Ο Dean Young (1955–2022) υπήρξε μία από τις πιο ιδιοσυγκρασιακές φωνές της σύγχρονης αμερικανικής ποίησης. Μαθητής του Τζον Άσμπερυ και συχνά συνδεδεμένος με την παράδοση του αμερικανικού σουρεαλισμού, ανέπτυξε ένα ύφος άμεσα αναγνωρίσιμο στο οποίο αδιάκοπες αλυσίδες εικόνων, απρόσμενων μεταφορών και συνειρμών υπηρετούν μια λογική κατά βάση ονειρική και, συνεπώς, ερχόμενη σε ευθεία ρήξη με την αφηγηματική τάση που διαμόρφωσε επί δεκαετίες την αμερικανική ποιητική κοινή.

Απέχοντας από προγενέστερες εκφάνσεις του αμερικανικού σουρεαλισμού, η ποίηση του Ντην Γιανγκ δεν αναλώνεται ποτέ στο παιχνίδι για το παιχνίδι: ακόμα και ο πιο επιπόλαια εισελθείς στο σύμπαν του ανακαλύπτει πως, κάτω από τη φαινομενική εκκεντρικότητα των εικόνων του, κυλά διαρκώς ένα βαθύ υπαρξιακό ρεύμα. Ο θάνατος, η αγάπη, η απώλεια, η ασθένεια, η μνήμη, η ομορφιά και η ίδια η πράξη της δημιουργίας επιστρέφουν ξανά και ξανά, κρησαρισμένα μέσα από τα πιο καθημερινά αντικείμενα: ένα λουλούδι, ένα έντομο, μια ντομάτα στο περβάζι, μια καρέκλα νοσοκομείου, ένα σάντουιτς με τόνο – στοιχεία που υποδεικνύουν όλα τους προς μια σχέση σπάνιας αγαπητικότητας με το απτά υπαρκτό. Διόλου τυχαία: διαγνωσθείς στην ηλικία των σαράντα τεσσάρων ετών με βαριά καρδιακή ανεπάρκεια ο Ντην Γιανγκ θα αναμείνει επί χρόνια για μεταμόσχευση καρδιάς, στην οποία τελικά υποβάλλεται μόλις το 2011. Αρνούμενος να υποκύψει, ωστόσο, στη ρητορική της απόγνωσης ο ποιητής θα μεταβολίσει αυτήν τηνμακροχρόνια ύπαρξη υπό το άκρως ρεαλιστικό ενδεχόμενο του θανάτου σε μια ποίηση βαθιά καταφατική, στηριγμένη στο χιούμορ, το παράλογο, την αναπάντεχη πρωτεϊκότητα μέσα στο φαινομενικά συμπαγές, τη μουσική των αναπάντεχων λεκτικών συγκρούσεων που ζητά να αντιμετωπιστεί αυστηρά μέσα απ’ τις αντίστοιχες προσλαμβάνουσες.

Τα ποιήματα που ακολουθούν προέρχονται κυρίως από την ώριμη περίοδο του έργου του. Επιλέχθηκαν γιατί αποτυπώνουν αυτή τη σπάνια ισορροπία ανάμεσα στο παιγνιώδες και το τραγικό, στο παράλογο και το συγκινητικά οικείο – κοιτώντας κατάματα τη φθορά μα και, συνάμα, ομολογώντας τα ανεξάντλητα αποθέματα του θαύματος.

