Όποτε επιστρέφω στην ποίηση

 

Όποτε επιστρέφω στην ποίηση,

το κάνω ευθυτενής

και με βία

όπως χτυπά ο κεραυνός

ένα εφηβικό δέντρο,

όπως η μάνα μου κόβει

το αρχαίο ζυμάρι

με τη φουρκέτα κάποιας παραδεισωμένης.

Όπως εκεί που κάθεσαι

στην ακροθαλασσιά,

έρχεται αίφνης ένα κύμα,

μα ένα κύμα,

και γεμίζει το στέρνο σου

κάτι γαλάζια πουλιά

και βρεγμένο αλάτι

και κάτι ψυχομόρια που δεν ξέρεις

πώς στην ευχή αποκολλήθηκαν

για να σφραγίσουν ύστερα

τα χείλη σου.

Όποτε επιστρέφω στην ποίηση,

το κάνω στις μύτες των ποδιών,

ανάβοντας απλώς τη λάμπα,

δίχως θορύβους,

τραταρίσματα,

φρου φρου

και σεμεδάκια απαστράπτοντα.

Δίχως καν να προσευχηθώ

και να κλωσσήσω

τα εν δυνάμει ποιητόπουλα.

Φευ…

Αφού το δίχως άλλο αυτή

θ’ αρχίσει πάλι από μέσα,

στο ασκητικό μου κοχλαστήρι,

θ’ αρχίσει πάλι αυτή να με κλωσσά

και να με κατατρώγει.

 

***********

Πενίνσουλα

 

 

Την ώρα που στριγκλίζει

η εσπρεσιέρα,

απόγεμα κατά τις τρεις,

η γεωργιανή υπάλληλος

με τ’ όνομα που δεν θυμάμαι,

το κάτι σαν «Πενίνσουλα»,

που περιβρέχεται

στις τρεις μεριές της από θάλασσα

και μόνο κάτω από τα πέλματά της έχει την ξηρά,

η γεωργιανή λοιπόν μπαρίστα,

εν τη αναμονή της εσπρεσιέρας,

κοιτάει από το στενό παράθυρο

το άδειο οικόπεδο

κι ορκίζεται

πως βλέπει τους ιδιοκτήτες

του παλιού σπιτιού που κατεδάφισαν:

τη Λευτερού ν’ απλώνει στο σχοινί

τις μολυβιές της φούστες

που της φτάνουν ως τα γόνατα,

τον κύριο Πυγμαλίωνα

να βάζει τα χοντρά του ματογυάλια

για να ιδεί από κοντά τον αριθμό του κρατικού λαχείου,

τα δυο αγόρια τους

με τα μωλωπισμένα γόνατα

που γράφουν

με τριμμένο μανταρίνι

απά στον ντενεκέ

το αρχαίο παιχνίδι:

«Εδώ εκτελούνται εργασίαι χωματουργικαί».

Ορκίζεται ότι τους βλέπει

η Πενίνσουλα

με την ξηρά μόνο στα πέλματα.

Όμως δεν θα το πει και κανενός

πως κάθε απόγεμα

κατά τις τρεις,

την ώρα του στριγκλίσματος

της εσπρεσιέρας,

την περιβρέχει από τρεις μεριές η θάλασσα.

Έχει ανάγκη τη δουλειά της η μπαρίστα.

Δεν πρέπει να τη βγάλουνε τρελή.

Σσσ, τη μαλώνει και η Λευτερού

ανάμεσα στις μολυβιές της φούστες που κρεμάει στο σχοινί.

Κχμκχμ κι εξκιούσμι

και οι άνθρωποι οι ζωντανοί

που θέλουνε εδώ και τώρα

τον καφέ τους.