό του Robert Nozick (1977), προς απάντηση της αναρχίας. Η συγκεκριμένη θεωρία επιδιώκει την επιστροφή των δικαιωμάτων και της γνήσιας ελευθερίας στους πολίτες ατομικά, δείχνοντας αφενός πως ο αναρχισμός είναι δυσλειτουργικός και ισοπεδωτικός, ενώ το ελάχιστο δυνατό οριακό κράτος πράγματι καταπατά τα ατομικά δικαιώματα, ως άδικο. Επομένως, πώς δικαιούται ο ποιητής να είναι ιδιοκτήτης και να φέρει ξεχωριστή ταυτότητα; Η διανεμητική δικαιοσύνη αποτελεί μιαν άλλη μορφή ουτοπίας, μια κριτική στον σοσιαλισμό και μια απόρριψη του νεωτερικού φιλελευθερισμού. Από το συνολικό προϊόν, δικαιούνται κλάσματα όλοι όσοι συνέδραμαν στην παραγωγή του, από την άποψη πως όλοι τους δύνανται να το αξιώσουν σαν δικό τους. Για το μέλλον, ο Nozick αντιλαμβάνεται πως η ενική κοινωνική θέση δεν είναι παρά αίτημα ή μια υπόθεση αγνώστου εκβάσεως (πρβλ. Fowler, 1980). Όταν οι άνθρωποι αναπαράγονται, διαπράττουν μια τρελή απόφαση και η κατανομή της ιδιοκτησίας δεν μπορεί να γίνεται με δίκαιο τρόπο. Συνεπώς, το σύστημα της διανεμητικής δικαιοσύνης και το κοινωνικό συμβόλαιο προκαλούν διάφορα προβλήματα στον ορισμό της ελευθερίας.

Ο Νίκος Φωτόπουλος φαίνεται να διαβλέπει τα προβλήματα του δικαιωματισμού και του φιλελευθερισμού σε αυτόν τον τομέα. Δεν έχει ο άνθρωπος δικαίωμα στην επιθυμία; Ο Marquis de Sade θα απαντούσε θετικά, εκτινάσσοντας τον άνθρωπο σαν μεταφορική βόμβα στο αυταρχικό σύστημα του δικαιώματος, θεωρώντας ότι ο άνθρωπος έχει καταπατητική υποχρέωση να «κάνει το κέφι του» σε βάρος των άλλων. Αντιθέτως, ο Φωτόπουλος επικρίνει την αντίληψη αυτή και ζητεί την ελευθερία στον άνθρωπο χωρίς τα περιοριστικά μέτρα της αναδιανομής, έστω κι αν αυτή δε συμβαίνει κρατικά.

 

Συζήτηση

Καταλήγοντας, αυτό που μένει είναι η εξέταση του ίδιου του ανθρώπου ουτοπικά, του ελαχίστου μορίου για το οποίο εξαναγκαζόμαστε στην ουτοπία. Επιστρέφουμε στην τεχνολογική εικονικότητα. Το πρόβλημα με την ουτοπία θεμελιωδώς, εκτιμούμε, έγκειται στην ιδιότητα του ανθρώπου. Όσοι κοιτάζουν με προσμονή την ουτοπία δεν παρατηρούν την εξαφάνιση του ανθρώπινου ιδιάζοντος από τη σύσταση ενός τέτοιου συστήματος. Η τελευταία θεωρία, αυτή της απάνθρωπης επιτάχυνσης του Nick Land (2013), εμμένει σε αυτό. Το μέλλον δε συνάδει με τον άνθρωπο. Το μέλλον είναι μηχανή, είναι λογισμικό, είναι ψηφιακό. Κανείς δεν δύναται να το εκφράσει, ούτε να το προσεγγίσει λεκτικά, ούτε να φανταστεί τον εαυτό του σε αυτό. Το μόνο που επιτρέπεται είναι να ανάγει το ομοίωμά του σε μια απάνθρωπη μηχανή και να ταυτίσει καταχρηστικά την συνειδητοποίηση του εαυτού του στο software των πολυεθνικών εταιριών. Το πρόβλημα που καλούμε τον ποιητή και τους παρευρισκόμενους να σκεφτούν είναι το εξής: αν η ουτοπία είναι υπαρκτή, ποιος θα βρεθεί εκεί να την απολαύσει; Αν όλα είναι τέλεια και ομοιογενή, όπως μας λέει ο Baudrillard (2002), δεν έχουμε εγγύηση πως θα είμαστε ικανοποιημένοι. Σε κάθε περίπτωση, οραματιστές και κινδυνολόγοι της ουτοπίας οφείλουν από τη μια να ονειρευτούν το Ηλεκτρικό Πρόβατο και από την άλλη να απαντήσουν στο ερώτημα, αν δικαιούται η Microsoft ένα μέρος της συνείδησης του ανθρώπου στο μέλλον.

1. Tο απόφθεγμα αποδίδεται συγκεκριμένα σε δύο έργα του: L’existentialisme est un humanisme (1946) και Morts sans Sépulture (1946).

 

 

 

****************************************************************

Βιβλιογραφία

 

 

Αραμπατζής, Γ. (2017). ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΙΚΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ. Αθήνα: Παπαζήσης

Αριστοτέλης. (2008). Ποιητική. Μτφρ. Λυπουρλή Δ. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος

Baudrillard, J. (2002). The despair of having everything. Ανακτήθηκε στις 22/03/2026 από https://web.archive.org/web/20151022163541/http://www.egs.edu/faculty/jean-baudrillard/articles/the-despair-of-having-everything/

Cottingham, J. (2003). Φιλοσοφία της Επιστήμης Α’ Οι Ορθολογιστές. ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ

Düring, I. (2015). Ο Αριστοτέλης Παρουσίαση και Ερμηνεία της Σκέψης του Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης

Fowler, M. (1980). Stability and Utopia: A Critique of Nozick’s Framework Argument. Ethics, 90(4), 550-563.

GÜREL, M. A. Critical and Contextual Analysis of Beauties in Utopia by Thomas Moore. Prof. Dr. Tamer KUTLUCA Assoc. Prof. Dr. Mehmet Necati, CIZRELIOGULLARI, 427.

Harrison, S. (2014). Dark Trophies: Hunting and the Enemy Body in Modern War. Berghahn Books.

Irodotou, C. (2015). Des utopies sadiennes. L’Harmattan

Jerome, J. I. (2022). Νέα Ουτοπία. Μτφρ. Παπαδιαμάντης Ν. Ανοικτή Βιβλιοθήκη

Kidd, I. J. (2025). Weltschmerz and the World.

Land, N. (2013). Fanged Noumena: Collected Writings 1987-2007. Urbanomic sequence

Nozick, R. (1977). Anarchy, State, and Utopia. Blackwell

Schopenhauer, A. (2016). Die welt als wille und vorstellung. BoD–Books on Demand.

Schwaabe, C. (1997). Seinsvergessenheit und Umkehr. Über das „richtige Denken “bei Eric Voegelin und Martin Heidegger. München: Juni.

 

 

Εμμανουήλ Λουκάς Σιφακάκης είναι Απόφοιτος Φιλοσοφικής Σχολής ΕΚΠΑ, Μsc Πολιτικής Φιλοσοφίας