**********************************************************************************************

ΛΕΥΚΟΣ ΓΕΡΑΝΟΣ

Δεν χρειάζεται να μάθω τίποτ’ άλλο για τον θάνατο
από τα γιαπωνέζικα σκαθάρια
που κατακλύζουν ρόδα και δαμάσκηνα
ό,τι κι αν ψεκάζει ο γείτονας
με πορτοκαλί λαστιχένια γάντια.
Σχεδόν μπορείς να τα δεις να συστρέφονται και να μαραζώνουν,
να χλομιάζουν και να πέφτουν σαν χαρτοπετσέτες πάρτι
που τις πήρε ο αέρας από ένα τραπέζι όταν ξεθύμαινε το φως,
κι οι φίλοι
–όπως συχνά συμβαίνει όταν ξεθυμαίνει το φως–
μιλούν για κάτι οδυνηρό, παγετώδες, περικαρδιακό,
κι οι χαρτοπετσέτες ανεμίζουνε μες στο ψηλό χορτάρι.
Όταν ο Μπασό γράφει για ψηλό χορτάρι,
δεν χρειάζεται να ξέρω πως έχει να κάνει με τον θάνατο –
κοκκινωποί-καφέ οι χαρακτήρες και θαμποί,
ίσκιοι ενός ξίφους σκουριασμένου, ενός ωροδείκτη.
Φαντάσου να διασχίζεις βουνά με χιόνι θερινό
σαν τον Μπασό, μ’ όλο το βιος στην πλάτη: πινέλα, ρόμπα,
τα μικρά δώρα του αποχωρισμού που είναι
γρουσουζιά ν’ αφήσεις πίσω. Δεν θέλω να ξέρω πώς είναι
να πεθαίνεις πάνω σ’ ένα τριαντάφυλλο, βυθισμένος
σ’ αρώματα και αναθυμιάσεις,
γραπωμένος μ’ όλο το έχει σου,
να πεθαίνεις καλοκαίρι με τα πάντα επί ποδός –
μαργαρίτες σκορπισμένες σαν την όραση πλάι στον φράχτη,
γλαδιόλες ανοιχτές και πεσμένες στη λάσπη,
φορτωμένες το βάρος του ανοίγματος και τ’ αεράκι.
Αναρωτιέμαι ποιες ήταν οι σκέψεις σου, Πατέρα,
αφού σου πήραν τα γυαλιά και τα δόντια –
όλοι μας μαζεμένοι γύρω σου σαν σύννεφα
ξαμολυμένα από τις δέστρες τους
το λευκό πουλί ξαπλωμένο επάνω σου,
το ράμφος του μες στον λαιμό σου.
Βροχή, χτυποκάρδια βροχής.

 

****

ΠΟΙΑ ΜΟΡΦΗ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ

Ποια μεταθανάτια μορφή θα πάρουμε –
ενός μηχανικού πουλιού, απ’ αυτά που σου πουλάν πλανόδιοι,
όπως ο Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς;
Αμφιβάλλω. Τι λέτε για ένα λαγουδάκι-στοπ για την πόρτα σαν εκείνο που είδαμε
στο Τσάρλεστον, που το θέλαμε αλλά δεν είχαμε τα λεφτά; Αρκετά βαρύ
για να είναι από μόλυβδο, με το χρώμα τριμμένο στο κεφάλι του απ’ τα χάδια, χωρίς ριπή
ανέμου αρκετά δυνατή για να βροντήξει ό,τι κρατούσε ανοιχτό. Αμ δε, η βροχή καταφθάνει
σε κουρελιάρικους αντικατοπτρισμούς και δεν ξέρω πού οδεύει ο καθένας μας – σ’ ένα καμίνι εκτοπλασματικής μεταλλουργίας ή σ’ έναν λάκκο λιπάσματος με σκουλήκια
να δουλεύουν στα διαλείμματα ερμαφρόδιτων οργίων. Αγαπημένη μου
μουστακοφορεμένη θεία Γκλόρια που μου έδωσες 20 δολάρια να σκοτώσω
σε λαστιχένια φίδια και φλίπερ, τι απέγινες; Μια τοσοδούλα πέτρα που ’τριψε ακόμα πιο μικρή
η ορμή του κύματος; Το τραγούδι των γενεθλίων γίνεται μοιρολόι, το ποίημα του στρατιώτη

