I.
Χτίσαμε έναν τοίχο όλοι εμείς
Και ύστερα ζωγράφισαν επάνω
Οι αθεόφοβοι
Θαρρείς μία θάλασσα πράσινη
Κίτρινη, πορτοκαλί- όλο Ηλιοτρόπια.
Δύο πρέπει να’ τανε σπουργίτια που

Τόλμησαν και ανέβηκαν επάνω∙
Τιτιβίζοντας κάθε αυγή
Τριβελίζοντας μέσα στο κεφάλι- στις δειλές σταγόνες
Περαστικών νοθευμένων βρόχινων καιρών.


II.
Επάνω στον τοίχο ανεβαίναν με τις μπότες.
Νούμερα τριανταέξι και σαράντα
Αυτά και άλλα πολλά παιδιά
Το ένα κοιτούσε τη Δύση- το άλλο την Ανατολή∙
Τι παράξενα που τα φέρνει η ζωή
Μέσα στην πέτρα
Σε ένα ξέφωτο γύρω-γύρω Πεύκα και Σημύδες
Μέσα στα μούρα και τις φραουλιές∙
Είπαμε και είπαν και τα άλλα
Πολλά.

ΙΙΙ.

Φταίω εγώ.
Unnskyld meg
Eg forstår ikkje∙
Συγγνώμη, δηλαδή.
Και τότε γεννήθηκε μια νέα αίρεση.
Σε καμιά, σε κανέναν δεν άρεσε.
Μα μέσα στους ίσκιους ακούγονται οι Νύμφες
Arrivederci
Εις το Επανιδείν.