Τα Χαμόγελα των Λουoμένων
Τα χαμόγελα των λουομένων σβήνουν όπως βγαίνουν από το νερό,
και ο εραστής νιώθει τη θλίψη να πέφτει καθώς η αγάπη τελειώνει, καθώς την εγκαταλείπει.
Ο σπουδαστής, κλείνοντας το βιβλίο σαν το ρολόι χτυπάει μεσάνυχτα,
είναι άδειος και γέρος:
Η ανακούφιση του πιλότου στην προσγείωση δεν είναι λύτρωση.
Αυτά τα τέλεια και ιδιωτικά πράγματα, που μας περιτοιχίζουν,
έχουν ατελές και δημόσιο τέλος—
Νερό και άνεμος και πτήση, λόγια στη μνήμη και η πράξη της αγάπης
δεν είναι παρά διαλείμματα. Και ο κόσμος, σαν θηρίο, ανυπόμονος και βιαστικός,
περιμένει μόνο αυτούς που είναι νεκροί. Ο θάνατος όχι για σένα.
Είσαι εμπλεκόμενος.
***********
Τέλος στην Σαρατόγκα
1.
Σίδηρος, θειάφι, ατμός: τα απόβλητα
απ’ όλα τα θέρετρα σαν κι αυτό έχουν αφήσει ίχνη.
Παλιά μπαστούνια και πατερίτσες στολίζουν τους τοίχους. Φως
πλημμυρίζει το δωμάτιο, διαθλασμένο απ’ την πισίνα, σπάει
και λαμπυρίζει σαν λέπια. Κρυμμένες
πίσω από κουρτίνες, οι γυναίκες στεγνώνουν
μπροστά στη φωτιά και αναλογίζονται
την εξυπηρέτηση στα ξενοδοχεία,
τρόπους θανάτου, τρόπους ύπνου,
τον τυφλό ασθενή με νευρομυϊκή αταξία απ’ τη Νέα Υόρκη,
Και όλους τους άλλους που ήταν εδώ πέρυσι τέτοιον καιρό.
2.
Ο Βισκόντι, τρελός από πόνο. Κάθε μέρα,
διακόσιες σταγόνες λάβδανο. Ο Χάγκεν, που σφαδάζει
με κάθε βήμα. Ο Κόμης, ένα ζαρωμένο πέος
κι ένα μονόκλ, ονειρεύεται άλογα στην λιακάδα,
σκεπασμένα από μύγες.—Χθες το βράδυ ξύπνησα ιδρωμένος
κι είδα τα χέρια μου, χλωμά, κουλουριασμένα στο σεντόνι
σαν μαραμένα φύλλα. Μου ‘ρθαν στη σκέψη κάτι μέρες
τόσα χρόνια πριν, να μεταφέρω ξεβρασμένα ξύλα απ’ την ακτή,
ξυπνώντας το μεσημέρι, του λιμανιού τα πουλιά ν’ ακολουθούνε
βάρκες από την ξηρά. Και μετά καμία σκέψη.
Μορφίνη στις πέντε. Κρύα αυγή ξημερώνει. Βροχή.
3.
Είμαι ξαπλωμένος εδώ στο σκοτάδι, προσπαθώντας να θυμηθώ
τι μου έμαθε η ζωή μου. Τα φώτα της αυλής θολώνουν
στη βροχή. Ένα μεταλλικό καρότσι με λαστιχένιες ρόδες
περνάει, το ακολουθεί μια νοσοκόμα·
και κάτι κροταλίζει σαν να βγάζουν έξω γυαλιά
αφού τέλειωσε ένα πάρτι και οι καλεσμένοι έχουν φύγει.
Δοκιμαστικοί σωλήνες, δοχεία, βαθμονομήσεις, θερμόμετρα—
σύντροφοι αυτών των χρόνων που δεν μετράω πια.
Απλώνω το χέρι μου για τσιγάρο και τα δάχτυλά μου
αγγίζουν ένα γλωσσοπίεστρο που χρησιμοποιώ
σαν σελιδοδείκτη· και το μόνο που ξέρω
είναι το άγγιγμα αυτού του ξύλου στο σκοτάδι, καθώς θυμάμαι
τη ζεστασιά ενός φωτεινού καλοκαιριού πριν από μισή ζωή—
έναν γαλάζιο ουρανό κι έναν εκτυφλωτικό ήλιο, το πρόσωπο
κάποιου που’χει καιρό πεθάνει, ψηλά πάνω από την ακτή,
να κοιτάζει κάτω τα κύματα στην άμμο, τις σειρές από κίτρινα
μπουκάλια εκεί που ωρίμαζαν οι λεμονιές.

*****************************************************************