λέξεις ξέθωρες σ’ ένα χαρτί που καταλήγει χαρτοπόλεμος. Αυτό ήταν που μου έλεγες

όταν δεν ήξερες ποιος;
Θα ήμουν ο τελευταίος που θα επέμενε πως η μητέρα μου
δεν κουβέντιαζε με τον πατέρα μου μπροστά στην τηλεόραση αφότου
εκείνος πέθανε. Καμιά φορά ελπίζω κι εγώ να επιστρέψω, να κάνω καμιά αταξία
στο αγαπημένο μας εστιατόριο, να σβήσω μερικά κεριά και να ψιθυρίσω πόσο
σε αγαπώ
αν είσαι ακόμα εκεί γύρω. Κι ο Σταν Ράις – τώρα πια μόνο 7 ή 8 βιβλία που κανείς
δεν συζητά, μα που σα ξαναδιαβάζω
με τρομοκρατούν ακόμα μέχρι απόλαυσης. Ίσως ό,τι γινόμαστε
να είναι η ρίμα του περιορισμένου χρόνου μας ζωντανοί,
ένας απόηχος που δεν μετακινεί σχεδόν καθόλου χιόνι,
καμία χιονοστιβάδα, μόνο μερικές τούφες λευκού σαν σύννεφα που μοιάζουν ακίνδυνα
μέχρι ο πιλότος πάνω σ’ ένα να στουκάρει.

 

 

***

ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΤΟΥ ΡΟΘΚΟ

Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι η ομορφιά.
Οι τελευταίες απόπειρες της βροχής, οι ώμοι μου πονώντας απ’ όλο το απόγευμα
με τις σκάλες και την ώρα μαζί της. Κοιτάζω το ουράνιο τόξο μέχρι να εστιάσω τόσο
που μοιάζει σαν να το δημιουργώ εγώ. Συλλογιζόμενος εκείνη να κοιτάζει
αυτήν την καταιγίδα, θέλοντας εκείνον. Αυτήν την αστραπή.
Ετούτο το ξεχείλισμα στα λούκια. Τώρα μόνο
το κίτρινο να μένει. Το γαλάζιο
στραγγισμένο. Το μωβ αγνοούμενο. Το κόκκινο αγνοούμενο. Άνθρωποι στον κάτω όροφο
να παίζουν Μπαχ – τον ήσυχο, τον ντελικάτο Μπαχ. Εκείνη: πρέπει να προσπάθησε
και να προσπάθησε. Οι τρύπες που ανοίχτηκαν.
Ο μικροκαμωμένος άντρας στην ταινία που έδειχνε ότι θα πέθαινε απ’ το γέλιο.
Ο καλλιεργητής γαρύφαλλων που ελευθέρωνε παγιδευμένα πουλιά για τη γυναίκα
που αγαπούσε. Που θα κρεμιόταν αφού έραβε την κορδέλα της στο
στήθος του.
Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι η ομορφιά.
Θυμάμαι το σινεμά στο Μπέρκλεϊ όπου καθόμασταν μασουλώντας αγγούρια,
βλέποντας τα κολοσσιαία πρόσωπα με κολοσσιαία απώλεια ξανά και ξανά.
Θα σχόλαζα νωρίς και θα την ανταμώνα στο δρόμο, τα μαλλιά της πάντοτε βρεγμένα. Όλη νύχτα χθες
άκουγα τους φοιτητές να περνάνε μέχρι τις 3 – τελευταίοι οι μεθυσμένοι, αυτοί που έφαγαν χυλόπιτα κι οι ξαφνικά ζευγαρωμένοι. Τι ήταν αυτό που σχεδόν
έγραψα στο σημειωματάριο πλάι στο κρεβάτι μου
που κάπως με νανούρισε; Ένα πρωί όταν εκείνη κι εγώ
μέναμε ακόμη μαζί, το μπλοκ έγραφε μόνο, βαμβάκι.  Β α μ β ά κ ι .
Μερικές φορές είναι φριχτό – τα πράγματα που λέγονται έξω από τα δόντια. Ωστόσο τίποτα
δεν εξηγεί την ομορφιά, ούτε το κλάμα και το ρίγος σ’ εκείνο το τσιμέντινο
παγκάκι, ούτε το γονάτισμα δίπλα στο σιφόνι του υπογείου.
Ούτε το να θυμάσαι τα υπόλοιπα: εκείνο το κασκόλ που φορούσε, το πρώτο χιόνι, εκείνη
ανοίγοντας την πόρτα σ’ ένα λουτρό φωτός. Πρέπει να προσπάθησε
και να προσπάθησε. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι η ομορφιά.

