Emily Pauline Tekahionwake Johnson (1861-1913), Τρία ποιήματα (Μετάφραση- Επίμετρο: Βαγγέλης Παπαδιόχος)
19Ιου
Κραυγή μιας Ινδιάνας Συζύγου
Γενναίε του δάσους μου, αγάπη ερυθρόδερμη, έχε γεια·
Ποιος ξέρει αν θ’ ανταμώσουμε αύριο ξανά.
Ποια συμφορά τ’ ασκέρι το μικρό μας θα χτυπήσει,
Πώς του λευκού το χέρι θα σε βασανίσει;
Να το μαχαίρι σου! Θαρρούσα πως για πάντα μπήκε μες στη θήκη.
Δεν το ζητά βουβάλι που γυρνά στης Γης τα μήκη·
Ούτε θα σκίσει δέρματα βοδιών στην πεδιάδα·
Λεία γυρεύει πιο τρανή, ερήμωσε η κοιλάδα:
Ενός ολόκληρου στρατού το αίμα θα γευτείς.
Τράβα· σήκω και χτύπα, το κόστος μη σκεφτείς.
Μα στάσου. Τη Βρετανική σημαία μην πληγώσεις,
Σ’ αυτά τα νέα παιδιά το χέρι μη σηκώσεις
Τους άσπρους τους πολεμιστές που πάνε προς τη Δύση,
Τη λαβωμένη μας να πνίξουνε φυλή που δεν έχει λυγίσει.
Όλοι τους νέοι, όμορφοι και αγαθοί είναι εκείνοι·
Καταραμένος πόλεμος τ’ αθώο αίμα τους πίνει.
Απ’ την Ανατολή τους έφερε μοίρα καταραμένη
Για να ‘ναι αυτοί αφέντες μας— κι εμείς ταπεινωμένοι
Πιότερο απ’ όλους στη μεγάλη ήπειρο αυτή
Κι όμως με πρόθεση καλή οι νέοι τους νόμοι έχουν γραφτεί.
Πως ‘μείς οι ντόπιοι είχαμε τη γη απλά ξεχνούν
Απ’ τον ένα ωκεανό στον άλλο· ότι πατούν
Πάνω σε χώμα που αιώνες πριν την εποχή μας
Το μόνο μας βασίλειο ήταν, κληρονομιά δική μας.
Ποτέ δεν σκέφτονται πώς θα νιωθαν μια μέρα,
Αν ένα έθνος ισχυρό ερχόταν από πέρα,
Της χώρας τους ξεπάστρευε τ’ άμοιρα αντρίκια θύματα
Κι έδινε ό,τι μας έδωσαν — μόνο πολέμους, μνήματα.
Τράβα λοιπόν και χτύπα για λευτεριά και για ζωή,
Κι επέστρεψε στην Ινδιάνα σύζυγό σου την τιμή.
Η σύζυγός σου; Αχ, τι μ’ αυτό, σ’ εμέ ποιος σημασία δίνει;
Ποιος συμπονά τη δύστυχή μου αγάπη και οδύνη;
Ποιος ιερέας στα λευκά προσεύχεται για σένα,
Όπως για κάθε εθελοντή που πολεμά στα ξένα
Και τα στρατεύματα γεμίζει τα Καναδικά;
Ποιος για Ινδιάνο ανιχνευτή εύχεται να νικά;
Ποιος για το έθνος μας προσεύχεται που κατηφόρα πήρε;
Κανείς — γι’ αυτό πάρ’ το τσεκούρι σου και σύρε.
Κι ας σπάσει η καρδιά μου, βαθιά ας καεί άμα λάχει,
Έχω κουράγιο να σου πω να τρέξεις προς τη μάχη.
Μα στάσου, δεν έχει μόνο η καρδιά μου καημό
Που για του άντρα και του γιου σπαράζει τον χαμό·
Μάνες σε χώρες μακρινές στο νου σου κάνε εικόνα·
Και τη χλωμή κοπέλα πεσμένη ως το γόνα·
Μια τον Θεό της για το γλυκό της τέκνο ικετεύει
Που προς τη βορειοδυτική άγρια γη οδεύει.
Άλλη για την αγάπη της ζητάει να σωθεί,
Του νιου περήφανα το μπράτσο να δυναμωθεί.
Αχ, πώς τρέμει το λευκό της πρόσωπο στη σκέψη,
Το αίμα του πως το τσεκούρι σου θα θρέψει.
Ποτέ δεν σκέφτεται την άγρια καρδιά μου που πονά,
Ούτε για το αετίσιο σου λοφίο προσευχή κερνά
Κι αν από χίλιες σφαίρες περικυκλωθεί,
θα ‘ναι η καρδιά μου ο στόχος αν αυτός χαθεί.
Ω! Δεν διστάζω άλλο πια δειλέ εαυτέ μου·
Προχώρα, κέρδισε τη δόξα του πολέμου.
Προχώρα, μη λυγίζεις στου λευκού την αρπαγή,
Από γέννα κι από δίκιο μας ανήκει τούτη η γη,
Κι αν πεινασμένο, ρημαγμένο είναι το έθνος μας σκυφτό…
Ίσως το θέλησε έτσι του λευκού ο Θεός αυτό.
Διαβάστε περισσότερα








