Αλέξανδρος Κοάν, «Το παράσιτο»
14Οκτ
Έχω ζήσει σε κάθε γωνία,
κάθε ακμή αυτού του σπιτιού
έχει κόψει κι από ‘να κομμάτι μου
κι έχω ραντίσει τον κάθε κόκκο σκόνης
στις κουφάλες στα κουφώματα και κάτω απ’ τα σανίδια
έχω αφήσει και κάτι δικό μου.
Τώρα το βλέπω στα κόκαλα.
Οι τοίχοι του πάλλονται σα στομάχια.
Όταν τραβήξω τις περσίδες
θα μ’ έχει πια καταπιεί και
θα χει χωνέψει πια την οσμή μου και
κάποιος άλλος θα τις ανοίξει,
κάποιος άλλος θα σύρει τα γόνατα στις τάβλες
και θα προσεύχεται σχεδόν
όπως κι εγώ προσευχόμουν
-μ’ ολόκλειστα μάτια.
Ίσως διαβάσει τα ιερογλυφικά που σκάλισα
στα πλακάκια, στις πόρτες,
ίσως να μάθει τι σημαίνουν
ίσως μια μέρα να πιστέψει
ότι τα έγραψε αυτός -δεν θα ναι αλήθεια
γιατί είναι δικά μου.
Αυτό το σπίτι
δεν υπήρξε πριν ζήσω σ’ αυτό
κι ούτε ξανά θα υπάρξει
αφού εγώ τώρα φεύγω
κι ούτε θ’ ακούσει ξανά τις ωκεάνιες βοές
των αμαξιών
τα φθινοπωρινά κρουστά στο ψιλοβρόχι
την ξεροτραχηλιά του ασανσέρ στο κατέβασμα
το κρώξιμο της τέντας στον αέρα
το ξύλινο κλάμα του παρκέ
ή τη στεγνή αναπνοή -σα ρόγχο-
που φτύνει όπως περνώ το κατώφλι.
Διαβάστε περισσότερα