 

 

***

ΠΡΩΤΑ ΠΡΕΠΕΙ

Πριν από τον αφηρημένο κώνο που βάλλεται
από μπλε ενθουσιασμούς, πρέπει να μάθεις
να σχεδιάζεις ένα δέντρο που μοιάζει με δέντρο.
Όμως πρώτα πρέπει να μελετήσεις φλοιούς
στο Ινστιτούτο Φλοιού στο Άμστερνταμ.
Πρέπει να μάθεις τα ξυλώδη οργανίδια στα ολλανδικά
μόνο που, πριν απ’ όλα, θέλει ανοσοποίηση.
Ευτυχώς δεν βρισκόμαστε στον 14ο αιώνα
μ’ εσένα να παλεύεις για λαρυγγολόγος
καθώς τότε θα είχες μόνο τα σώματα κρεμασμένων κλεφτών
να τεμαχίσεις, και το κρέμασμα τα κάνει μάλλον μούτι
με τους μηχανισμούς του λαιμού. Η ελπίδα
μπορεί ν’ απεικονιστεί σα τσιμεντόλιθος τυλιγμένος
σ’ αλουμινόχαρτο – μια όχι και τόσο εμφανίσιμη
αποσκευή. Πρώτα θα ερωτευτείς αυτό που δεν
μπορείς να καταλάβεις. Το νεαρό κριάρι κουτουλάει το γυαλιστερό τρακτέρ.
Τίποτα απ’ όσα σχεδιάζεις δεν μοιάζει μ’ οτιδήποτε άλλο.
Πρώτα πρέπει να χτίσεις έναν καθεδρικό από οδοντογλυφίδες.
Μη γράφεις τίποτα άλλο από σονέτα για έναν χρόνο.
Το λάθος δεν είναι να πέσεις, μα να πέσεις
από ένα όχι-και-τόσο-μεγάλο ύψος. Πρώτα πρέπει να την πατήσεις
με το κορίτσι που σου μοιάζει πάνω στο πλοίο
δείχνοντας σα να ’χει αφήσει πίσω όλα όσα ξέρει, μα
κι αλλιώτικο από σένα σε κάποιους σημαντικούς, όχι μόνο
ορμονικούς, τρόπους. Οι μέρες μικραίνουν, ψυχραίνουν,
η καρδιά ένα κριάρι σε χωράφι κυκλωμένο από ηλεκτροφόρο
σύρμα. Το μοναδικό δέντρο εκεί στον άνεμο
να μη φέρνει και πολύ σε δέντρο, γεμάτο
μαραμένα φρούτα τυραννισμένα από τις κάμπιες.
Θυμίζει τραγική περούκα.
Κανένας στίχος δεν είναι όντως ελεύθερος.
Πριν τα έλαια, το κάρβουνο. Πρώτα πρέπει να ταξιδέψεις
στη γενέτειρα του Βερμέερ. Σεντόνια με λεκκέδες ξεραμένους,
χήρες που σου κλείνουν το μάτι μ’ όλα όσα αγνοείς
σαν μια φρικτή αρρώστια που παραμονεύει στα γονίδια.
«Πρέπει να μάθω», φωνάζεις, ταρακουνώντας το κορίτσι δυνατά.
Κι αυτό είναι το λάθος σου. Αυτό που είχε πάρει στην αρχή
για ένταση γοητευτική, τώρα το περνάει
για τρέλα. Πρώτα πρέπει να σου δοθεί άφεση.
Πριν γίνεις ανθρώπινο ον, πρέπει να είσαι
ζυγώτης. Ομοίως ένα άλογο, ένα κριάρι, ένας αλιγάτορας.
Το τρακτέρ έρχεται στον κόσμο από έναν λάκκο φωτιάς
όπως το τρομπόνι. Καλύτεροί σου έχουν αποτύχει.
Το κορίτσι απομακρύνεται βιαστικά μέσα σε κάποιου είδους ντόπια ενδυμασία
που η ονομασία της σου διαφεύγει. Το τεστ επιστρέφει
μ’ ένα μεγάλο κόκκινο Χ. Πριν δεις τον ήλιο να δύει
σ’ έναν ωκεανό από δάκρυα, πρέπει να μελετήσεις
οπτική. Ο Σερ Ισαάκ Νεύτων ήξερε πολλά περί οπτικής
πριν μάθει πολλά για τη βαρύτητα και τις τροχιές.
Τι θα κάνει το κορίτσι να επιστρέψει; Και αποκαλείς
τον εαυτό σου καλλιτέχνη. Πρώτα πρέπει να υποφέρεις, πρώτα η φόρμα
εις διπλούν. Πριν τη φόρμα η προ-φόρμα. Πριν κλάψεις περίλυπα περίλυπα,
η νεκρική ακαμψία. Προτού καταπιαστείς με το γυμνό,
θέλει δουλειά μηνών με ξύλινα τουβλάκια.

 

 

 

***

ΕΠΙΣΜΑΛΤΩΜΕΝΟΣ

Εκείνη η σοκολάτα που έσκαγε στο στόμα μας, κάποτε πανταχού παρούσα όπως οι γλάροι,
δεν υπάρχει πια, αγάπη μου. Συριστικοί δεινόσαυροι τώρα κατοικούν
μόνο σε στούντιο κινουμένων σχεδίων, οι μαινόμενες κινήσεις των αγγέλων
που κάνουνε τα στήθια τους να χύνονται απ’ τους χιτώνες τους σε μανιεριστικές
νωπογραφίες ξεφλουδίζουν καθώς το χιονόνερο
μπήγει τα δόντια του στη σάρκα μας.
Και τα παλιά ουρητήρια του σταθμού των λεωφορείων μπαίνουν κάτω
απ’ τη μυλόπετρα κι οι νεαροί σπηλαιολόγοι αποφοιτούν
σ’ έναν ήλιο που τοκίζει ρυτίδες. Η θάλασσα,
φαινομενικά μια σταθερά στο γυμνό μάτι, είναι ένα
μακρόσυρτο αντίο, η παλίρροια διαρκώς υποχωρεί,
οι παραλίες στίκτονται με συντρίμμια. Στον καθένα παρέχεται
ένας πεπερασμένος αριθμός διευθύνσεων, στιχάκια να εκτοξεύουν
την καρδιά στις στιγμές της θλίψης και της έκστασης.
Της σπάθης η λαβή αστράφτει, οι ασφόδελοι υποκλίνονται,
όλα είναι προσωρινά όσο ένα τέλειο κούρεμα, ένα γατάκι
στην ποδιά, κι όμως το να κάθομαι εδώ μαζί σου, αγαπημένη μου,
περιμένοντας ένα ζεστό σάντουιτς με τόνο και στο πλάι λίγη σαλάτα
μοιάζει όση αιωνιότητα ποτέ θα χρειαστώ –
όσα η αιωνιότητα χρειάζεται από μένα.

 

 

***

ΚΟΛΟΦΩΝΑΣ

Περισσότερο από τα σκαθάρια που έγιναν κανελί
το ηλιοβασίλεμα, σέρνοντας την ασπίδα τους, περισσότερο
απ’ τους γρύλους που νομίζουν πως είναι βράδυ όλο τ’ απόγευμα,
τις μέλισσες αγαπώ τούτη την εποχή του χρόνου.

 

Χορτάτες, ίσως μεθυσμένες, έχοντας ξαπλώσει στους μηρούς
πάρα πολλών λουλουδιών για ένα καλοκαίρι, μα
να πρέπει ακόμα να συνεχίσουν το κυνήγι, ένα μυστικό
σφραγίζοντας, έν’ άλλο ακολουθώντας, παραβιάζοντας

 

τη μία κλειδαριά μετά την άλλη, χτυπώντας στο τζάμι,
κολλώντας σε μια λούμπα από σαπούνι πιάτων,
σχεδόν χειμώνα πια, σχεδόν σκοτάδι, διαβάζοντας πολύ μετά
την τελευταία παράγραφο, ως την πίσω λευκή σελίδα,

 

ως τις ευχαριστίες, και το ιστορικό της τυπογράφησης.
Νομίζω πως όταν το κεφάλι μου τελικά ραγίσει
θα πεταχτεί από μέσα ένας από εκείνους τους λιμασμένους ανιχνευτές,
φθινοπωριάτικος και με μια πείνα πέρ’ από κάθε ρούφηγμα,

 

κάθε κατάποση, πέρ’ από τις ανάγκες του πολύβουου
εργοστασίου της κυψέλης. Νομίζω πως ίσως τότε,
όταν θα πεθαίνω σαν έντομο σε μια λακούβα
από σαπούνι πιάτων, θ’ ανακουφιστώ –

 

τα φτερά μου κάπες βρεγμένες και μη λειτουργικές,
οι κεραίες γλειμμένες πίσω και μη λειτουργικές,
το μάτι που βλέπει το ρουμπίνι απάνωθε να σβήνει,
το μάτι που βλέπει το ρουμπίνι εντός να λάμπει περισσότερο

 

καθώς σέρνομαι προς μια ντομάτα που ωριμάζει
στου παραθύρου το περβάζι, το πιο κόκκινο, το πιο τρυφερό
νησί του τελευταίου μου πλανήτη, την τελευταία μου άλω,
με το κεντρί ν’ αργοσαλεύει κι άχρηστο. Θα περιμένω τότε,

 

καθώς ο αέρας απ’ τα βορεινά μουντάρει στον αέρα του κόλπου,
ένα δέντρο που όλο γνέφει σαν τρελό, κάθε φύλλο ξυπνημένο
σε μια χάλκινη κατακραυγή. Δεν θα είναι οδύνη,
ακριβώς. Βροχή που έρχεται, ύστερα φεύγει, ένα ρίγος

 

που σημαίνει πως όλο το βάρβαρο είδος μου είναι μοναχό
κι αφανίζεται, τ’ αγνώριστα μικρά μας
θαμμένα κι αναμένοντας, σώματα φωτιάς που γίνονται
σώματα αέρα. Δεν νομίζω πως υπάρχει τρόπος

 

να προετοιμαστείς.

 

 

***

ΣΜΑΡΑΓΔΕΝΙΑ ΑΡΑΧΝΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΑΓΚΑΘΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΑΣ

Φαντάσου, να μην έχεις γευτεί ποτέ πραγματικά ένα ροδάκινο μέχρι τα πενηντα-φεύγα σου,
να μην έχεις νιώσει ούτε μια φορά τον Μπλέικ, γυμνό στον κήπο του να επιμένει
περί αγγέλων, μέχρι να σηκωθείς απ’ το τραπέζι και να γυρίσεις σπίτι με μια νέα καρδιά. Πόσο παράλογο να έχεις ακόμα σώμα σε τούτο τον κόσμο τον ξεκοιλιασμένο από ουράνια τόξα, τον τερετίζοντα κόσμο, και πόσο γελοίο τ’ ότι σου δόθηκε ένα εξαρχής – να είσαι αντικείμενο
όπως η ορχιδέα είναι αντικείμενο, ή μια πέτρα, τόσο εύκολα εκχυμώσιμο και κατακρημνιζόμενο, χέρια να γνέφουν απ’ τη λίμνη που ανάφλεξε το σούρουπο, το κεφάλι σου να κουδουνά μες στο καμίνι, αγρίμι και γλυκό, δάκρυα που κάνουν το πρόσωπο γκροτέσκο,
δάκρυα που το κάνουν αγνό. Πόσο εύκολο
είναι πλέον να μεθάς με μια μόνο εισπνοή σαν το κολύβρι ή το μυρμήγκι, ή
το γέλιο μιας γυναίκας και ποιος να ‘ξερε πόσο θα μου ’λειπε εκείνο
το μύχιο φως του χιονιού τώρα που βρίσκομαι στο Τέξας.

 

 

***

ΕΤΣΙ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ ΤΑ ΧΟΡΤΑΡΙΑ

Θα ήμουν λυπημένος χωρίς πατατάκια, αλλά θα ήταν πολύ χειρότερα αν μου έκοβες
το χέρι.
Το να είσαι λυπημένος είναι μια μορφή αφαίμαξης, οπότε ίσως να τα κατάφερνα
στον πάτο της θλίψης καθώς πέθαινα από αιμορραγία. Δεν ξέρω.
Δεν θέλω να ξέρω.
Ήδη μου πήρες τη χελώνα
και μου άφησες το πλαστικό μπολ-λιμνούλα και το πλαστικό φοινικόδεντρο
ύστερα μου έδωσες την πρώτη μου κηδεία.
Θάψαμε μια κοσμηματοθήκη.
Δεν θέλω μι’ αράχνη να τετραπλασιάζεται στο κέντρο του στήθους μου, ω
αράχνη του πόνου.
Ορίστε, πάρε το γραμματόσημό μου με τον Μπέιμπ Ρουθ, τον σκελετό μου από τη Μέρα
των Νεκρών με το κεφάλι ελαφιού επάνω στο δικό του.
Δεν έχω καστανιέτες, αλλά πάρε κι αυτές. Ίσως
θα μπορούσες να περισπαστείς εποικοδομητικά με ρωσικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα,
όπου φρικτά πράγματα συμβαίνουν παρόλο που οι άνθρωποι σκέφτονται πολύ.
Πολύ. Μήπως επειδή;
Ρίξε μια ματιά σε τούτο το βιβλίο με σχέδια του Γκόρκυ, ειδικά στη σελίδα 74, αλλά μην
πάρεις την Μπρέντα, ούτε ένα κομμάτι της
κι ας παίρνεις τη μητέρα της, που παίρνει ένα Μπρεντο-κομμάτι
μαζί της – αυτό, το ξέρω, δεν μπορεί να αποφευχθεί.
Και μην πάρεις την αγάπη μου
όσο κάνει μάθημα ιστιοσανίδας ή όποτε στο ενδιάμεσο. Της
πήρες ήδη το πορτοφόλι και χρέωσες ένα σπίτι έπιπλα,
φρικτά υποπόδια, αποτρόπαια ντιβάνια, ογκώδεις πολυθρόνες πριν
καν το προσέξει – τόσο γρήγορος!
Αλλά πόσο αργός ήσουν με τον πατέρα μου, δόντι το δόντι, λαχάνιασμα το λαχάνιασμα,
ήταν φως φανάρι πως φοβόταν.
Κοίταξα κάτω στον δρόμο
όπου κάποιος αγόραζε παπούτσια.
Είναι δυνατόν να διαλέγεις ένα ζευγάρι μόνο από τα ίχνη που θ’ αφήσει στη
σκόνη και στο χιόνι;
Ξέρω πως έχεις μια δουλειά να κάνεις,
χωρίς εσένα δεν θα υπήρχε ομορφιά, ούτε κύκλος του αζώτου ούτε
ατμόσφαιρα ούτε πεπόνι.
Καμία λάμψη χωρίς το σκουλήκι της, κανένα σύννεφο χωρίς δάκρυα – πώς μυρίζει
σαν σίδερο κι ύστερα βρέχει και βρέχει και βρέχει.

 

***

ΕΞΙΤΗΡΙΟ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Στον πέμπτο όροφο πέρασα 10 μέρες μαθαίνοντας να περπατώ, ποτέ πολύ
πάνω απ’ τους γεωσκώληκες, ποτέ πολύ
κάτω απ’ τον ουρανό. Το σκοτάδι εκεί
δεν είχε καμία σχέση με την απουσία φωτός και δεν ήταν μια φωνή
που με καλούσε. Τώρα είμαι ξύπνιος
εδώ και χίλια χρόνια, δεν θα με εξέπληττε
να βρω μια δασική πυρκαγιά στην ντουλάπα μου ή ένα μάτι σ’ ένα κομμένο μήλο. Όλη
νύχτα τα διερχόμενα αυτοκίνητα ρίχνουν φωτεινές φιγούρες στον τοίχο που
το βάζουν στα πόδια σαν άγγελοι
με λάθος διεύθυνση. Όλη τη νύχτα μια γυναίκα στο βάθος του διαδρόμου ούρλιαζε
πως μια πληγή ήθελε το μαχαίρι της πίσω.
Μεγαλοπρεπές πρέπει να ήταν το πουλί
που τα νύχια του με άφησαν να πέσω, μεγαλόπρεπες οι ουλές μου. Την παλιά καρδιά, κομμένη
στα δύο και ξεριζωμένη, δεν θα μου την έδειχναν.

 

***

ΚΡΑΤΗΣΟΥ

Το μυρμήγκι γαντζώνεται χαμηλά στο αεράκι.
Όπως η πρωινή χαρά, ξέρει πως αυτή είναι η τελευταία μας μέρα στη γη
αλλά όλα καλά, έτσι ήταν και χθες.
Και αύριο; Ρώτα τη μουριά
που παραμορφώνεται στο τεντωμένο συρματόπλεγμα.
Ρώτα τον καιρό. Ως το απόγευμα, δεν ξέρουμε ποιος φόβος θα
θριαμβεύσει – εκείνος τού να είσαι μόνος ή τού να σε αγαπούν. Είναι περίπλοκο, λέει η μέλισσα,
δεν μπορώ να το κάνω πιο ξεκάθαρο από τούτον τον χορό.
Τους τελευταίους μήνες η μητέρα δεν γνωρίζει κανέναν, το σώμα της κουφώνεται σαν του τρυποφράχτη.
Στα τελευταία του, ο πατέρας ακούγεται σαν πιασμένος σε δίχτυ. Μπορούμε να τον ρωτήσουμε
οτιδήποτε και θ’ απαντήσει, παίρνοντας πολύ χρόνο να σχηματίσει τις λέξεις με μια
γλώσσα που έγινε πηλός, μα δεν το κάνουμε. Ήταν τάχα αγαλλίαση
ό,τι τον έκανε να αγοράσει το τρουά-πιες κίτρινο κοστούμι που θα φορούσε μόνο δύο φορές;
Κάθε τρία βήματα λαχάνιαζε, ένα ακόμα πλεούμενο φύλλο
αποφεύγοντας τη σχάρα του υπονόμου όσο το δυνατόν περισσότερο.
Τώρα τα πράγματα αρχίζουν να στραβώνουν μέσα μας: καρδιά, στομάχι, λαιμός. Κοιμόμαστε
καλύτερα σε μια καρέκλα, διασκεδάζοντας
με προσθήκες στις 7.000
ώρες μουσικής που δεν θ’ ακούσουμε ποτέ ξανά και με τζιτζίκια που βουίζουν βγαίνοντας
από κελύφη μικρότερων εαυτών που η γάτα λατρεύει
να κυνηγά και να συνθλίβει.

 

 

 

***

ΛΥΣΙΜΑΧΙΑ

Όλοι νιώθουν πως έφτασαν εδώ από πολύ μακριά, όχι μόνο οι
αστροναύτες κι οι χωρισμένοι κι οι ποιητές.
Κάποιοι θέλουν να χάσουν τις οδηγίες της επιστροφής, για άλλους είναι απλώς ένα
μεγάλο διάστημα χωρίς σήμα στο κινητό.
Τίποτα εδώ δεν μπορεί να σχεδιαστεί με χάρακα, ούτε καν η βροχή, αν και ακόμα κι εδώ
σ’ αυτό το ύψος, υπάρχουν φορτηγά με μπίρες. Ό,τι νιώθεις σαν αγκίστρι που τραβιέται
από τα σπλάχνα σου, μπορεί να είναι παλιά κλήματα γλυσίνας.
Δώσ’ του δέκα χρόνια. Όταν το λυκόφως καταφθάνει απ’ τη λίμνη φορώντας
τη γαλάζια μάσκα της, μπορεί να νομίσεις πως δεν θα χρειαστεί να προσποιηθείς ποτέ ξανά,
πως από εδώ και πέρα έχεις το γνώθι σ’ αυτόν
μα αυτό συμβαίνει μόνο επειδή ο εαυτός αυτός εξαφανίζεται.
Έχεις δίκιο: όταν πέθανε η μητέρα σου,
όντως μεταμορφώθηκε σε γερακίνα. Δεν ξέρω πώς μπορώ να είμαι τόσο σκληρός με
όσους μ’ αγαπούν ή πώς μπορούν να είναι εκείνοι με μένα. Ενίοτε μια πέτρα
έρχεται κουτρουβαλώντας στη μούρη σου απ’ το μονοπάτι
μα δεν υπάρχει κανείς από πάνω σου.